Σάββατο, Απριλίου 02, 2016

Βιβλιογραφική εργασία: Η προέλευση της έννοιας του "νεοφιλελευθερισμού".



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
1.      Περίληψη
2.      Εισαγωγή
3.      Εννοιολογική Οριοθέτηση
4.      Θεωρητικές Σχολές
4.1. Η Αυστριακή Σχολή και ο F. Hayek
4.2. O J. Buchanan και η Θεωρία της Δημόσιας Επιλογής
4.3. Mεταπολεμικές Σχολές
4.3.1. Oι Ordoliberalen (Σχολή του Φράιμπουργκ)
4.3.2. Η Σχολή του Σικάγο και η Μονεταριστική Θεωρία του M. Friedman
4.3.3. Bretton Woods
5. Σύγκριση κλασσικού φιλελευθερισμού-νεοφιλελευθερισμού
6. Συμπεράσματα

7. Βιβλιογραφία


1.      Περίληψη
Η παρούσα εργασία εστιάζει στις ομοιότητες και τις διαφορές των εννοιών του κλασσικού φιλελευθερισμού και του νεοφιλελευθερισμού. Για τη συγκριτική παρουσίαση των δύο εννοιών, πραγματοποιείται η παρουσίαση των θεωριών της Αυστριακής Σχολής, της Θεωρίας Δημόσιας Επιλογής, της Σχολής του Φράιμπουργκ και της Σχολής του Σικάγο, καθώς επίσης και κρίσιμων γεγονότων όπως η κατάρρευση του συστήματος συναλλαγματικών ισοτιμιών του Bretton Woods.
Λέξεις-κλειδιά: κράτος, αγορά, άτομο, κλασσικός φιλελευθερισμός, νεοφιλελευθερισμός, κυβερνησιμότητα, Hayek, Friedman, Smith.
2
.      Εισαγωγή
Παρά το γεγονός ότι ο κλασσικός φιλελευθερισμός και ο νεοφιλελευθερισμός θεωρούνται από τους περισσότερους μελετητές έννοιες διακριτές, με ομοιότητες και διαφορές (Allais , 2012, Chang, 2002,  Olssen & Peters, 2005, Fine , 2001, 2002, Larner & Le Heron, 2005), μέσα στο ευρύ πεδίο της πολιτικής οικονομίας ο νεοφιλελευθερισμός, σε αντίθεση με τον κλασσικό φιλελευθερισμό, αποτελεί μία μάλλον συγκεγχυμένη έννοια, οριζόμενη χωρίς συνέπεια, εμπειρικά ασαφής και συχνά αμφισβητούμενη (Brenner, Peck, Theodore,2010:182). Οι διαμάχες σχετικά με την ακριβή έννοια του νεοφιλελευθερισμού δεν είναι απλώς σημασιολογικές, αλλά, σε γενικές γραμμές ρέουν από υποκειμενικές διαφωνίες σχετικά με τις πηγές, τις εκφράσεις και τις επιπτώσεις των σύγχρονων κανονιστικών μετασχηματισμών (Brenner, Peck, Theodore,2010:182).
Σύμφωνα με τους Larner (2000) και Peck &Tickell (2002), ενώ παλαιότερα η ακαδημαϊκή και η πολιτική κριτική, τόσο η υποστηρικτική και η επικριτική, έτειναν να απεικονίζουν τον νεοφιλελευθερισμό ως ένα μονολιθικό πολιτικό σύστημα που προτείνει ένα ελάχιστο κράτος, πρόσφατα οι εννοιολογήσεις του νεοφιλελευθερισμού είναι πιο προσεκτικές με το ιστορικό γίγνεσθαι, τη γεωγραφική ιδιαιτερότητα και την πολιτική πολυπλοκότητα, καθώς «σε όλο το φάσμα των κοινωνικών επιστημών, παρατηρείται μια νέα έμφαση στην έρευνα συγκεκριμένων νεοφιλελεύθερων μορφών κράτους, κυβερνητικών πρακτικών και των επιπτώσεών τους» (Larner,2000, Peck &Tickell, 2002, στο Larner,  Le Heron (2005:845).
Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η θεωρητική διερεύνηση των δύο εννοιών και η συγκριτική παρουσίασή τους. Ειδικότερα, στην παρούσα εργασία επιδιώκεται η εννοιολογική οριοθέτηση των δύο φαινομένων και η παρουσίαση των ομοιοτήτων και των διαφορών μεταξύ τους.

3.      Eννοιολογική Οριοθέτηση
Θεωρητικές προσεγγίσεις της έννοιας του νεοφιλελευθερισμού έχουν δοθεί, μεταξύ άλλων, από τους Allais (2012), Chang (2002),  Olssen & Peters (2005), Fine (2001,2002), Larner & Le Heron, (2005).
Ο Allais (2012:258) εξετάζει τον «υπαρκτό νεοφιλελευθερισμό» για να εξηγήσει την κυριαρχία των νέων πλαισίων προσόντων, βασισμένων στο αποτέλεσμα. «Στην πράξη», αναφέρει ο Allais, «αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «υπαρκτός νεοφιλελευθερισμός» δεν αφορά την κατάργηση του κράτους, αλλά μάλλον τη διασφάλιση ότι κύριος ρόλος του κράτους είναι η βελτίωση της λειτουργίας των αγορών και η δημιουργία αγορών σε κοινωνικές περιοχές που προηγουμένως δεν υπήρχαν». Η νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα αφορά τον εξαναγκασμό των κρατικών θεσμών να λειτουργούν «ως εάν» ήταν σε μια αγορά, ή ακόμη και να ανταγωνιστούν τις αγορές. Οι νεοφιλελεύθεροι μεταρρυθμιστές προσπαθούν να μειώσουν ή να εξαλείψουν τις διαφορές μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα και να μετατοπίσουν την έμφαση από τη «διαδικαστική λογοδοσία» προς μια λογοδοσία με βασικό της στοιχείο τα αποτελέσματα» (Hood 1995, στο Allais, 2012:258). Αυτό συνεπάγεται μεγαλύτερο βαθμό παρακολούθησης ορισμένων μορφών συμπεριφοράς και απόδοσης, μέσω μιας σειράς νέων μηχανισμών «λογοδοσίας», όπως οι δείκτες απόδοσης, η αξιολόγηση των επιδόσεων και άλλων μορφών ελέγχου (Phillips 1998, στο Allais,2012:258), και έχει συνδεθεί με την εισαγωγή των οικονομικών προτύπων για την αξιολόγηση της διακυβέρνησης (Wolf 2010, στο Allais,2012:258). Σε πολλές περιπτώσεις έχει οδηγήσει σε αυξημένο ρυθμιστικό ρόλο του κράτους (Hudson 2010, στο Allais,2012:258), με σκοπό τη διαχείριση των συμβάσεων και την αξιολόγηση της επάρκειας των αντισυμβαλλομένων  κατά τη σύναψη συμφωνιών απόδοσης.
Σύμφωνα με τον Chang (2002), «ο νεοφιλελευθερισμός έχει ως κεντρική θέση ότι το κράτος δεν μπορεί να θεωρηθεί ένας αμερόληπτος και παντοδύναμος φύλακας της κοινωνίας, αλλά θα πρέπει μάλλον να θεωρηθεί ως μια οργάνωση που σχηματίζεται από ιδιοτελείς πολιτικούς και γραφειοκράτες που περιορίζονται στην ικανότητά τους να συλλέγουν πληροφορίες και να εκτελούν πολιτικές,  αλλά βρίσκονται επίσης και υπό την πίεση ομάδων συμφερόντων » (Chang 2002, 540, στο Allais, 2012:259).
Σύμφωνα με τους Olssen & Peters (2005), ο νεοφιλελευθερισμός, στο οικονομικό επίπεδο, συνδέεται με την παγκοσμιοποίηση ιδίως όσον αφορά την «ελευθερία του εμπορίου» ή των «ελεύθερων συναλλαγών». Έτσι, ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένα ιδιαίτερο στοιχείο της παγκοσμιοποίησης υπό την έννοια ότι αποτελεί τη φόρμα μέσω της οποίας δομούνται οι εγχώριες και παγκόσμιες οικονομικές σχέσεις. Ωστόσο, ο νεοφιλελευθερισμός είναι μόνο μία διάσταση της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή, δεν πρέπει να θεωρηθεί ταυτόσημος με αυτή. Η παγκοσμιοποίηση είναι ένα πολύ ευρύτερο φαινόμενο με την έννοια ότι θα εξακολουθούσε να αποτελεί μια σημαντική διαδικασία ακόμα κι αν ο νεοφιλελευθερισμός δεν είχε αντικαταστήσει τον Κεϋνσιανισμό ως  κυρίαρχο οικονομικό λόγο των δυτικών χωρών. Απλά, σε αυτή τη συγκυρία έχει εν μέρει συμβεί ως συνέπεια των αλλαγών στην τεχνολογία και την επιστήμη, οι οποίες έχουν φέρει πολλά μέρη του κόσμου πιο κοντά μέσω των εξελίξεων στις μορφές της τεχνολογίας, όπως αυτές έχουν επηρεάσει τις πληροφορίες, τις επικοινωνίες και τα ταξίδια (σελ.313-314).
Ο Fine (2001, 2002, στο Allais 2012), επιχειρώντας μια σύγκριση μεταξύ του μεταμοντερνισμού και του νεοφιλελευθερισμού, αναφέρει:  «Είναι και οι δύο έννοιες επικεντρωμένες σε μεγάλο βαθμό στην ατομική υποκειμενικότητα. Ο νεοφιλελευθερισμός τονίζει τον καταναλωτή και την επιχειρηματική κυριαρχία, ενώ ο μεταμοντερνισμός ασχολείται με την κατασκευή της ταυτότητας. Το κράτος θεωρείται αρνητικό και για τους δύο - ως μέσο  αναποτελεσματικότητας και καταπίεσης, αντίστοιχα, αν και φτάνουν σε αυτό το συμπέρασμα από πολύ διαφορετικές προοπτικές. Από την άλλη πλευρά, ο νεοφιλελευθερισμός, ειδικά στην ακαδημαϊκή του έκδοση, είναι εντελώς αδιάφορος για το νόημα των πραγμάτων - στην κατανάλωση, για παράδειγμα,  δεν τον ενδιαφέρει η εσωτερική φύση του καταναλωτή και του καταναλωμένου - σε πλήρη αντίθεση με τον μεταμοντερνισμό, ο οποίος είναι αποκλειστικά απορροφημένος με τα νοήματα, αποκλείοντας την υλική πραγματικότητα» ( Allais 2012:266).
Τέλος, οι Larner & Le Heron, (2005) παραθέτοντας το παράδειγμα των πανεπιστημίων της Νέας Ζηλανδίας, αναφέρουν ότι ενώ, παραδοσιακά, τα πανεπιστήμια της χώρας ήταν κρατικά διαχειριζόμενα, ακολούθησαν  τρεις φάσεις «νεοφιλελευθεροποίησης»:
Α’ φάση:Η έκθεση Hawke του 1988, που προανήγγειλε μια πιο ριζική επανεξέταση των πανεπιστημίων της Νέα Ζηλανδίας, και στη συνέχεια η τροποποίηση του νόμου για την εκπαίδευση στην 1989, ακολουθούμενο από το νόμο περί δημοσίων οικονομικών του 1990, σηματοδότησε την απαρχή της βαθιάς μεταβατικής περιόδου. Η επόμενη δεκαετία βρήκε τα πανεπιστήμια σε διαδικασία νεοφιλελεύθερης μεταρρύθμισης γενικότερα, και στη συνέχεια, σε μια παραλλαγή της εμπορευματοποίησης που διαπέρασε και τον υπόλοιπο κρατικό τομέα, με τη ροή νέων χρηματοδοτήσεων και την εισαγωγή νέων διαχειριστικών πρακτικών, ιδίως ελέγχων και  συγκριτικών αξιολογήσεων.
Β’ φάση: Η επανακωδικοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των πανεπιστημίων με υπολογίσιμους και  συγκριτικούς όρους. Ο Codd (1999: 45) ονομάζει το νέο περιβάλλον «κουλτούρα της δυσπιστίας». Ωστόσο, ίσως ακριβέστερα, αυτά τα συστήματα αντιπροσώπευαν μια νέα γενιά έμμεσων τεχνικών διακυβέρνησης.
Γ’ φάση:Η τρίτη περίοδος νεοφιλελευθεροποίησης χαρακτηρίζεται από ένα ήθος «συνεταιρισμού». Μια νέα έμφαση στη συνεργασία διατρέχει τόσο την οικονομία  (συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα) όσο και την κοινωνία (συνεργασία κυβέρνησης και κοινοτήτων).Στην περίπτωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η τάση αυτή γίνεται εμφανής με τη δημιουργία ενός αναδιαρθρωμένου δικτύου πανεπιστημίων, βιομηχανίας και κυβέρνησης, όπως προτάθηκε από συνέδρια του Γνωσιακού Κύματος που φιλοξενήθηκαν στο Πανεπιστήμιο του Όκλαντ το 2001 και το 2003, και στα οποία συμμετείχαν  υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής,  επιχειρηματίες και ακαδημαϊκοί.  Τα ερευνητικά ιδρύματα (τόσο τα πανεπιστημιακά όσο και τα κρατικά) αναπροσανατολίστηκαν απομακρυνόμενα ρητά από τον μεταξύ τους ανταγωνισμό. Γενικότερα, αυτές οι μετατοπίσεις αντικατοπτρίζουν τις νέες κυβερνητικές αφηγήσεις , κυρίως αυτήν της κοινωνίας/οικονομίας της γνώσης. Στη συγκεκριμένη αφήγηση, τα πανεπιστήμια αποτελούν ένα νέο μέσο για την  εθνική ανάπτυξη, καθώς επίσης και ένα βασικό μέσο για την προαγωγή της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και της κοινωνικής συνοχής σε ένα παγκοσμιοποιημένο και ταραχώδη κόσμο. (Larner,  Le Heron, 2005:851-52).


4.      Θεωρητικές Σχολές
Στις σημαντικότερες εξελίξεις για την ανάπτυξη του νεοφιλελευθερισμού περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων,  τα γραπτά του Friedrich Hayek, η διατύπωση της Θεωρίας της Δημόσιας Επιλογής από τον James Buchanan, η Σχολή του Σικάγο με τη Μονεταριστική Θεωρία του Milton Friedman, καθώς και η γερμανική θεωρητική σχολή των Ordoliberalen (Olssen & Peters, 2005:316).

4.1. Η Αυστριακή Σχολή και ο F.Hayek
Σύμφωνα με τους Olssen & Peters (2005:316), ο Friedrich Hayek μπορεί να θεωρηθεί εκπρόσωπος της Αυστριακής Σχολής Οικονομικών Επιστημών που ιδρύθηκε από τον Menger (1840-1921) και συνεχίστηκε από τον von Wieser (1851-1926) και τον von Mises (1881-1973). Ένας από τους κύριους τρόπους που ο Hayek μετατοπίζεται από την κλασσική οικονομική θεωρία σχετίζεται με την αποδοχή της υποκειμενικής θεωρίας της αξίας, της Αυστριακής Σχολής, δηλ. τη θεωρία σύμφωνα με την οποία η αξία αποδίδεται στους πόρους από τις υποκειμενικές προτιμήσεις των ατόμων. Όπως το θέτει ο J. Gray (1984:16, στο Olssen & Peters, 2005:317), αυτή ήταν η «θεμελιώδης αντίληψη που σήμανε το τέλος της παράδοσης της κλασικής οικονομικής θεωρίας », σημειώνοντας τη μετατόπιση από θεωρητικούς όπως ο A. Smith, D. Rikardo, J.S.Mill και ο C. Marx, οι οποίοι, όλοι, ανέλυαν την αξία με αντικειμενικούς όρους, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εργασίας, των περιουσιακών στοιχείων ή των υπό εξέταση πόρων. Όπως και ο von Mises, ο Hayek υπερασπίζεται τον υποκειμενισμό όχι μόνο στην οικονομική θεωρία όσον αφορά την αξία, αλλά προχωρεί περαιτέρω, τονίζοντας ότι τα δεδομένα των κοινωνικών επιστημών είναι επίσης υποκειμενικά φαινόμενα και ότι τα κοινωνικά αντικείμενα όπως τα χρήματα ή τα εργαλεία αξιολογούνται από τις ανθρώπινες πεποιθήσεις. (Olssen &Peters, 2005:317).
Όπως αναφέρει ο Peters (2003), αυτό που διακρίνει την Αυστριακή Σχολή από την Κλασσική Σχολή  της πολιτικής οικονομίας που ξεκίνησε με τον A. Smith και τον D. Rikardo ήταν η «υποκειμενική», σε αντίθεση με την «αντικειμενική», θεωρία της αξίας:  Ο L. Walras (1834-1910) παρουσιάζει την οικονομία ως «υπολογισμό της ευχαρίστησης και του πόνου του ορθολογικού ατόμου» και ο C. Menger, αναπτύσσοντας την «υποκειμενική» θεωρία της αξίας, διακηρύσσει αυτό που ορισμένοι αποκαλούν  «νεοκλασική επανάσταση » στα οικονομικά: Αμφισβητεί την ιδέα της τέλειας πληροφόρησης που φαίνεται να αποτελεί τη βάση του homo economicus, τόσο για τους κλασσικούς όσο και τους νεοκλασικούς οικονομολόγους. (Peters, 2003:366).
O συνταγματικός φιλελευθερισμός του Hayek μπορεί να θεωρηθεί το προοίμιο για μια μορφή φιλελευθερισμού αντιληπτή ως κριτική στην κρατική λογική που προανήγγειλε  το πλαίσιο για την αναδιάρθρωση του κράτους κατά τη διάρκεια της εποχής Thatcher - Reagan (Olssen &Peters, 2005:317).
Τα κύρια επιχειρήματα του Hayek κατά του κεντρικού κρατικού σχεδιασμού  βασίζονται σε δύο υποθέσεις: Στην αναποτελεσματικότητά του και στην απειλή για την ελευθερία του ατόμου.  Ο κεντρικός σχεδιασμός είναι αναποτελεσματικός, κατά την άποψη του Hayek, επειδή η πραγματική γνώση και η πραγματική οικονομική πρόοδος πραγματοποιούνται ως συνέπειες της τοπικά παραγόμενης γνώσης που προέρχεται από «ιδιαίτερες περιστάσεις  τόπου και χρόνου» και το κράτος δεν είναι μυημένο σε αυτού του είδους τη γνώση (Hayek, 1944:521, στο (Olssen & Peters, 2005:316). Έτσι, η αγορά είναι ο μηχανισμός που κατανέμει καλύτερα τους πόρους στην κοινωνία. Ο σχεδιασμός αγνοεί τον τοπικιστικό χαρακτήρα της γνώσης και συγκρούεται με τον μηχανισμό αυτορρύθμισης της αγοράς. Ένα από τα μείζονα θέματα της οικονομικής και κοινωνικής του φιλοσοφίας  είναι το επιχείρημα ότι «η τοπική γνώση», όπως διαπιστώνεται στις αγορές, είναι πάντα πιο έγκυρη και αποτελεσματική από ό, τι οι μορφές της κωδικοποιημένης γνώσης που εισάγονται μέσω του κεντρικού σχεδιασμού. Για το λόγο αυτό, οι αγορές έχουν διακριτά πλεονεκτήματα σε σχέση με την κρατική ρύθμιση ή προγραμματισμό. Οι νόμοι της προσφοράς και της ζήτησης λειτουργούν, μέσω του μηχανισμού των τιμών, ως δείκτες της υπο- και υπερ-προσφοράς, καθώς και ως κίνητρα για τους παραγωγούς ώστε να παράγουν υψηλής ποιότητας προϊόντα σε ανταγωνιστικές τιμές για τις οποίες υπάρχει σταθερή ζήτηση. Με ένα πλήθος τρόπων, οι αγορές παρέχουν γρήγορες και αποτελεσματικές μεθόδους για την παροχή πληροφοριών στην καταναλωτική ζήτηση, και έναν σίγουρο τρόπο για να διασφαλιστεί ότι οι παραγωγοί και οι πάροχοι θα ανταποκριθούν (βλ. Hayek, 1945, στο Olssen & Peters, 2005:317).
Κατά συνέπεια, υποστηρίζει ο Hayek (1944, 1948, 1952, 1960, 1976, στο Olssen & Peters, 2005:317), η ορθή λειτουργία των αγορών είναι ασυμβίβαστη με τον κρατικό σχεδιασμό οποιουδήποτε είδους, είτε τον πλήρους κλίμακας σοσιαλισμό ή  την πιο περιορισμένη αντίληψη του κράτους πρόνοιας. Ένας πλήρους κλίμακας ορθολογικός σοσιαλισμός είναι αδύνατος, διότι δεν θα έχει αγορές για να καθοδηγήσει την κατανομή των πόρων. Επιπλέον, ο κεντρικός σχεδιασμός οποιασδήποτε μορφής, ισχυρίζεται, δεν είναι πρακτικός λόγω της κεντρικής κλίμακας υπολογισμού που θα απαιτούσε για κάθε αποτελεσματική προσπάθεια κατανομής. Σε αυτή η βάση ο Hayek υποστηρίζει ότι όλες οι μορφές κρατικής δράσης πέρα ​​από τις ελάχιστες λειτουργίες της άμυνας  και της προστασίας των βασικών δικαιωμάτων στη ζωή και την ιδιοκτησία είναι  επικίνδυνες απειλές για την ελευθερία που είναι πιθανό να οδηγήσει στον «δρόμο προς την δουλεία».
Για τον Hayek, η οικονομία είναι το αποτέλεσμα της αυθόρμητης εξέλιξης που αποδεικνύει την ανωτερότητα των απορυθμισμένων αγορών για δημιουργικότητα και για πρόοδο. Μία αυθόρμητη κοινωνική εξέλιξη, όπως η εξέλιξη των αγορών, είναι ικανή να αξιοποιεί τις αποσπασματικές πρακτικές γνώσεις με τέτοιο τρόπο που ο ολιστικός σχεδιασμός δεν είναι ικανός να το κάνει. Η αυθόρμητη τάξη προκύπτει, κατά τον Hayek, ως φυσική διαδικασία. Παρατηρείται σε βιολογικούς πληθυσμούς όλων των ζωικών ειδών, στο σχηματισμό των κρυστάλλων, ακόμα και των γαλαξιών (Hayek, 1952:180, 1967:76, 1973:3, 1976:39–40, στο OlssenPeters, 2005:317). Ακριβώς αυτή την ιδέα της αυτό-οργάνωσης και αυτό-αναπαραγωγής των δομών είναι που ο Hayek ενδιαφέρεται περισσότερο να τονίσει. Αποτελεί τον θεμέλιο λίθο για την απόρριψη του καρτεσιανού ορθολογισμού, του ιστορικισμού, του αντι-θεμελιωτισμού και της θεωρίας για την εξέλιξη του νου.(Hayek, 1978:250, στο Olssen & Peters, 2005:317).

4.2. Ο Buchanan και η Θεωρία της Δημόσιας Επιλογής
Ενώ ο Hayek επιχειρηματολόγησε σχετικά με τη σημασία των αγορών για την καθοδήγηση των ιδιωτικών επιχειρήσεων, ήταν ο James Buchanan και οι συνεργάτες του που επιχειρηματολόγησαν υπέρ της επέκτασης των αγορών ως μηχανισμό για τη θεσμική ρύθμιση του δημόσιου οργανωτικού πλαισίου. Έτσι, εισήγαγαν μία σημαντική μετατόπιση από την κλασική φιλελεύθερη στη νεοφιλελεύθερη κυβερνησιμότητα. Οι αγορές, αν και αντιμετωπίστηκαν από τον Hayek και τους κλασσικούς φιλελεύθερους ως μία φυσική, αυτορρυθμιζόμενη, δομή όπου το χέρι της φύσης  παράγει μια βέλτιστη κοινωνική και οικονομική ισορροπία, τώρα γίνονται μία τεχνική «θετικής» δύναμης, δρώντας αυθόρμητα με όχημα το κράτος, προκειμένου να δημιουργήσουν τις συνθήκες για αποτελεσματική οικονομική παραγωγή (Olssen & Peters, 2005:317-19).
Κατά την άποψη του Buchanan, οι αγορές είναι μια χρήσιμη τεχνολογία για το κράτος. Εν μέρει παρακινούμενος από την αύξηση των εθνικών εισοδημάτων μετά τον Β’ ΠΠ, εν μέρει από τις διαπιστωθείσες αδυναμίες του Κεϋνσιανισμού και, επίσης, από το γενικότερο κλίμα του Ψυχρού Πολέμου, ο Buchanan και οι θεωρητικοί της Δημόσιας Επιλογής ασχολήθηκαν με την αγοραιοποίηση του δημόσιου τομέα μέσω εσκεμμένων ενεργειών του κράτους. Αυτό σημαίνει ότι ο Buhcanan δεν πίστευε στην «αυθόρμητη τάξη», ή στην αποτελεσματικότητα της διαδικασίας κοινωνικής εξέλιξης. Για εκείνον, η αυθόρμητη εξέλιξη μπορεί να προκαλέσει κοινωνικό χάος και δυσλειτουργία τόσο εύκολα, όσο μπορεί να προκαλέσει και κοινωνική αρμονία και ισορροπία (Olssen & Peters, 2005:318).
Απορρίπτοντας κάθε συζήτηση περί αυτοματισμού και εξέλιξης, ο Buchanan εκφράζει μια πολύ μεγαλύτερη πίστη στη συνειδητή δράση προκειμένου να δικαιολογήσει την «μακροπρόθεσμη υπερ-αποστολή των θεσμικών υπερ-δομών», για την οποία επιχειρηματολογούσαν πολλοί αναλυτές (Reisman, 1990:74, στο Olssen & Peters, 2005:318). Είναι ακριβώς σε αυτό το σημείο, όταν κάνει τη διάκριση μεταξύ «προστατευτικού κράτους» και «παραγωγικού κράτους». Το μεν πρώτο ασχολείται με το βασικό πλαίσιο θεσμικών δικαιωμάτων υποστηριζόμενο από τον νόμο, καθώς επίσης και με την εθνική άμυνα, το δεύτερο είναι τόσο «αστυνομικός» όσο και «συμμετέχων» (Reisman, 1990:81, στο Olssen &  Peters, 2005:318).
Αυτά τα δύο επίπεδα της κράτους αφορούν, κατά τον  Buchanan (1975, στο Olssen & Peters, 2005:318), δύο στάδια της κοινωνικής αλληλεπίδρασης: Ένα που αφορά την επιλογή των κανόνων και ένα που περιλαμβάνει και τη δράση μέσα στο πλαίσιο των κανόνων που έχουν επιλεγεί. Ενώ η διάκριση μεταξύ «προστατευτικού» και «παραγωγικού» είναι η διάκριση μεταξύ δικαίου και  πολιτικής (Buchanan &Tullock, 1962:69, στο Olssen &Peters, 2005:319), κυρίως όσον αφορά την πολιτική θεωρία του νεοφιλελευθερισμού, είναι επίσης μια διάκριση μεταξύ «αρνητικής» και «θετικής»  ελευθερίας, και  «αρνητικού» και «θετικού» ρόλου του κράτους (Olssen & Peters, 2005:319).
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το κράτος του Βuchanan έχει έναν θετικό βραχίονα. Έτσι, ενώ οι αυστηροί συνταγματικοί περιορισμοί στο προστατευτικό κράτος κάνουν οποιαδήποτε αλλαγή του status quo ή αναδιανομή της ιδιοκτησίας σχεδόν αδύνατη, ο θετικός βραχίονας του κράτους αποσπά αποτελεσματικά συναίνεση από τους πολίτες προκειμένου να κατασκευάσει την αγοραία τάξη πραγμάτων. Κάνοντάς το, τέμνει τις παραδοσιακές εγγυήσεις του κλασικού φιλελευθερισμού όσον αφορά τις θέσεις που προσπάθησε να προστατεύσει: έναν χώρο προσωπικής ελευθερίας, τα ατομικά δικαιώματα για ελευθερία από τον έλεγχο και την επιτήρηση, καθώς και την επαγγελματική αυτονομία και διακριτικότητα στην εργασία. Έτσι, οι θεωρητικοί  της Δημόσιας Επιλογής κατορθώνουν να υπονομεύσουν  και να αναδιοργανώσουν τα προστατευόμενα πεδία των κλασικών φιλελεύθερων πρόγονών τους. (Olssen & Peters, 2005:319).

4.3. Μεταπολεμικές Σχολές

4.3.1.      Οι  Ordoliberalen (Σχολή του Φράιμπουργκ)
Στις διαλέξεις του στο Collège de France το 1978 και το 1979, ο Γάλλος φιλόσοφος Michael Foucault εστιάζει την προσοχή του σε  τρεις παραλλαγές των μεταπολεμικών νεοφιλελεύθερων: τους  Ordoliberalen στη Γερμανία, τους υποστηρικτές της Θεωρίας Ανθρώπινου Κεφαλαίου και τη Σχολή του Σικάγο στις ΗΠΑ (Foucault 1982c, 1984, 1991a, 1992, 1993, 1997a, 1997b, 2001b, 2001c, Burchell 1991, 1996, στα Lemke 2001, Οlssen 2006).
Οι Ordoliberalen αποτελούνταν από νομικούς και οικονομολόγους οι οποίοι κατά τα έτη 1928-1930, δημοσίευαν άρθρα στο γερμανικό περιοδικό Ordo. Μεταξύ τους περιλαμβάνονται οι William Röpke, Walter  Eucken, FranzBöhm, Alexander Rustow και Alfred Müller-Armack. Κηρύσσοντας το σύνθημα ότι «η ανισότητα είναι ίση για όλους», επινόησαν μια κοινωνική οικονομία της αγοράς που επηρέασε τη διαμόρφωση της δυτικογερμανικής οικονομικής πολιτικής , όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Foucault αναφέρεται στους Ordoliberalen ως «η Σχολή του Φράιμπουργκ», η οποία  είχε  χωροχρονικές συγγένειες με τη Σχολή της  Φρανκφούρτης. Ενώ πίστευαν ότι ο ναζισμός ήταν μια συνέπεια της απουσίας  φιλελευθερισμού, δεν έβλεπαν τον φιλελευθερισμό ως ένα δόγμα με βάση τη φυσική ελευθερία του ατόμου που θα αναπτυσσόταν από μόνο του, με τη δική του βούληση. Στην πραγματικότητα, για τη Σχολή του Φράιμπουργκ η οικονομία της αγοράς δεν είναι μια εντελώς αυτόνομη ή φυσικά  αυτορρυθμιζόμενη οντότητα. Κατά συνέπεια, η αντίληψή τους για την αγορά και τον ρόλο του ανταγωνισμού, ισχυρίζεται ο Foucault, είναι ριζικά αντι-νατουραλιστική. Αντί η αγορά να θεωρείται μια φυσική αρένα από την οποία το κράτος πρέπει να απέχει, μάλλον αποτελείται και εξελίσσεται μέσω της κρατικής μηχανής. Ομοίως, ο ανταγωνισμός δεν είναι ένα φυσικό γεγονός το οποίο αναδύεται αυθόρμητα από την κοινωνική επαφή, ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης φύσης, αλλά πρέπει να κατασκευαστεί από το κράτος. (Lemke, 2001:197)

4.3.2.      Η Σχολή του Σικάγο και η Μονεταριστική Θεωρία του M. Friedman
Σύμφωνα με τον Foucault,  ο νεοφιλελευθερισμός της Σχολής του Σικάγο αντιτίθεται στον κρατικό παρεμβατισμό και τα γραφειοκρατικά δεσμά, και, στο όνομα της οικονομικής ελευθερίας, επικρίνει την ανεξέλεγκτη αύξηση των γραφειοκρατικών μηχανισμών και την απειλή που αποτελούν για τα ατομικά δικαιώματα (Lemke, 2001, :197).
Ο Foucault ισχυρίζεται ότι το βασικό στοιχείο στην προσέγγιση της Σχολής του Σικάγο είναι η σταθερή προσήλωσή της στην επέκταση της οικονομικής σφαίρας προς την κοινωνική σφαίρα, εξαλείφοντας έτσι κάθε διαφορά μεταξύ της οικονομίας και της κοινωνίας. Κατά τη διαδικασία αυτή, οι μονεταριστές μεταφέρουν οικονομικά αναλυτικά σχήματα και κριτήρια οικονομικών αποφάσεων σε περιοχές που δεν είναι, τουλάχιστον όχι αποκλειστικά, οικονομικές (Lemke, 2001:197) .
Ενώ οι Ordoliberalen  στη Δυτική Γερμανία υποστηρίζουν την ιδέα της διακυβέρνησης της κοινωνίας προς όφελος της οικονομίας, οι νεοφιλελεύθεροι των ΗΠΑ προσπαθούν να επαναπροσδιορίσουν την κοινωνική σφαίρα ως μια μορφή οικονομικού τομέα. Το μοντέλο της ορθολογικής οικονομικής  δράσης χρησιμεύει ως μια αρχή για να δικαιολογήσει τον περιορισμό της κρατικής δράσης, έτσι ώστε το ίδιο το κράτος να γίνεται ένα είδος επιχείρησης, έργο της  οποίας είναι να δώσει οικουμενική διάσταση στον ανταγωνισμό και να εφευρίσκει αγοραία συστήματα  δράσης για τα άτομα, τις ομάδες και τους θεσμούς (Foucault 1997b: 78 – 9,Burchell 1993:274, στο Lemke,2001:198).
Για την κατανόηση της Σχολής του Σικάγο, ο Foucault παραθέτει το παράδειγμα της Θεωρίας του Ανθρώπινου Κεφαλαίου η οποία παίρνει την ονομασία της από την κριτική στο πρόβλημα της εργασίας, στο πλαίσιο της οικονομικής θεωρίας (Διάλεξη 14-03-1979, Gordon 1991: 44,  στο Lemke, 2001: 198). Η κλασσική πολιτική οικονομία υποστηρίζει ότι η παραγωγή των προϊόντων εξαρτάται από τρεις παράγοντες: την ακίνητη περιουσία, το κεφάλαιο και την εργασία. Αντίθετα, όπως αναφέρει ο Foucault, στη νεοφιλελεύθερη κριτική μόνο η ακίνητη περιουσία και το κεφάλαιο έχουν μέχρι τώρα συζητηθεί εκτενώς, ενώ η εργασία παραμένει στον ρόλο του «παθητικού» συντελεστή της  παραγωγής. Με άλλα λόγια, η εργασία ερμηνεύεται μόνο με τη χρήση ποσοτικών εννοιών και έχουσα προσωρινές μορφές (Foucault 1997b: 78 – 9,Burchell 1993:274, στο Lemke,2001:198). Σε αυτό το μοντέλο, οι μισθωτοί εργάτες δεν αποτελούν πλέον εργαζομένους οι οποίοι εξαρτώνται από μια εταιρεία, αλλά  αυτόνομους επιχειρηματίες με πλήρη ευθύνη για τις δικές τους επενδυτικές αποφάσεις, που προσπαθούν να παράξουν προστιθέμενη αξία. Είναι οι ίδιοι επιχειρηματίες του εαυτού τους.
Θεμέλιο της μονεταριστικής θεωρίας σύμφωνα με τον Δραγούμη (2010) είναι η άποψη ότι η αύξηση της προσφοράς χρήματος πέρα από τις ανταλλακτικές ανάγκες της  οικονομίας (δηλαδή ένα 3-5% το χρόνο) είναι η αιτία όχι μόνο της ζημιάς που φέρνει ο πληθωρισμός αλλά και του σοκ που προκαλεί η προσπάθεια απότομης θεραπείας του (Δραγούμης, 2010:259).
«Ο μονεταρισμός», σύμφωνα με τον Δραγούμη,  «σε πλήρη αντίθεση με τον Κέυνς, πιστεύει ότι το χρήμα έχει σημασία και ότι οι αρχές που το εκδίδουν πρέπει να γνωρίζουν κάθε στιγμή πόσο από αυτό κυκλοφορεί στο σύστημα και τι επιπτώσεις έχει η απότομη αύξηση αλλά και η απότομη μείωσή του. Τούτο δεν είναι πάντοτε εύκολο. Κατ’ αρχήν υπάρχει διχογνωμία για το τι ακριβώς είναι χρήμα. Τα χαρτονομίσματα που κυκλοφορούν είναι τμήμα απλώς της σύνολης προσφοράς χρήματος, στην οποία περιλαμβάνονται οι καταθέσεις όψεως, τα ομόλογα και οι πωλήσεις επί πιστώσει που μπερδεύουν την εικόνα. Όταν μεγάλο μέρος του πληθυσμού ζει επί πιστώσει ή μάλλον αγοράζει επί χρεώσει, δεν έχει, λένε οι ειδικοί, και πολύ νόημα να μετράει κανείς μόνο τα τραπεζογραμμάτια που κυκλοφορούν (Δραγούμης, 2010:260).
Σύμφωνα με τον Δραγούμη, οι επικριτές του μονεταρισμού ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστα μέσα μετρήσεως της προσφοράς χρήματος και επομένως δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της. Τη δυσκολία αυτή ο Friedman την παρακάμπτει, λέγοντας ότι δεν τον απασχολεί τόσο η απόλυτη αξιοπιστία των δεικτών όσο οι διακυμάνσεις τους που είναι τόσο ενδεικτικές όσο οι διακυμάνσεις ενός θερμομέτρου, όχι απολύτου κατ’ ανάγκην ακριβείας. Για το λόγο αυτό, επιμένει στο δικό του φάρμακο, δηλαδή να μην επιτρέπει ποτέ η κυβέρνηση την αύξηση της προσφοράς χρήματος (κι ας την μετράει όπως θέλει), πέραν ενός ποσοστού 3 έως 5% που είναι η συνήθης αύξηση του ΑΕΠ μέσα σ’ ένα χρόνο (Δραγούμης, 2010:261).
Παραθέτοντας το παράδειγμα της Μεγάλης Κρίσης του 1929 (Δραγούμης, 2010:259-260), ο Friedman υποστηρίζει ότι ο όγκος του κυκλοφορούντος χαρτονομίσματος έπεσε στις ΗΠΑ από το 1929 έως το 1933 κατά το ένα τρίτο, προκαλώντας έτσι τη μεγάλη κρίση η οποία οδήγησε σε συρρίκνωση της ζήτησης, μείωση του εθνικού εισοδήματος των ΗΠΑ κατά 50% έως το 1933, πτώση της συνολικής παραγωγής κατά το ένα τρίτο ενώ η ανεργία εκάλυψε το 25% του ενεργού πληθυσμού. Λόγω της κυριαρχίας των ΗΠΑ στην παγκόσμια οικονομία, η κρίση απλώθηκε γρήγορα σε άλλες χώρες, συνέβαλε στην άνοδο του ολοκληρωτισμού στην Ευρώπη και της στρατιωτικής κλίκας στην Ιαπωνία, ενώ ταυτόχρονα διέδωσε την αντίληψη ότι ο καπιταλισμός είναι αφερέγγυο σύστημα, η αγορά επικίνδυνη παγίδα και η παρέμβαση του κράτους στην οικονομία απολύτως αναγκαία. Έτσι, αντί να περιορισθεί στις διαστάσεις μιας συνήθους αυτοδιορθωτικής εξυγιαντικής αναπροσαρμογής της προσφοράς στη ζήτηση, η Μεγάλη Κρίση της δεκαετίας του ’30 έθεσε σε κίνδυνο την ελεύθερη οικονομία στο σύνολο της, λόγω των πολιτικών της προεκτάσεων και των κακών χειρισμών των αμερικανικών κρατικών και νομισματικών αρχών.



4.3.3.      Bretton Woods
Μια άλλη εκδοχή για την προέλευση του νεοφιλελευθερισμού παρουσιάζει ο Olssen (2006), που αναφέρει ότι o νεοφιλελελευθερισμός ως μοντέλο εξουσίας  προέκυψε από την αναθεώρηση του κλασικού οικονομικού φιλελευθερισμού τη δεκαετία του 1970 στις ΗΠΑ και τη Βρετανία ως απάντηση στον στασιμοπληθωρισμό και την κατάρρευση του συστήματος του διεθνούς εμπορίου και των συναλλαγών, του Bretton Woods, και την κατάργηση των ελέγχων των κεφαλαίων το 1974 στην Αμερική και το 1979 στη Βρετανία (Mishra 1999,  Stiglitz 2002, στο Olssen, 2006:217). Οι πολιτικές αυτές κατέστησαν εξαιρετικά δύσκολο να διατηρηθεί η κεϋνσιανή διαχείριση της ζήτησης. Οι συναλλαγματικές ισοτιμίες έμειναν μετέωρες και οι έλεγχοι κεφαλαίων  καταργήθηκαν, δίνοντας στο χρήμα και στα κεφάλαια την ελευθερία να κινηθούν πέραν των εθνικών συνόρων.
Μακριά από το να αποτελεί μια απαραίτητη διαδικασία που αντικατοπτρίζει τους αναπόφευκτους μεταφορντικούς προσδιορισμούς για την οικονομία, ο νεοφιλελευθερισμός, σύμφωνα με τον Olssen, πρέπει να γίνεται  κατανοητός ως η εσκεμμένη πολιτική όσων βρίσκονται στην εξουσία. Όπως ο Paul Hirst (2000: 179, στο Olssen, 2006:217) αναφέρει, η δημιουργία των αγορών έχει γίνει με συγκεκριμένες πολιτικές. Ήταν η δημόσια πολιτική, όχι οι πιέσεις της αγοράς, η οποία οδήγησε στην απελευθέρωση των αγορών κεφαλαίου και την αφαίρεση του ελέγχου συναλλαγών στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Όπως δηλώνει:
«Αυτό που υποτίθεται ότι είναι μια αναπόφευκτη παγκόσμια  διαδικασία ανοίγματος των αγορών, είναι στην πραγματικότητα  ένα προϊόν  πολιτικής. Ήταν οι ισχυρές οικονομικές και πολιτικές ελίτ και οι κρατικοί αξιωματούχοι των προηγμένων χωρών που διαμόρφωσαν το όραμα της απορυθμισμένης ελεύθερης αγοράς στο παγκόσμιο εμπόριο» (Hirst 2000: 179, στο Olssen, 2006:217).

5.      Σύγκριση κλασσικού φιλελευθερισμού-νεοφιλελευθερισμού
Σύμφωνα με τον Apple (2004:20), «παρά το γεγονός ότι το καθοριστικό χαρακτηριστικό του νεοφιλελευθερισμού βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα κεντρικά δόγματα του κλασικού φιλελευθερισμού, ιδίως του κλασικού οικονομικού φιλελευθερισμού, υπάρχουν καθοριστικές διαφορές ανάμεσα στις δύο ιδεολογίες, όπως αυτές που αναφέρει ο Οlssen (1996, στο Apple, 2004:21): 
α) Ενώ ο κλασσικός φιλελευθερισμός πρεσβεύει μια αρνητική αντίληψη για την κρατική εξουσία ως προς το  ότι το άτομο θα έπρεπε να θεωρηθεί ως  αντικείμενο που πρέπει να απελευθερωθεί από τις παρεμβάσεις του κράτους, ο νεοφιλελευθερισμός πρεσβεύει μια θετική αντίληψη του ρόλου του κράτους στη δημιουργία των κατάλληλων αγορών, παρέχοντας τις συνθήκες, τους νόμους και τους αναγκαίους θεσμούς για τη λειτουργία του.
β) Στον κλασσικό φιλελευθερισμό, το άτομο χαρακτηρίζεται ως έχον αυτόνομη ανθρώπινη φύση και ως ικανό να ασκήσει την ελευθερία. Στον νεοφιλελευθερισμό, το κράτος επιδιώκει να δημιουργήσει ένα άτομο που θα είναι ένας ανταγωνιστικός επιχειρηματίας.
γ) Στο κλασσικό μοντέλο, θεωρητική αποστολή του κράτους ήταν να περιορίσει και να  ελαχιστοποιήσει τον ρόλο του, βασιζόμενο σε αξιώματα όπως ο καθολικός εγωισμός (το ιδιοτελές άτομο), η θεωρία της «αοράτου χειρός» - η οποία υπαγορεύει ότι τα συμφέροντα του ατόμου είναι και  συμφέροντα της κοινωνίας στο σύνολό της - και το πολιτικό απόφθεγμα του laissez-faire.
Κατά τον Foucault, ενώ ο κλασσικός  φιλελευθερισμός απαιτεί από το κράτος να σεβαστεί τη μορφή της αγοράς, στις νεοφιλελεύθερες προσεγγίσεις η αγορά δεν παρέχει  πλέον το αξίωμα του αυτό-περιορισμού του κράτους, αλλά, αντίθετα, αποτελεί την αρχή σύμφωνα με την οποία το κράτος αξιολογείται ή, όπως το θέτει ο Foucault  «ένα είδος μόνιμου οικονομικού δικαστηρίου» (Lemke,2001:198)
Ο Foucault υποστηρίζει  ότι πάνω απ’ όλα, ο κλασσικός φιλελευθερισμός και ο νεοφιλελευθερισμός διαφέρουν σε δύο σημεία. Η πρώτη διαφορά είναι ο εκ νέου ορισμός της σχέσης μεταξύ του κράτους και της οικονομίας. Η νεοφιλελεύθερη αντίληψη αντιστρέφει το πρώιμο φιλελεύθερο μοντέλο, το οποίο στηριζόταν στην ιστορική εμπειρία ενός υπερβολικά ισχυρού και απόλυτου κράτους. Σε αντίθεση με το κράτος στην κλασσική φιλελεύθερη έννοια της ορθολογικότητας, για τους νεοφιλελεύθερους το κράτος ούτε ορίζει ούτε παρακολουθεί την ελευθερία της αγοράς, διότι είναι  η αγορά, πλέον, που αποτελεί και την αυτό-οργανωτική της αρχή και την κανονιστική αρχή η οποία ελέγχει το κράτος. Από αυτή την οπτική γωνία, το κράτος περισσότερο ελέγχεται παρά ελέγχει την αγορά (Διαλέξεις 31-01-1979, 07-02-1979, στο Lemke, 2001:200).

Η δεύτερη διαφορά, κατά τον Foucault, προκύπτει από τη βάση του κράτους.  Η νεοφιλελεύθερη σκέψη έχει ένα κεντρικό σημείο αναφοράς και υποστήριξης, δηλαδή τον homo economicus. Αντιμετωπίζοντας τον κοινωνικό τομέα ως μια μορφή οικονομικού τομέα, οι υπολογισμοί κόστους και ωφελειών με κριτήρια  αγοράς μπορούν να εφαρμοστούν  σε διαδικασίες λήψης αποφάσεων και σε άλλες θεσμικές σφαίρες, π.χ. μέσα στην οικογένεια, στον έγγαμο βίο, στην προσωπική ζωή, κτλ.  Οι επιμέρους οικονομικοί υπολογισμοί σε κάθε θεσμική σφαίρα έρχονται σε έντονη αντίθεση με τον homo economicus  των φιλελεύθερων στοχαστών του δέκατου όγδοου αιώνα. Στην κλασική φιλελεύθερη εκδοχή, η ελευθερία του ατόμου αποτελεί την τεχνική προϋπόθεση για την ορθολογική διακυβέρνηση, και το κράτος δεν μπορεί να περιορίζει την ελευθερία, αν δεν επιθυμεί να θέσει σε κίνδυνο και τα δικά του θεμέλια. Τώρα, ο νεοφιλελευθερισμός στηρίζει την ορθολογικότητα της κυβέρνησης στην ορθολογική δράση των ατόμων. Ωστόσο, το σημείο αναφοράς του δεν είναι πλέον κάποια προϋπάρχουσα ανθρώπινη φύση, αλλά μια τεχνητά δημιουργημένη μορφή συμπεριφοράς. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν θέτει πλέον τη λογική αρχή της  ρύθμισης και του περιορισμού  της κρατικής δράσης, στα πλαίσια μιας φυσικής ελευθερίας που θα πρέπει όλοι να σεβόμαστε,  αλλά αντί αυτού προϋποθέτει μια τεχνητή ελευθερία: την επιχειρηματική και την ανταγωνιστική συμπεριφορά των οικονομικά ορθολογικών ατόμων. Ενώ στην κλασσική φιλελεύθερη αντίληψη, ο homo economicus αποτελεί ένα εξωτερικό όριο και τον απαραβίαστο πυρήνα από τη δράση της κυβέρνησης, στη νεοφιλελεύθερη σκέψη της Σχολής του Σικάγο γίνεται ένα συμπεριφοριακά διαχειρίσιμο ον και συνιστώσα μιας κυβερνησιμότητας που αλλάζει συστηματικά τις μεταβλητές του «περιβάλλοντος», και μπορεί να υπολογίζει στην «ορθολογική επιλογή» των ατόμων (Διάλεξη στο College de France, 28-03-1979, Gordon 1991: 43, Burchell 1991, 1993: 269 – 76, Hindess 1993:307-11,Rose 1996: 50-62, στο Lemke,2001:200).
Αυτό που συνέβη κατά την πορεία από τον κλασσικό φιλελευθερισμό προς τον νεοφιλελευθερισμό, σύμφωνα με τον Olssen (1996), «δεν είναι ότι η σύλληψη της ιδέας του ιδιοτελούς ατόμου  αντικαταστάθηκε ή καταργήθηκε από  νέα ιδεώδη, αλλά ότι σε μια εποχή  καθολικής ευημερίας και κοινωνικής πρόνοιας, οι σοβαρές πιθανότητες για παρασιτική  ραθυμία δημιούργησαν την ανάγκη για νέες μορφές  επαγρύπνησης, επιτήρησης, «αξιολόγησης της απόδοσης» και  μορφών ελέγχου εν γένει. Σε αυτό το μοντέλο,  το κράτος  έχει αναλάβει την αποστολή να μας κρατήσει όλους σε εγρήγορση. Το κράτος θα μεριμνά ώστε ο καθένας μας να δημιουργεί μια «συνεχή επιχείρηση του εαυτού του, ώστε να φαίνεται ότι σαν μια διαδικασία «διακυβέρνησης χωρίς διακυβέρνηση.» (Olssen,1996: 340).

6.      Συμπεράσματα
Συνοψίζοντας, από τις θέσεις των παραπάνω μελετητών προκύπτει ότι κομβικό σημείο στην ιστορία του φιλελευθερισμού αποτέλεσε η δημιουργία της Αυστριακής Σχολής Οικονομικών, αφού η θεωρία του υποκειμενισμού που ανέπτυξε η συγκεκριμένη σχολή αποτέλεσε μια πολύ σημαντική διαφοροποίηση από την κλασσική πολιτική οικονομία. Η μετέπειτα εξέλιξη του φιλελευθερισμού ανέτρεψε τα παγκόσμια παραδεκτά δεδομένα και εισήγαγε καινούργιες αρχές στην κυβερνητική και οικονομική πολιτική, αφού αναθεώρησε τις κλασσικές και παραδοσιακές φιλελεύθερες αρχές που επέμεναν σε ένα «κράτος-νυχτοφύλακα», δηλαδή χωρίς καμία ανάμιξη στην οικονομική πολιτική: Αποδεχόμενοι, πλέον,  την κρατική παρέμβαση,  οι νέο-φιλελεύθεροι πρεσβεύουν ένα κράτος που ενισχύει την ανάδυση νέων αγορών και προστατεύει τον  ανταγωνισμό μέσω  κατάλληλων θεσμών και πολιτικών πρακτικών. Στόχος μιας νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής είναι η μείωση των δημοσίων δαπανών μέσω κατάργησης κρατικών φορέων, η εξοικονόμηση χρημάτων, η ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων και η δημιουργία συνθηκών ανταγωνισμού. Αφετέρου, σχετικά με την ίδια τη λειτουργία του κράτους, οι νεοφιλελεύθεροι υποστηρίζουν ότι αυτή πρέπει να διεκπεραιώνεται με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και σε ανταγωνισμό με τον ιδιωτικό τομέα, δηλ. με όρους εξυπηρέτησης της αγοράς η οποία αποτελεί και τον τελικό κριτή της κρατικής αποτελεσματικότητας.
Και στις δύο θεωρίες είναι προφανής η ομοιότητα ως προς το ενδιαφέρον για την ατομική πρωτοβουλία, όμως στα πλαίσια της ελευθερίας που παρέχεται  υπό τους όρους του κράτους. Πράγματι, σύμφωνα με τον Χάγιεκ (2008:207), ο φιλελευθερισμός  υποστηρίζει μεν την ελευθερία του ατόμου, αλλά πάντα υπό την Αρχή του Νόμου (Rule of Law).  
Ωστόσο, η αρχή του αυτόνομου, ικανού για διαχείριση της ελευθερίας του και προστατευόμενου στον βασικό πυρήνα της επαγγελματικής του δραστηριότητας ατόμου που πρέσβευαν οι κλασσικοί φιλελεύθεροι στοχαστές, αντικαθίσταται τώρα από την αρχή του ανταγωνιστικού επιχειρηματία του οποίου η συμπεριφορά μπορεί να είναι, έως ένα σημείο, προβλέψιμη. Έτσι, οι αξίες που αναδύονται σε κάθε μία από τις δύο θεωρίες είναι από τη μία το «αυτόνομο άτομο» του κλασσικού φιλελευθερισμού και, από την άλλη, ο «διαχειρίσιμος άνθρωπος» (manipulatable man) του νεοφιλελεύθερου μοντέλου.

7.      Βιβλιογραφία

7.1. Ελληνόγλωσση
Δραγούμης Μ., 2010, Πορεία προς τον Φιλελευθερισμό, εκδ. ΚΕ.ΦΙ.Μ.-Παπαζήση.
Χάγιεκ Φ., 2008, Το Σύνταγμα της Ελευθερίας, εκδ. Καστανιώτη

7.2. Ξενόγλωσση
Allais, Stephanie, 2012, Economics imperialism, education policy and educational theory, Journal of Education Policy, 27:2, 253–274.
Apple, Michael, 2004, Creating Difference: Neo-Liberalism, Neo-Conservatism and the Politics of Educational Reform, Educational Policy, 18:1, 12-44.
Avis, James, 2013, Post-Fordist Illusions: knowledge-based economies and transformation, Power and Education, 5:1, 16-27.
Brenner Neil, Peck Jamie, Theodore Nik, 2010, Variegated neoliberalization: geographies, modalities, pathways, Global Networks, 10:2, 182–222.
Larner W., Le Heron R., Neo-liberalizing Spaces and Subjectivities: Reinventing New Zealand Universities,  Organization Articles, 12:6, 843-862.
Lemke, Thomas, 2001, The birth of bio-politics': Michel Foucault's lecture at the Collège de France on neo-liberal governmentality, Economy and Society, 30:2, 190-207.
Olssen & Peters, 2005, Neoliberalism, higher education and the knowledge economy: from the free market to knowledge capitalism, Journal of Education Policy, 20:3, 313-345.
Olssen M., 2003, Structuralism, post-structuralism, neoliberalism: assessing Foucault's legacy, Journal of Education Policy, 18:2, 189-202.
Olssen M., 2006, Understanding the mechanisms of neoliberal control: lifelong learning, flexibility and knowledge capitalism, International Journal of Lifelong Education, 25:3, 213 – 230.

Peters, Μichael, 2003, Education Policy in the Age of Knowledge Capitalism, Policy Futures in Education, 1:2, 361-380.

Δεν υπάρχουν σχόλια: