Σελίδες

Πέμπτη, Μαΐου 19, 2022

O ποντιακός ελληνισμός

 (Δ. Σταύρου, εκπαιδευτικός, υπ. δρ. ΕΚΠΑ)

Ο ποντιακός ελληνισμός έχει τις ρίζες του στον μεγάλο αποικισμό του Εύξεινου Πόντου που ξεκινά τον 8ο αι. π.Χ. με τη Μίλητο της Ιωνίας να ιδρύει τη Σινώπη σε εξαιρετικά στρατηγική θέση εξαιτίας του λιμανιού της και της δυνατότητας ομαλής επικοινωνίας της με τις γύρω περιοχές. Η Σινώπη, με τη σειρά της ίδρυσε το 756 π.Χ την Τραπεζούντα, την Κρώμνη, το Πτέρυον, την Κύτωρο και άλλες φημισμένες πόλεις της περιοχής για την οποία μιλούν ακόμη οι παραδόσεις, οι χοροί και τα τραγούδια των Ποντίων.



Στα βυζαντινά χρόνια, η δυναστεία των Κομνηνών ίδρυσε την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας με πρωτεύουσα την ομώνυμη πόλη του Εύξεινου Πόντου. Η θέση και η μεγάλη απόστασή της από τα άλλα ελληνικά κράτη δεν τη βοήθησε να συνεργαστεί μαζί τους. Οι ιδρυτές και οι διάδοχοί τους, αγωνίστηκαν μόνοι ανάμεσα σε πολλούς εχθρικούς λαούς, την οργάνωσαν οικονομικά και στρατιωτικά και κατάφεραν να την κρατήσουν ελεύθερη 257 χρόνια πριν καταλήξει οριστικά στου Οθωμανούς. Στο διάστημα αυτό, αλλά και στα χρόνια της τουρκοκρατίας που ακολούθησαν, η Τραπεζούντα ήταν το χριστιανικό κέντρο των γύρω από τον Εύξεινο Πόντο ελληνικών πόλεων.

Σταδιακά, και ιδίως μετά τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ και τις πρωτοβουλίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι συνθήκες ζωής των υπόδουλων βελτιώθηκαν και κατόρθωσαν να διοικούνται από εκλεγμένους δημογέροντες, από εφόρους που φρόντιζαν για την εκπαίδευση και από τις επιτροπές των ναών.  Ο ελληνικός πληθυσμός του Πόντου είχε αρχίσει να αυξάνεται κατά πολύ. Οι Έλληνες της περιοχής διακρίνονταν στο εμπόριο και τη ναυτιλία και καλλιεργούσαν τα γράμματα ιδρύοντας ξακουστά σχολεία (όπως το Φροντιστήριο της Τραπεζούντας) και εκδίδοντας εφημερίδες ή βιβλία. Προς την ίδια κατεύθυνση εργάζονταν οι φιλολογικοί σύλλογοι και διάφορα σωματεία. Καθώς η βοήθεια από το ελληνικό κράτος ήταν γενικά περιορισμένη, κάλυπταν μόνοι τους τις δαπάνες των πνευματικών δραστηριοτήτων τους. Αργότερα εγκαταστάθηκαν στις περιοχές αυτές Έλληνες πρόξενοι και εμπορικοί αντιπρόσωποι, οι οποίοι σε συνεργασία με τους κληρικούς υπεράσπιζαν τα συμφέροντα των Ελλήνων.


Όμως, η είσοδος του 20ού αιώνα συνοδεύτηκε από έξαρση του εθνικισμού. Οι μειονότητες θεωρήθηκαν απειλή για την «εθνική ομοιογένεια» και επιδιώχθηκε είτε να αφομοιωθούν είτε να εκδιωχθούν ή να εξαλειφθούν. Με άξονα αυτή τη γενική αρχή κινήθηκαν όλα σχεδόν τα βαλκανικά κράτη, ιδιαίτερα όμως στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οι διώξεις εναντίον των μειονοτικών ομάδων πήραν δραματικό χαρακτήρα.  Έτσι, με πρόσχημα την ασφάλεια του κράτους, οι Νεότουρκοι κατά την περίοδο 1914-1922 εκτόπισαν ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού στη μικρασιατική ενδοχώρα, μέσω των λεγόμενων «Ταγμάτων Εργασίας» («Αμελέ Ταμπουρού»). Στα Τάγματα Εργασίας αναγκάζονταν να υπηρετούν οι άνδρες που δεν κατατάσσονταν στο στρατό. Δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία και στη διάνοιξη δρόμων, κάτω από εξοντωτικές συνθήκες. Οι εκτοπίσεις, η εξάντληση από τις κακουχίες και  οι εκτελέσεις έλαβαν διαστάσεις γενοκτονίας. Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν τις διώξεις ως τμήματα μιας ενιαίας πολιτικής για τη γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής ή γενικότερα των Χριστιανών της Μικράς Ασίας, καθώς  πραγματοποιήθηκαν παράλληλα με γενοκτονίες εις βάρος και άλλων πληθυσμών, όπως των Αρμενίων και των Ασσυρίων.

Όπως αναφέρεται στα αυστριακά διπλωματικά αρχεία "οι εξοντωτικές πορείες - τις λένε εκτοπισμούς για στρατιωτικούς λόγους - γίνονται στα χρόνια 1916-1917 και 1918 γύρω στα Χριστούγεννα, περνούν στον Γενάρη και στον Μάρτη κάποτε, αρκεί να έχει χιόνι ακόμη. Ενώ οι επιθέσεις των ανταρτών - αν αυτό είναι η αιτία των πορειών θανάτου - γίνονται κατά προτίμηση τους θερινούς μήνες, οι κυρώσεις και η αντεκδίκηση γίνεται τον χειμώνα με ένα ως δύο μέτρα χιόνι. Δηλαδή η γενοκτονία μπορεί να περιμένει, γίνεται κατά το μετεωρολογικό δελτίο, πρέπει να έχει πέσει πολύ χιόνι και βαρυχειμωνιά. Επίσης σατανικός είναι και ο τρόπος της ανακοίνωσης ότι τα χωριά πρέπει να εκκενωθούν για στρατιωτικούς δήθεν λόγους. Οι κάτοικοι πρέπει να αιφνιδιασθούν, δεν πρέπει να το γνωρίζουν εγκαίρως για να ετοιμασθούν, να πάρουν τα ζεστά τους παλτά, χρήματα, τρόφιμα".

Από το καλοκαίρι του 1918 διάφορες οργανώσεις των Ελλήνων του Πόντου, τόσο στον Πόντο όσο και στο εξωτερικό, προωθούσαν το αίτημα για την ίδρυση ανεξάρτητου ποντιακού ή ποντοαρμενικού κράτους. Ο Βενιζέλος θεωρούσε την ίδρυση ενός τέτοιου κράτους ανέφικτη, ενώ έκρινε ότι η αποδοχή από την Ελλάδα αυτού του αιτήματος των Ελλήνων του Πόντου θα εξασθενούσε τα αιτήματα της χώρας σε περιοχές γειτονικές προς αυτήν. Αντιθέτως, ο Βενιζέλος ευνοούσε τη στήριξη από τους Έλληνες του Πόντου ενός αρμενικού κράτους, το οποίο φαινόταν λιγότερο ουτοπικό από ένα ποντιακό κράτος και είχε την υποστήριξη τόσο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως όσο και του Αρμενικού Πατριαρχείου.

Τελικά, προκρίθηκε η δημιουργία Ποντοαρμενικής Ομοσπονδίας τον Ιανουάριο του 1920, αλλά η ομοσπονδία, απροστάτευτη από τους Συμμάχους και χωρίς δικό της οργανωμένο στρατό, έπεσε θύμα του εθνικού κινήματος των Νεότουρκων του Μουσταφά Κεμάλ. 

Η Βουλή των Ελλήνων το 1994 ψήφισε την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου.

Πηγές:

·       Νταλέγκρ, Ζ. (2006), Έλληνες και Οθωμανοί 1453-1923, εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος.

·       Ενεπεκίδης, Π.Κ. (1996), Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο. Διπλωματικά έγγραφα από τη Βιέννη (1909-1918), Θεσσαλονίκη.

·       Ηλιάδης, Θ. (2001), Προκόννησος, Παλάτια, Νέα Παλάτια, Κοινότητα Νέων Παλατίων.

·       ΟΕΔΒ, Ιστορία νεότερη και σύγχρονη, Γ’ Λυκείου, Αθήνα 1992.

·       ΙΤΥΕ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ», Ιστορία ΣΤ’ Δημοτικού,  Αθήνα 2021.

·       Βικιπαίδεια, Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, ανακτ. 1-5-2022.

Δεν υπάρχουν σχόλια: