Σελίδες

Τρίτη, Μαΐου 12, 2026

Γνωρίστε την Ταρσώ ...

 


«Καταγόταν από την Άνδρο και έζησε στην Αττική μέχρι το 1989.

Κοιμόταν στα χωράφια, με βρόμικα ρούχα, έτρωγε υποβαθμισμένο φαγητό, δεν είχε δεκάρα, φόρεσε γυαλιά (χωρίς να έχει πρόβλημα όρασης) και κάλυψε τη μύτη της μ' ένα μαύρο πανί για να κρύβει την ομορφιά της.

Αρνήθηκε ακόμα και το καλό της όνομα και έκανε την τρελή, αποκτώντας κοινωνικό στίγμα για όλη της τη ζωή.

Η συμπεριφορά της ήταν ηθική, αλλά όχι "καθώς πρέπει".

Απέρριψε όλα τα περιττά και έγινε και δασκάλα πολλών.

Ήθελε να φύγει μακριά από τους ανθρώπους και την οικογένειά της, ποθούσε τη μόνωση και την ελευθερία.

Παρά το νεαρό της ηλικίας της, σκεπτόταν και μιλούσε για την άλλη ζωή, προσευχόταν για τους νεκρούς συγγενείς της και μάλιστα συζητούσε μαζί τους.

Συχνά φορούσε ένα λευκό χιτώνα και επίσης λευκό μαντήλι και έφευγε πολλές φορές προς άγνωστη κατεύθυνση, χωρίς κανένα φόβο.

Φορούσε πάντοτε παλιά παπούτσια και όταν της έδιναν κάποιο καινούργιο ζευγάρι φρόντιζε να τα "περιποιηθεί" καταλλήλως, κτυπώντας τα επίμονα με μια πέτρα για να τα κάνει όπως ήθελε αυτή.

Το 1942, οι δικοί της την πήγαν «με το ζόρι» στους ψυχιάτρους.

Eκείνοι διέγνωσαν σχιζοφρένεια. Κατά τη γνώμη τους,  η Ταρσώ είχε πειστικά ευρήματα αυτής της ψυχοπαθολογίας.

Ισχυριζόταν ότι άκουγε φωνές κεκοιμημένων, είχε το στοιχείο της επιμονής και "άλογης" φυγής από τις κοινωνικές σχέσεις, ζητούσε τη μόνωση.

Οι ψυχίατροι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τις πνευματικές αφετηρίες της παθολογικής συμπεριφοράς.

Την υπέβαλαν σε μια χειρουργική επέμβαση, που συνηθιζόταν εκείνη την εποχή.

Έκαναν δύο τρύπες στο κρανίο της, στη θέση των κροτάφων, δεξιά και αριστερά, αλλά χωρίς κανένα θεραπευτικό αποτέλεσμα, ούτε εξάλλου βλαπτικό των διανοητικών και ψυχικών της λειτουργιών.

Πάντως με τη χειρουργική αυτή ψυχιατρική επέμβαση, η Ταρσώ χαρακτηρίστηκε "επίσημα" ως τρελή.

Ήταν δύο φορές "τρελή".

Μία φορά κατά κόσμο, σύμφωνα με την ψυχιατρική διάγνωση.

Και μια φορά κατά Χριστόν.

Ήταν έτσι περιχαρακωμένη στην έσχατη ταπείνωση.

Σε αυτήν την κατάσταση, "δεν ήταν τίποτε, δεν είχε τίποτε".

Ίσως γι' αυτό αργότερα έλεγε συχνά : "Μου τα πήραν όλα. Μου πήραν εκατομμύρια και δεν έχω τίποτα".  

Το 1944, στον Εμφύλιο, ενώ όλοι οι άνθρωποι ήσαν κλεισμένοι στα σπίτια τους, η Ταρσώ εξακολουθούσε να φεύγει ντυμένη στα άσπρα.

Ένα βράδυ κάποιοι κτύπησαν το κουδούνι στην πόρτα της αδελφής της – εκείνη έμενε στα Εξάρχεια, στους πρόποδες του λόφου Στρέφη, όπου είχαν ανοίξει χαρακώματα οι αριστεροί και κατείχαν τον λόφο.

Η Ταρσώ έμενε με τους γονείς της, στο σπίτι τους, πίσω από το πρώτο νεκροταφείο στην Γούβα.

Έντρομη η αδελφή της, που ήταν μόνη με τα τρία της μικρά παιδιά, άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε μια ομάδα από ένοπλους αριστερούς, με γενειάδες, που την ρώτησαν αν έχει μια αδελφή με το όνομα Ταρσώ Ζαγοραίου.

Η αδελφή της τρόμαξε, νομίζοντας ότι είχε πάθει κάτι η Ταρσώ.

Ο ένας από του ένοπλους άντρες, που φαινόταν και επικεφαλής, παραμέρισε τότε τους άλλους και έκανε τόπο στην Ταρσώ να περάσει και να μπει στο σπίτι.

Στη συνέχεια λέει στην αδελφή της : "Ποια είναι αυτή που περνάει ατρόμητη μέσα από τις σφαίρες και καμιά σφαίρα δεν την αγγίζει;".

Αυτή η παράδοξη εξωτερικώς και θεία εσωτερικώς κατάσταση της μακαρίας Ταρσώς είχε φέρει σε πλήρη αμηχανία τους δικούς της, οι οποίοι πλέον δεν ήξεραν τι να σκεφτούν και τι να κάνουν.

Η αγαπημένη τους Ταρσώ, αν και είχε έναν διαφορετικό από αυτούς τρόπο ζωής, ήταν τόσο προσηνής και υπάκουη, ώστε δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάθε κίνηση που γινόταν "για το καλό της", εκ μέρους των άλλων.

Είδαμε ότι δεν αντέδρασε στο συνοικέσιο που της έκαναν, αλλά και υπέμεινε στο πραγματικό μαρτύριο της αδικαιολόγητης λοβοτομής.

Για τον λόγο αυτό η μητέρα της Ταρσώς σκέφτηκε να συνοδεύσει την κόρη της και να φιλοξενηθούν για κάποιο διάστημα στη Μονή της Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης στην Κερατέα, μήπως γίνει το θαύμα και "θεραπευθεί" η Ταρσώ.

Έτσι κάποια μέρα του 1949, την πήρε, απογοητευμένη από κάθε ανθρώπινη βοήθεια και την έφερε, χωρίς να το γνωρίζει, στο οριστικό στάδιο της αθλήσεώς της.

Κάθε φορά που η αρμόδια μοναχή πήγαινε να την ξυπνήσει νύχτα, στην ώρα του κανόνα, την έβρισκε πάντα όρθια να προσεύχεται.

Μετά από λίγες μέρες διαπίστωσαν οι αδελφές ότι δεν ξάπλωνε στο κρεβάτι για να κοιμηθεί ούτε την ώρα της αναπαύσεως, αλλά κοιμόταν καθιστή.

Στον κόπο της νύκτας πρόσθετε και αυτόν της ημέρας.

Εκτός από το παραπάνω διακόνημα ανέλαβε να κουβαλά νερό από την Ζωοδόχο Πηγή, 100 μέτρα από τον ξενώνα της Μονής, για τις ανάγκες των εξωτερικών αδελφών.

Μετά από καιρό άρχισε να συμπεριφέρεται και να μιλά παράξενα, σε σημείο που παρεξηγείτο.

Άρχισε να κοροϊδεύει και να επιτιμά τους ανθρώπους και περισσότερο τους ξένους που επισκέπτονταν τη Μονή.

Οι μοναχές, βλέποντας όλα αυτά της είπαν να φύγει από τον Ξενώνα, όπου είχε μείνει περίπου δύο χρόνια.

Έτσι, χωρίς πάλι να το επιδιώξει, βρέθηκε χωρίς κελί, μη έχοντας "που την κεφαλή κλίνη". Εγκαταστάθηκε έξω από την νότια είσοδο της Μονής, στα χωράφια, όπου υπήρχαν τα μαντριά της Μονής και κάποια χαλάσματα.

Από τότε, μέχρι το 1988, έμενε εκεί, στο ύπαιθρο ή σε καλύβες από χορτάρια, που τις έστηνε και τις χαλούσε μόνη της.

Τα πρώτα χρόνια, δεν είχε σταθερό μέρος να μένει και περιφέρετο μέσα στα χωράφια και στα βουνά.

Αργότερα, στη δεκαετία 1970-1980 επιδιόρθωσε τα χαλάσματα που αναφέραμε, τελείως μόνη της, κουβαλώντας τσιμεντόλιθους και σκεπάζοντάς τα με νάιλον και τσίγκους, όταν πλέον είχε αρχίσει να γερνά και είχε ανάγκη από κάποια σταθερή στέγη.

Κανείς δεν ήξερε που κοιμόταν και που εύρισκε υπόστεγο στις μεγάλες βροχές και στις κακοκαιρίες.

Πολλές φορές ωστόσο, την είδαν μέσα στη βροχή να κάθεται στο ύπαιθρο, κρατώντας μία λαμαρίνα πάνω από το κεφάλι της.

Πολλές φορές επίσης, έβγαινε και έξω από την ακτίνα του χώρου της Μονής και περπατούσε στις κωμοπόλεις της Κερατέας και του Μαρκόπουλου και επισκεπτόταν διάφορα σπίτια.

Αυτό ανησυχούσε πολύ την Ηγουμένη Ευφροσύνη, επειδή πίστευε ότι ήταν επικίνδυνο για μια γυναίκα να γυρίζει μόνη της τις νύχτες.

Γι' αυτό μια μέρα τη φώναξε και της είπε να μη φεύγει μακριά από το Μοναστήρι, γιατί διαφορετικά θα την έδιωχνε.

Υπάκουσε η Ταρσώ στην Ηγουμένη και από τότε δεν ξαναβγήκε από την περιοχή της Μονής.

Με τον τρόπο αυτό, τον ασκητικό και ησυχαστικό, διαμόρφωσε ανάλογα την εξωτερική της εμφάνιση και αργότερα το ερημικό κελί της.

Ποτέ δεν κοιμήθηκε ξαπλωμένη.

Στην αρχή φορούσε μαύρο ράσο αλλά φρόντιζε να φαίνεται παλιό.

Το έραβε μόνη της, με τεράστιες φαρδιές τσέπες για να βάζει τα βιβλία της προσευχής.

Καθώς προχωρούσαν τα χρόνια, η ενδυμασία της προσαρμόζετο πλέον στην ψυχολογία και το πνεύμα της σαλότητος, εγίνετο ρυπαρή και κακόγουστη, μέχρι αστεία.

Άλλοτε φορούσε μια ξεσκισμένη βρώμικη πουκαμίσα (κάποτε λευκή), μακρύτερη από το, κάποτε μαύρο φόρεμα - ζωστικό, η οποία είχε ραμμένη μια τεράστια εσωτερική τσέπη, τέτοια που να χωρά ότι είχε και δεν είχε, αυτή που τίποτα δεν είχε.

Από πάνω, προσπαθώντας μάταια να ζεσταθεί το χειμώνα, έβαζε 3-4 αδιάβροχα νάιλον, το ένα πάνω στο άλλο και στους ώμους ένα καφετί προσόψι, με επιτήδεια ραμμένη κορδελίτσα, σαν μπέρτα.

Φρόντιζε ιδιαίτερα να κρύβει το ωραίο πρόσωπό της, από τα νιάτα της, και ιδιαίτερα τώρα, στην άσκησή της, τα ωραία μάτια της, που αν τα πρόσεχες κάποιες φορές έδειχναν σαν ένα κομμάτι διαμαντένιου ουρανού.

Φορούσε στα μάτια της γυαλιά με χοντρούς φακούς, τα οποία στήριζε γύρω στο κεφάλι της με σύρμα.

Όταν ήταν νέα, κάποιος άνδρας, που είχε επισκεφθεί το Μοναστήρι, θαύμασε τα μάτια της και τον άκουσε να λέει πως έχει ωραία μάτια.

Τότε αυτή πήγε στο Μοναστήρι, πήρε ένα ζευγάρι γυαλιά με χοντρούς φακούς και τα φόρεσε, με αποτέλεσμα να χαλάσει την όρασή της.

Επίσης τα κάλυπτε την μύτη της με μια μαύρη κορδέλα, την οποία είχε η ίδια επιμεληθεί για να κρύβει το πρόσωπό της, γιατί κάποιος της είχε πει ότι έχει ωραία μύτη.

Την κορδέλα αυτή την έβγαλε από το πρόσωπό της όταν άρχισε να γερνά.

Φρόντιζε επίσης να έχει σκυμμένο συνεχώς το κεφάλι της, κάτω στο χώμα.

Όπως η ίδια είχε πει, "το καφετί χρώμα είναι το χρώμα μου".

Εξάλλου, τα παπούτσια της ήταν τρυπητά, λαστιχένια (πάντοτε όμως παλιά), δεμένα με σκουριασμένο σύρμα και επίσης πάντοτε παράταιρα.

Οι διαστάσεις του κελιού της δεν επέτρεπαν ένα ανθρώπινο κρεβάτι.

Μόνο σκυφτός ή καθιστός χωρούσες μέσα. Άλλωστε σαράντα πέντε χρόνια δεν κοιμήθηκε ξαπλωμένη.

Μόνο όταν χρειάστηκε να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο δύο φορές, κοιμήθηκε σε κρεβάτι με κάποιες τύψεις για την «πολυτέλεια».

Το εσωτερικό του κελιού της ήταν εντελώς ακατάστατο.

Εκεί υπήρχαν μπόγοι ανοιγμένοι, που έχασκαν χυμένα κάποια παλιόρουχα ή κουβέρτες κουβαριασμένες, ντενεκάκια από κονσέρβες για τις γάτες, σκουπίδια διάφορα και μικροπράγματα άχρηστα.

Όλα αυτά σχημάτιζαν ένα σωρό ετερόκλητων πραγμάτων που, στο σύνολό τους, θύμιζαν σκουπιδότοπο.

Στη γωνιά του κελιού της, υπήρχε ένας μεγάλος πάγκος.

Ένας – δύο τσιμεντόλιθοι και ένα στραβωμένο σακί τσιμέντο που πέτρωσε από την βροχή, ήταν τα καθίσματά της.

Στα νιάτα της κούρνιαζε σαν σκυλί, δίπλα σε θάμνους και στα γεράματά της, συνήθως την εύρισκες καθιστή σε αυτόν τον πάγκο, με το κεφάλι γερμένο.

Ακόμη και όταν, τον τελευταίο χρόνο, την πήραν στο γηροκομείο του Μοναστηριού, την εύρισκαν να περνά τη νύχτα σε ένα πεζούλι, έξω στην βροχή.

Η τροφή της ήταν πάντοτε λιγοστή.

Ο κανόνας της στο φαγητό φάνηκε και στις τελευταίες της μέρες στο Κ.Α.Τ.

Έκανε υπακοή να δεχθεί σούπα, αλλά όταν επέμεναν να συνεχίσει, αρνήθηκε.

"Έφαγα, έφαγα, τέσσερις κουταλιές". Αυτό ήταν το όριό της.

Η αδελφή Μαρίνα, από την Μονή, της έφερνε το μεσημβρινό φαγητό της, που το χώριζε στα δύο για να δειπνήσει με δυο μπουκιές το βράδυ.

Στην περίπτωση που η καλή Μαρίνα έλειπε για δουλειές εκτός της Μονής, δεν είχε την έγνοια της κανένας άλλος.

Φαίνεται ότι κάποιες φορές έμενε ολόκληρη εβδομάδα νηστική, μέχρι αν επιστρέψει εκείνη από τις δουλειές της.

Της έφερναν μερικές φορές καλομαγειρεμένο φαγητό. Απαντούσε : "Μα καλά, το κοσμικό φαγητό είναι καλύτερο;".

Άλλοτε, της πήγαν μια πολύ καλή μερίδα ψάρι.

Αυτή το καθάρισε και τόδωσε στα γατιά. Της λέει η αδελφή: "μα τι κάνεις; Τι θα φας; Φάε ευλογημένη εσύ το ψάρι και δώσε στα γατιά τα κόκαλα". Και η απάντηση : "μα καλά, εσύ αποφάγια τρως στο Μοναστήρι; Πως θα φάνε τα γατιά τα αγκάθια (κόκαλα);" Με την ίδια στοργή, τάιζε και τα ποντίκια του κελιού της, με μικρά κομματάκια ψωμί. "Θέλουν να φάνε και αυτά", έλεγε.

Μια φορά βρήκε κοντά στην θάλασσα ένα κοκαλιάρικο γαϊδουράκι, που έπρεπε να το είχαν εγκαταλείψει γέρικο πολύ για να πεθάνει.

Το πήρε, το έφερε στο κελί της και το τάιζε με ψωμί, όσο καιρό έζησε.

Όντως, η πραγματική της τροφή, αυτή που την χόρταινε, ώστε να λησμονεί την υλική τροφή, ήταν η πνευματική.

Αυτό το νόημα είχε ασφαλώς η απάντησή της στην πρόθυμη επισκέπτρια να της φέρει ότι φαγητό θα επιθυμούσε:

- Τι να σου φέρω Ταρσώ να φας;

- Εσύ θα μου φέρεις να φάω; Εμένα μου φέρνει ο αξιωματικός (ο άγγελος) και η Μαρία!»

-------------------------------------------------------------------------------

Η Οσία Ταρσώ η διά Χριστόν σαλή (κατά κόσμον Ταρασία Ζαγοραίου, 1910-1989) δεν είναι ακόμη ευρέως καταχωρημένη στα επίσημα εορτολόγια της Εκκλησίας με καθορισμένη ημερομηνία μνήμης.
Ωστόσο, η μνήμη της τιμάται ιδιαιτέρως:

  • Στην Άνδρο, από όπου κατάγεται.
  • Την ημέρα της κοίμησής της που έγινε στις 23 Δεκεμβρίου 1989.

 

Πηγές:

Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ ΤΑΡΣΩ 1910 -1989: https://www.youtube.com/watch?v=h2eVj_hd2Zk&list=PLt3ZYfrIKPJHTmK3Dknn0MhWWEbClrZfk

 

Ταρσώ, η τρελή για το Χριστό: ελεύθερη, ακατανόητη και αγία!...: https://o-nekros.blogspot.com/2010/09/blog-post_6117.html

 

ΤΑΡΣΩ – η διά Χριστόν σαλή: https://www.escapemedia.gr/orizontes-texnis/tarso-i-dia-xriston-sali/

Δεν υπάρχουν σχόλια: