Πέμπτη, Μαΐου 17, 2018

Η ελληνική εκπαίδευση και το Νέο Δημόσιο Μάνατζμεντ


(Άρθρο του Δ. Σταύρου, εκπαιδευτικού)

H διεθνής τάση που εμφανίστηκε στη Δημόσια Διοίκηση κατά τις τελευταίες δεκαετίες, υιοθετούσε τις αρχές της ελεύθερης αγοράς και την εφαρμογή ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων στην οργάνωση και τη λειτουργία του δημόσιου τομέα. Η νέα τάση έχει προσδιοριστεί εννοιολογικά με τον όρο  «Νέο Δημόσιο Μάνατζμεντ».  Το Νέο Δημόσιο Μάνατζμεντ χαρακτηρίζεται από τη φιλοσοφία της μεταρρύθμισης του δημόσιου τομέα προς την κατεύθυνση της αποκέντρωσης και της λειτουργίας με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, και για αυτό η μεταφορά των αρχών του στον χώρο της εκπαίδευσης έχει αποτελέσει αντικείμενο αντιπαραθέσεων και έντονων συζητήσεων. Αναλυτικότερα, τα κυριότερα χαρακτηριστικά του ΝΔΜ στην εκπαίδευση είναι η ενίσχυση της σχολικής αυτονομίας , η εισαγωγή ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων στη διοίκηση των δημόσιων σχολείων,  η τυποποίηση της αξιολόγησης , η ενθάρρυνση και  προώθηση του ανταγωνισμού μεταξύ των σχολείων , η ιδιωτικοποίηση των εκπαιδευτικών υπηρεσιών , η συμμετοχή των γονέων στη σχολική διοίκηση , η ενίσχυση της επαγγελματικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών , και η σύνδεση των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων με συγκριτικές μελέτες και τεστ υψηλών επιδόσεων.

Ειδικότερα, η Σχολική Αυτονομία χωρίζεται στη Διοικητική, Παιδαγωγική και Οικονομική Αυτονομία, με την πρώτη να περιλαμβάνει την αποκέντρωση των διοικητικών ευθυνών στο σχολικό επίπεδο και  ιδιαίτερα στον διευθυντή, τη δεύτερη την παροχή στα σχολεία της δυνατότητας να αποφασίζουν για τις καταλληλότερες εκπαιδευτικές δράσεις, τα περιεχόμενα των αναλυτικών προγραμμάτων και τα συστήματα αξιολόγησης , και την τρίτη να περιλαμβάνει την κατάρτιση του οικονομικού προϋπολογισμού από κάθε σχολείο, και τον ανταγωνισμό με άλλα σχολεία για την προσέλκυση μαθητών.

Στο ΝΔΜ έχει ασκηθεί κριτική, τόσο αρνητική όσο και υποστηρικτική. Όσο αφορά την αρνητική κριτική, πολλοί μελετητές του καταλογίζουν ότι «συγκρούεται με τις αξίες και τους σκοπούς του σχολείου», «επιβάλλει σχέσεις εξουσίας οι οποίες αντιβαίνουν προς τις δημοκρατικές αρχές» , «είναι ξένο προς την προοδευτική εκπαιδευτική σκέψη» , «προάγει τον νέο επιτελεστικό εργαζόμενο ο οποίος είναι μια ασύδοτη οντότητα», διότι «η επιτελεστικότητα παράγει περισσότερη αδιαφάνεια παρά διαφάνεια», ότι «είναι αντίθετο προς την αξία της  φροντίδας η οποία βρίσκεται στην καρδιά της εκπαίδευσης»,  «κρίνει την εκπαίδευση με μετρήσιμο τρόπο, ενώ τα οφέλη της εκπαίδευσης είναι μη μετρήσιμα» και  «καταρρίπτει την εμπιστοσύνη προς τους εκπαιδευτικούς».

Στην υποστηρικτική κριτική προς το ΝΔΜ περιλαμβάνονται επιχειρήματα όπως: «τα σχολεία του μέλλοντος πρέπει να συνεργάζονται με εξειδικευμένους προμηθευτές», «οι νέοι επιχειρηματίες μπορούν να χαράξουν νέα μονοπάτια στην εκπαίδευση» , «η έρευνα, η ανάπτυξη και η καινοτομία είναι προτιμότερο να συμβαίνουν στο τοπικό επίπεδο»  , «οι κρατικοί γραφειοκράτες είναι πιθανόν να λειτουργούν με ιδιοτελή κίνητρα », «είναι προτιμότερο να επιλέγουν οι άνθρωποι (γονείς, μαθητές) τα αγαθά που επιθυμούν οι ίδιοι» , «οι τοπικοί παράγοντες είναι οι καταλληλότεροι να προσαρμόσουν τους εκπαιδευτικούς στόχους σε κάθε διαφορετικό μαθητή και τις ιδιαίτερες ανάγκες του»

Στη χώρα μας, παρατηρούμε ότι η μεγαλύτερη ποσότητα των λόγων σε δηλώσεις κυβερνητικών παραγόντων και σε θεσμικά κείμενα,  είναι συμβατή με τις αρχές του ΝΔΜ όπως παρουσιάστηκε προηγουμένως. Αλλά και στην πράξη, η μεταρρύθμιση βρίσκεται σε εξέλιξη με πολιτικές δράσεις και διαδικασίες όπως η Διοικητική Μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης (με Αναδιάρθρωση των Περιφερειακών Διευθύνσεων, και την κατάργηση των Γραφείων Εκπαίδευσης), το  «Νέο Σχολείο» (με τα Νέα Ευέλικτα Προγράμματα Σπουδών, και την εισαγωγή της αυτοαξιολόγησης ), η Επιλογή Διευθυντών με συμμετοχή των Συλλόγων Διδασκόντων, ο Ενιαίος Τύπος Ολοήμερου Δημοτικού Σχολείου με σχετική Αυτονομία στη σύνταξη του προγράμματος, το  Καθηκοντολόγιο των εκπαιδευτικών και των στελεχών, η Αύξηση των ωρών διδασκαλίας και του αριθμού μαθητών ανά τάξη  , η κινητικότητα των εκπαιδευτικών , η Μηχανογραφική υποστήριξη της Διοίκησης  (με Πληροφοριακά Συστήματα όπως το MySchool, ΠΣΔ, ΙΤΥΕ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ», Ανοιχτή Διακυβέρνηση, Διαύγεια).

Ωστόσο,  παρά την παραπάνω ρητορική της αποκέντρωσης, αλλά και κάποιες προσπάθειες θεσμικού χαρακτήρα, ο συγκεντρωτισμός συνεχίζει να αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Η πολυνομία, η επικάλυψη  αρμοδιοτήτων και οι ασάφειες, δημιουργούν προστριβές και συγκρουσιακό κλίμα, ενώ παρατηρούνται και αρνητικά εκπαιδευτικά αποτελέσματα. Επίσης, η αλλαγή του ελληνικού συγκείμενου κατά τα τελευταία χρόνια, με κύρια χαρακτηριστικά του τη συρρίκνωση του εθνικού εισοδήματος, τη μείωση των δημοσίων δαπανών και τα αυξανόμενα επίπεδα ανεργίας, εν μέσω μιας καταστρεπτικής οικονομικής κρίσης και μιας πρωτοφανούς προσφυγικής κρίσης, διαμορφώνουν ένα έντονο και δύσκολο πλαίσιο για τις εκπαιδευτικές πολιτικές.

Σε κάθε περίπτωση, γίνεται αντιληπτό ότι το σημερινό ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα βρίσκεται ανάμεσα σε διασταυρούμενους και συγκρουόμενους «λόγους», όπως: α) της ρητορικής των αιτημάτων για «ποιότητα» και «αποτελεσματικότητα» που εκπορεύεται κυρίως από διεθνείς οργανισμούς, β) των ήδη συντελεσμένων αλλαγών όπως η αποσυγκέντρωση των φορέων διοίκησης, η αποκέντρωση της επιλογής διευθυντών, το Ολοήμερο Σχολείο, η Ευέλικτη Ζώνη, οι Καινοτόμες Δράσεις, οι απόπειρες για Αξιολόγηση και Αυτοαξιολόγηση, η εφαρμογή της κινητικότητας των εκπαιδευτικών και η συρρίκνωση του εισοδήματός τους και γ) των αμυντικών αντανακλαστικών ενός συγκεντρωτικού συστήματος που κλυδωνίζεται από τις παραπάνω αλλαγές.


Δεν υπάρχουν σχόλια: