Σελίδες

Τρίτη, Απριλίου 25, 2023

Ποτέ πια Πτώχευση (Μπήτρος Γ., 2015, εκδ. επίκεντρο)

 


Ένα σημαντικό βιβλίο του καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας Γιώργου Μπήτρου, που υπογράμμιζε (το 2015) πως οι προσπάθειες που κατέβαλαν οι κυβερνήσεις της δεκαετίας του 1990 για νοικοκύρεμα των δημόσιων οικονομικών και την ένταξη της χώρας μας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) της Ευρώπης αποδείχθηκαν εφήμερες, αφού τα δημοσιονομικά ελλείμματα από το 2002 μέχρι το 2009 ξέφυγαν από κάθε έλεγχο και περιήλθαμε για μια ακόμη φορά υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο.

Πέντε χρόνια αφότου περιήλθαμε υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο το 2010, τα μέτρα λιτότητας που συνεχίζουν να λαμβάνουν είναι ανεπαρκή για να μας βγάλουν από το πολυεπίπεδο αδιέξοδο στο οποίο έχουμε περιέλθει. Την ίδια στιγμή που οι ελληνικές κυβερνήσεις αρνούνται να προχωρήσουν στις απαραίτητες δομικές μεταρρυθμίσεις, τις οποίες άλλες χώρες, στην ίδια ή περίπου στην ίδια κατάσταση, έκαναν και ήδη βγήκαν από τα αποκαλούμενα «μνημόνια», η κυβέρνηση που μόλις εκλέχθηκε (σσ. Σύριζα) ολιγωρεί, και αντί να προχωρήσει αποφασιστικά σε μια εκ βάθρων αναδόμηση της οικονομίας, χαϊδεύει τα αυτιά των πολιτών με ανέφικτες υποσχέσεις στα πλαίσια του ανελεύθερου, διεφθαρμένου και αντιαναπτυξιακού υποδείγματος που επικράτησε ιδιαίτερα μετά το 1974.

Τις τρεις τελευταίες δεκαετίες βρίσκονται σε εξέλιξη τέσσερις τουλάχιστον παγκόσμιες τάσεις, έναντι των οποίων εμείς ως χώρα δείξαμε προκλητική αδιαφορία. Έχουν να κάνουν: Πρώτον, με τη διεθνοποίηση των κοινωνιών και των οικονομιών. Δεύτερον, με την ανακατανομή του πλούτου, και συνεπώς της δύναμης, από τις χώρες της Δύσης στις χώρες της Ανατολής. Τρίτον, με τις ανακατατάξεις στον χώρο της γεωπολιτικής και των υπερδυνάμεων, και, τέταρτον, με την ψηφιακή επανάσταση, η οποία προάγει με ταχύτατους ρυθμούς την επαναφορά της διακυβέρνησης στον έλεγχο των πολιτών.

Σήμερα η οργάνωση της δημοκρατίας είναι πολλαπλώς προβληματική, κυρίως διότι τα κόμματα:

·       Λειτουργούν ως μεγάλες επιχειρήσεις οι οποίες προσβλέπουν στην εκμετάλλευση της εξουσίας επ’ ωφελεία κυρίως των μελών τους.

·       Βοηθούμενα από μεγάλη, σπάταλη και ανεξέλεγκτη γραφειοκρατία περιορίζουν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και τον χώρο ελευθερίας των ατόμων.

·       Σε περιόδους κρίσεων, φορτώνουν στις αγορές τις δικές τους αποτυχίες προκειμένου να επεκτείνουν τους κρατικούς ελέγχους και να επωφεληθούν.

Οι πολίτες έχουν σύμμαχο την ψηφιακή τεχνολογία, χάρις στην οποία πολύ σύντομα θα γίνει εφικτή η ιδέα της Ηλεκτρονικής Πνύκας (επισήμανση δική του) σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Είναι η προσδοκία της Ψηφιακής Άμεσης Δημοκρατίας (ΨΑΔ) μια απλή ευχή ; Εκτιμώ πως όχι, διότι βασίζεται σε ευδιάκριτες και ευνοϊκές τάσεις τόσο από την πλευρά της ζήτησης που εκδηλώνουν τα άτομα για συμμετοχή στα κοινά, όσο και από την πλευρά της προσφοράς δυνατοτήτων μέσα από τις επαναστατικές αλλαγές στον τομέα της ψηφιακής τεχνολογίας. Προς επιβεβαίωση αυτών των προοπτικών, αρκούν οι διαπιστώσεις ότι:

·       Οι διαδικασίες διαβούλευσης επί θεμάτων δηόσιου ενδιαφέροντος, και όχι μόνο, προάγουν ραγδαία το εφικότ της ηλεκτρονικής δημοκρατίας (e-Democracy).

·       Οι τεχνολογίες της κρυπτογραφίας και της αυθεντικοποίησης της ταυτότητας των ατόμων βελτιώνονται ταχύτατα, οπότε αργά ή γρήγορα η λήψη αποφάσεων μέσω συστημάτων ηλεκτρονικής ψηφοφορίας (e-Voting) θα φθάσει σε ικανοποιητικά επίπεδα ασφάλειας. Και, τέλος,

·       Οι υψηλοί ρυθμοί με τους οποίους διάφορες κυβερνητικές δραστηριότητες μεταφέρονται στο διαδίκτυο εγγυώνται ότι η ηλεκτρονική διακυβέρνηση (e-Government) θα καταστεί σύντομα ο κυρίαρχος τρόπος διεξαγωγής του κυβερνητικού έργου.

Οι παγκόσμιες τάσεις οδηγούν σε ένα νέο πρότυπο οργάνωσης της κοινωνίας και της οικονομίας, στο οποίο το έθνος-κράτος θα επικεντρώνεται σε δραστηριότητες χωρίς τις οποίες είναι αδύνατο να διατηρηθούν οι ατομικές ελευθερίες και να προχωρήσουν ο καταμερισμός της εργασίας, η συσσώρευση φυσικού και ανθρώπινου κεφαλαίου, και η παραγωγή υλικού πλούτου. Αυτές οι δραστηριότητες έχουν να κάνουν με τη διαμόρφωση του κατάλληλου νομικού πλαισίου για την άσκηση των περιουσιακών δικαιωμάτων, την τήρηση της τάξης, την παροχή συλλογικών αγαθών και επιδοτήσεων για εξωτερικότητες στην παραγωγή και στην κατανάλωση, την παροχή ενός δικτύου ασφαλείας για όσους κακοτυχούν στη ζωή για απρόβλεπτους λόγους, την εποπτεία του ανταγωνισμού σε κλάδους που χρησιμοποιούν δίκτυα, και τις εξωτερικές και διεθνείς σχέσεις. Επομένως, το ζητούμενο για κάθε χώρα είναι πώς να προσαρμοστεί στο αναδυόμενο πρότυπο έθνους-κράτους για να μην μείνει πίσω.

Στις 25 Μαρτίου 1998, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕπ) ανακοίνωσε ποιες χώρες πληρούσαν τα κριτήρια της συνθήκης (του Μάαστριχτ) και θα εισέρχονταν πρώτες στη Ζώνη του Ευρώ ή την Ευρωζώνη, όπως αποκλήθηκε. Αυτές ήταν: Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Πορτογαλία και Φινλανδία. Η Μεγάλη Βρετανία, η Δανία και η Σουηδία, αν και ικανοποιούσαν τα κριτήρια της ΣΜ, επέλεξαν να μην υιοθετήσουν το κοινό νόμισμα, ενώ για την Ελλάδα η ΕΕπ επιφυλάχθηκε να επανεξετάσει την είσοδό της αργότερα, μετά από ικανοποιητική προσέγγιση στα κριτήρια της συνθήκης. Έτσι, το Ευρώ έγινε το ενιαίο νόμισμα της ΕΕ, υποκαθιστώντας τα επιμέρους εθνικά νομίσματα των 11 χωρών στις ισοτιμίες που καθορίστηκαν. Εν συνεχεία, με την είσοδο της Ελλάδας το 2001 και αρκετών άλλων χωρών κατά τα χρόνια που ακολούθησαν, η Ευρωζώνη αποτελείται σήμερα από την Αυστρία, το Βέλγιο, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ελλάδα, την Εσθονία, την Ισπανία, την Ιταλία, την Ιρλανδία, την Κύπρο, τη Λετονία, το Λουξεμβούργο, τη Μάλτα, την Ολλανδία, την Πορτογαλία, τη Σλοβακία, τη Σλοβενία, τη Λιθουανία και τη Φινλανδία.

Ο μηχανισμός της ΕΚΣ (Εταιρική Κοινωνική Σχέση) συνιστούσε ένα είδος διαπραγμάτευσης μεταξύ των θεωρούμενων ως «κοινωνικών εταίρων» προκειμένου, μέσω της εθελοντικής συνεργασίας εργατικών ενώσεων και επιχειρήσεων, να αποφεύγονται οι ταξικές συγκρούσεις. Σε συνδυασμό με το κοινωνικό αίσθημα της κάλυψης των αδυνάτων από το κράτος, που ήταν κατάλοιπο των πολιτικών πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οδήγησε στην άνοδο του κράτους κοινωνικής πρόνοιας στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Το αποτέλεσμα ήταν οι αγορές εργασίας να χάσουν την ευελιξία τους, να στεβλωθούν τα κίνητρα των ατόμων για ανεύρεση επικερδών ευκαιριών άσκησης των επαγγελμάτων τους και έντασης της εργασιακής τους προσπάθειας, και το κράτος να ξαναγίνει κύριος ρυθμιστής της πορείας των ευρωπαϊκών οικονομιών, αφού, σύμφωνα με τον Swann (1992a: 10, 1992b: 11), οι δημόσιες δαπάνες στα πέντε μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη το 1984 ανέρχονταν κατά μέσο όρο στο 46,1% του ΑΕγΠ και ήταν σε σημαντικό βαθμό καταναλωτικές.

Συνοψίζοντας, τα αποτελέσματα των συνθηκών για την ΕΕΑ (Ενιαία Ευρωπαϊκή Αγορά) και την ΟΝΕ ήταν διαφορετικά για τα κράτη-μέλη. Κάποια βελτίωσαν τις επιδόσεις τους, ενώ κάποια άλλα υστέρησαν. Στις χώρες του Βορρά, όπου το κράτος πρόνοιας ενσωμάτωσε κίνητρα για τα άτομα να αναζητούν απασχόληση, ενίσχυσε την κινητικότητα των εργαζομένων και υποκατέστησε τα επιδόματα ανεργίας με την μετεκπαίδευση και τη βραχυχρόνια απασχόληση, τα θετικά αποτελέσματα της οικονομικής ένωσης ήταν μεγαλύτερα από ό,τι στις χώρες του Νότου, οι οποίες είναι εγκλωβισμένες στην πίεση των ομαδοποιημένων συμφερόντων (σς. μακρο-φορείς). Στο προσεχές διάστημα το κύριο πρόβλημα της ΕΕ θα βρίσκεται στην έλλειψη δημοσιονομικής πειθαρχίας, ώστε να ικανοποιούνται κριτήρια όπως αυτά της ΣΜ (Συνθήκη του Μάαστριχτ). Οι πολιτικοί στα κράτη-μέλη, λίγο ή πολύ, προσπαθούν να επιλύουν τα οξυμένα δημοσιονομικά προβλήματα με δανεισμό (σς. τεχνολογία μεγα-φορέων) για να μην αυξήσουν τους φόρους ή να μειώσουν τις δαπάνες, με απώτερο σκοπό τη νομή της εξουσίας. Πρόκειται για μια αθεράπευτη αδυναμία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (σς. θεσμική στέβλωση), η οποία αποδείχθηκε επώδυνη στην περίπτωση των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου.

Σε κάποιο βαθμό, οι αντιστάσεις των διακυβερνητικών στην πολιτική ενοποίηση δεν αποκλείεται να καλλιεργούνται από τα κόμματα και τους πολιτικούς που δραστηριοποιούνται στα επιμέρους κράτη-μέλη. Ο λόγος είναι ότι, αφού η εν λόγω διαδικασία περιορίζει εγγενώς τις δυνατότητές τους να χρησιμοποιούν διάφορες αδιαφανείς διαδικασίες (π.χ. προνόμια στους υποστηρικτές τους, ευνοιοκρατικές εξυπηρετήσεις, κτλ), δεν έχουν κανένα λόγο να είναι υπέρ της πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ.

Η διαμάχη μεταξύ φεντεραλιστών και διακυβερνητικών έχει οδηγήσει σε δύο σημαντικές στρεβλώσεις. Αυτές είναι αφενός η δημιουργία πολυπληθών θεσμών, κάποιοι από τους οποίους ικανοποιούν την προσέγγιση των φεντεραλιστών (π.χ. η Επιτροπή), ενώ κάποιοι άλλοι ικανοποιούν τις θέσεις των διακυβερνητικών (π.χ. το Συμβούλιο), και αφετέρου η σύγχυση που παρατηρείται στον διαχωρισμό των λειτουργιών της ΕΕ μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας.

Προβάλλουν τρία ερωτήματα: Πρώτον, στη νέα αυτορρυθμιζόμενη τάξη πραγμάτων που διαμορφώνεται σε διεθνές και σε εθνικό επίπεδο, ποιος θα είναι ο ρόλος του έθνους-κράτους ; Δεύτερον, σε σύγκριση με το πρότυπο το οποίο αναδύεται από τις παγκόσμιες εξελίξεις, που βρισκόμαστε στην Ελλάδα ; Και, τέλος, τρίτον έχουμε ως χώρα τη δυνατότητα σύγκλισης, και εάν ναι, πώς ;

Κάθε φορά που κάποιο άτομο εκτελεί μια δραστηριότητα κατ’ εντολή και για λογαριασμό κάποιου άλλου ατόμου ή ατόμων αναφύεται ένα πρόβλημα το οποίο στα οικονομικά είναι γνωστό ως πρόβλημα της αντιπροσώπευσης (Agency problem). Αυτό συνίσταται στο ότι, σε σχέση με τον εντολοδόχο (Agent), ο εντολέας (Principal) έχει λιγότερες γνώσεις και εμπειρία, με αποτέλεσμα να υπάρχει ασυμμετρία στην πληροφόρηση μεταξύ τους και να χρειάζεται κάποιος μηχανισμός για να συμβιβάζονται τα συμφέροντά τους με τη μεγαλύτερη δυνατή αποτελεσματικότητα.

Ο μηχανισμός που μεσολαβεί στον ιδιωτικό τομέα είναι ο μηχανισμός των τιμών ή της αγοράς. Αυτός αντιμετωπίζει μεν το πρόβλημα της αντιπροσώπευσης, ουσιαστικά παρακάμπτοντάς το, αλλά δεν τα καταφέρνει γενικά τόσο καλά όσο θα επιθυμούσαμε. Ο λόγος είναι ότι, εξαιτίας μερικών συγκεκριμένων δυσπλασιών που αναπτύσσονται σε ορισμένες μορφές αγορών, ο εν λόγω μηχανισμός αδυνατεί να προσδιορίσει τιμές οι οποίες να είναι σωστές από ιδιωτική και κοινωνική άποψη. Έτσι, οδηγούμαστε σ’ αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «αποτυχίες της αγοράς».

Στον δημόσιο τομέα, o μηχανισμός που μεσολαβεί είναι η κυβέρνηση. Η τελευταία, ως μία από τις τρεις εξουσίες στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, εξυπακούεται ότι πρέπει να λειτουργεί για το μέγιστο καλό των πολιτών. Αλλά λόγω του ότι η ασυμμετρία στην πληροφόρηση υπάρχει εγγενώς, κατά κανόνα τα αποτελέσματα δεν είναι τα καλύτερα δυνατά για τον καθένα μας και για το κοινωνικό σύνολο. Έτσι, οδηγούμαστε σ’αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «αποτυχίες της κυβέρνησης». Οπότε, το ερώτημα που ανακύπτει είναι ποιος από τους δύο μηχανισμούς δίνει τα καλύτερα σχετικά αποτελέσματα σε δραστηριότητες όπως οι τηλεπικοινωνίες, οι μεταφορές, η ηλεκτρική ενέργεια, κτλ., που γνωρίζουμε ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά. Η απάντηση είναι ότι, αν η ιδιωτική οργάνωση των πόρων σ ’αυτές τις δραστηριότητες δεν αποφέρει πλήρως επιθυμητά αποτελέσματα για τους πολίτες, η δημόσια οργάνωση αποφέρει αποτελέσματα τα οποία υστερούν, και μάλλον κατά πολύ.

Λόγω της ασυμμετρίας στην πληροφόρηση, οι διαχειριστές των μεγάλων και απρόσωπων ιδιωτικών επιχειρήσεων (εντολοδόχοι), έχουν διακριτή ευχέρεια να ενεργούν έτσι ώστε να ιδιοποιούνται οικονομικά οφέλη σε βάρος των μετόχων-ιδιοκτητών (εντολέων). Όμως, περιθώριά τους περιορίζονται από εσωτερικούς και εξωτερικούς μηχανισμούς οι οποίοι επιτρέπουν στους ιδιοκτήτες να παρακολουθούν από κοντά την επίδοση των διοικήσεων και να τις πειθαρχούν με στόχο τη μεγιστοποίηση της καθαρής αξίας των επιχειρήσεών τους. Ένας τέτοιος μηχανισμός είναι, για παράδειγμα, η εκδήλωση αποδοκιμασίας εκ μέρους των ιδιοκτητών προς τους διαχειριστές μέσω εκποίησης των μετοχών που κατέχουν. Ένας άλλος μηχανισμός είναι η δυνατότητα που έχουν οι μέτοχοι να αποπέμψουν τη διοίκηση οσάκις συμφωνούν κατά πλειοψηφία ότι έπαυσε να εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους. Και ακόμη ένας τρίτος μηχανισμός είναι η διαδικασία της απρόσκλητης εξαγοράς της επιχείρησης από άλλους μετόχους, η οποία συνοδεύεται συνήθως από εκδίωξη της παλαιάς διοίκησης. Συνεπώς, στην ιδιωτική οργάνωση των παραγωγικών πόρων οι διαχειριστές βρίσκονται υπό τη συνεχή παρακολούθηση των ιδιοκτητών και δεν μπορούν να κάνουν αθέμιτη εκμετάλλευση των ορίων της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν. Ο λόγος είναι ότι υπό τον δυνητικό κίνδυνο να απολυθούν είναι υποχρεωμένοι να βρίσκονται σε επιχειρηματική εγρήγορση και να προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν την αξία των επιχειρήσεών τους, και κατ’ επέκταση του πλούτου των μετόχων.

Στη δημόσια οργάνωση οι αποφάσεις λαμβάνονται από διευθυντικά στελέχη τα οποία ενεργούν κατ’ εντολή της κυβέρνησης, που τα διορίζει. Ως εκ τούτου, αντί ενός επιπέδου αντιπροσώπευσης μεσολαβούν δύο. Το ένα χαρακτηρίζει τη σχέση των πολιτών προς την κυβέρνηση και το άλλο τη σχέση της κυβέρνησης προς τις διοικήσεις των ΔΕΚΟ. Το ερώτημα λοιπόν είναι αν, με την παρεμβολή της κυβέρνησης, οι μηχανισμοί της μεγιστοποίησης του πλούτου των πολιτών-ιδιοκτητών βελτιώνονται ή χειροτερεύουν σε σύγκριση με την ιδιωτική οργάνωση που είδαμε πιο πάνω. Η απάντηση είναι ότι οπωσδήποτε χειροτερεύουν, και προκύπτει από τις ακόλουθες σκέψεις.

Ας πάρουμε πρώτα τη διαδικασία της αντιπροσώπευσης των προτιμήσεων των πολιτών. Αυτή, προφανώς, αρχίζει με την εκλογή και τελειώνει με την επανεκλογή ή την αποπομπή της κυβέρνησης στις επόμενες εκλογές. Όμως, σε όλους τους οικονομολόγους είναι γνωστό ότι, σύμφωνα με το θεώρημα της αδυναμίας του Arrow, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να φτάσομε σε μια συνεπή αντιπροσώπευση των προτιμήσεων των πολιτών μέσα από ψηφοφορία. Αυτή η αδυναμία, σε συνδυασμό με παράγοντες όπως, η χρονική απόσταση μεταξύ των εκλογών, η ολιγοπωλιακή διάρθρωση της πολιτικής αγοράς η κομματική διαφήμιση, κτλ, έχει ως συνέπεια οι πολίτες να χάνουν ουσιαστικά τη δυνατότητα της άμεσης, έγκαιρης και αποτελεσματικής άσκησης πίεσης. Η κυβέρνηση αποκτά έτσι οιονεί ανεξέλεγκτη διακριτική ευχέρεια, και μπορεί να τη χρησιμοποιήσει για την εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων, καθώς και των οργανωμένων μειοψηφιών που τη βοήθησαν να ανέλθει στην εξουσία. Ότι αυτό πράγματι είναι ο κανόνας επιβεβαιώνεται από μια συνήθη παρατήρηση. Αυτή είναι ότι, ενώ η σχέση μεταξύ των διοικήσεων των ΔΕΚΟ και της κυβέρνησης είναι μια καθαρή σχέση αντιπροσώπευσης και οι διοριζόμενοι θα έπρεπε να επιλέγονται με κριτήριο τις προοπτικές επιτυχίας και αμοιβές εξαρτημένες από την απόδοσή τους, όπου εφαρμόστηκε το υπόδειγμα αυτό κακοποιήθηκε. Οι κυβερνήσεις επέβαλαν στις διοικήσεις μια σχέση υποταγής με την υποχρέωση να διορίζουν τους κομματικούς φίλους τους, να χρησιμοποιούν τα τιμολόγια για να εξαγοράζουν ψήφους, να παρέχουν προνόμια προνόμια στις κομματικές συντεχνίες, κτλ. Έτσι, οι διοικήσεις των ΔΕΚΟ αποκτούν νοοτροπία υπαλληλοποίησης και αποστροφής προς τους επιχειρηματικούς κινδύνους.

Συνοψίζοντας, επειδή η μεσολάβηση της κυβέρνησης χειροτερεύει το πρόβλημα της αντιπροσώπευσης, η δημόσια οργάνωση των πόρων έχει δύο θεμελιώδη μειονεκτήματα. Το ένα είναι ότι διευρύνει τα περιθώρια της διακριτικής ευχέρειας των κυβερνήσεων έναντι των πολιτών, και το άλλο είναι ότι βάζει τις διοριζόμενες διοικήσεις σε θέση υποταγής στις κυβερνήσεις και ενταφιάζει τη λειτουργία της επιχειρηματικότητας.

Πέρα από το πρόβλημα της αντιπροσώπευσης, η δημόσια οργάνωση συνοδεύεται και από μικρότερη αποτελεσματικότητα σε σχέση με την ιδιωτική, διότι χαρακτηρίζεται από πολλές άλλες εγγενείς αδυναμίες: Έλλειψη διεκδικησιμότητας, ανύπαρκτη πιθανότητα πτώχευσης και έλλειψη μεταφερσιμότητας, μονιμότητα της απασχόλησης του προσωπικού, περιορισμοί των διευθυντικών δικαιωμάτων.

Η έλλειψη «μεταφερσιμότητος» σημαίνει ότι οι αποφάσεις εκείνων που διοικούν τις δημόσιες επιχειρήσεις δεν αντανακλώνται άμεσα στην αξία των επιχειρήσεων. Συνεπώς, οι ιδιοκτήτες (με άλλα λόγια οι πολίτες) δεν έχουν κίνητρο να παρακολουθούν από κοντά τη συμπεριφορά τους. Έτσι, οι δημόσιοι διαχειριστές έχουν μεγαλύτερη ευχέρεια να ασκήσουν τη διοίκηση των δημόσιων επιχειρήσεων προς όφελός τους, απ’ ό,τι έχουν τα στελέχη των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Για παράδειγμα, οι διευθύνοντες τις δημόσιες επιχειρήσεις θα ενδιαφέρονται για την κατανομή του προϊόντος όχι βάσει των τιμών, αλλά με βάση τις απαιτήσεις δυναμικών μειοψηφιών και προσκείμενων πολιτικών συμφερόντων. Γενικές αυξήσεις σ’ όλα τα μισθολογικά κλιμάκια, παρά επιλεκτικές αυξήσεις βασισμένες στη συνεισφορά του κάθε εργαζόμενου, και ευνοιοκρατικές προσλήψεις θα είναι πιο συνηθισμένα φαινόμενα γι’αυτού σε σχέση με τα διευθυντικά στελέχη των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Απεργίες με τις οποίες η νόμιμη κυβέρνηση της χώρας θα εκβιάζεται σε συνεχείς και κατά παρέκκλιση εξαιρέσεις από την πολιτική της θα είναι στην ημερήσια διάταξη, κτλ. Όλες αυτές οι δυσπλασίες θα έχουν ως αποτέλεσμα οι δημόσιες επιχειρήσεις να είναι ελάχιστα ευαίσθητες στις συνθήκες της ζήτησης  και να λειτουργούν με υψηλότερο κόστος για κάθε επίπεδο προϊόντος σε σχέση με την ιδιωτική επιχείρηση. Και αυτό πράγματι συμβαίνει.

Οι αποτυχίες της αγοράς αφορούν συνθήκες φυσικού μονοπωλίου, συνθήκες ολιγοπωλίου, εξωτερικές επιδράσεις ή εξωτερικότητες, το δίλημμα του φυλακισμένου, ασυμμετρία πληροφόρησης και «ηθικός κίνδυνος», ασυμμετρία πληροφόρησης και «ανορθολογική επιλογή», δημόσια αγαθά και η λογική του «τζαμπατζή».

Η παγκοσμιοποίηση άρχισε από τότε που οι άνθρωποι ανακάλυψαν την αλήθεια του θεωρήματος ότι μέσα από τις οικειοθελείς ανταλλαγές αγαθών και υπηρεσιών αυξάνεται η υλική ευημερία και βελτιώνεται η ποιότητα της ζωής του μέσου πολίτη στις χώρες που συμμετέχουν. Γι’ αυτό, εξάλλου, οι δυνάμεις που προωθούν το άνοιγμα των οικονομιών και των κοινωνιών στο διεθνές εμπόριο και στις άλλες πολυσχιδείς ανταλλαγές είναι σήμερα πανίσχυρες, και καμιά χώρα από μόνη της δεν είναι αρκετά δυνατή για να αντισταθεί. Παράλληλα όμως, παρατηρείται ένα διογκούμενο κύμα διαμαρτυρόμενων πολιτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τελευταία και εξέχοντες εκπρόσωποι της διανόησης, της πολιτικής, της θρησκείας, του πολιτισμού. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ αρχικά οι αντιδράσεις προέρχονταν από κάποιες περιθωριακές ομάδες που αντιτίθεντο βασικά στο σύστημα της ελεύθερης οικονομίας και κοινωνίας, σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει και πρέπει να δούμε μήπως μέσα από την κριτική που διατυπώνεται αναδεικνύονται και προβλήματα τα οποία χρειάζεται να αντιμετωπισθούν.

Τα κυριότερα επιχειρήματα που επικαλούνται οι επικριτές της παγκοσμιοποίησης είναι ότι: α) αυξάνει τη φτώχεια, β) προάγει τον καταναλωτισμό, γ) οδηγεί σε εξάντληση των φυσικών πόρων, δ) βλάπτει το περιβάλλον, ε) μειώνει την εθνική κυριαρχία, και στ) ισοπεδώνει τη διαφορετικότητα των λαών οδηγώντας στην εξαφάνιση της πολιτιστικής τους κληρονομιάς.

Σε μια σύγχρονη εκδοχή της κλασικής δημοκρατίας (Smith, 1776, Hayek, 1960, Rawls, 1971), η λύση του προβλήματος (ελευθερία και κοινωνική αλληλεγγύη) θα έπαιρνε την ακόλουθη μορφή: Το κράτος θα ήταν μικρό και θα κυβερνούσε όσο γίνεται λιγότερο. Το κράτος θα φρόντιζε με δημοκρατικές διαδικασίες να προσδιορίζονται ελάχιστα όρια ίσων ευκαιριών κατά την εκκίνηση και κοινωνικής αλληλεγγύης, στον βαθμό που θα επιτρέπονταν από την οικονομική ανάπτυξη και θα ήταν αποδεκτά από όσους πληρώνουν φόρους… Τέλος, το κράτος με τους θεσμούς του θα άφηνε την οικονομία να μεγιστοποιήσει τις ατομικές ελευθερίες και, μέσω αυτών, την κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτή η λύση θα ήταν εφικτή και θα βασιζόταν στην οικειοθελή συνεργασία ελεύθερων και κυρίαρχων ατόμων, τα οποία με τις ενέργειές τους θα ωθούσαν τη δημοκρατία και την οικονομία στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα από ιδιωτικής και κοινωνικής σκοπιάς.

Σε κάποιες δημοκρατίες οι κυβερνήσεις έφτασαν μέχρι του σημείου να ιδρύσουν υπουργεία ισότητας, με πολυάριθμους δημόσιους υπαλλήλους και τεράστιους προϋπολογισμούς λειτουργίας και προγραμμάτων, ενώ σε κάποιες άλλες, οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας επεκτάθηκαν σε εύρος και δικαιούχους πέρα από κάθε μέτρο. Από την άλλη μεριά, το κράτος εξαναγκάζει μερίδα πολιτών να φέρουν αυτοί το βάρος της χρηματοδότησης των εν λόγω δραστηριοτήτων, υποβάλλοντας τα εισοδήματα και τον πλούτο τους, σε διαδικασίες αναδιανομής και, όταν δεν επαρκούν οι πόροι, καταφεύγει σε δανεισμό ο οποίος οδηγεί σε αύξηση της φορολογίας στο μέλλον. Ως εκ τούτου, … οι ατομικές ελευθερίες ακόμα και εκείνων των πολιτών που επωφελούνται απ’ αυτές τις δραστηριότητες έχουν υποχωρήσει αισθητά , αφού συνήθισαν στις παροχές του κράτους και έχασαν σημαντικό μέρος της ανεξαρτησίας τους.

Σε ευρύτατες ομάδες του πληθυσμού αναγνωρίστηκαν από το κράτος τεχνητά δικαιώματα, τα οποία επιβαρύνουν αλόγιστα τους δημόσιους προϋπολογισμούς. Λειτουργώντας με βάση την αρχή της καθολικότητας και όχι της επιλεκτικότητας των δικαιούχων, δημόσια και ημιδημόσια αγαθά και υπηρεσίες παρέχονται σε περιορισμένες ποσότητες και υποβαθμισμένες ποιότητες. Η απασχόληση στον στενό και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα χρησιμοποιείται ως προέκταση των εξισωτικών και των προνοιακών δραστηριοτήτων του κράτους, κτλ.

Σύμφωνα με τη σοσιαλδημοκρατία, προτείνεται το κράτος να φροντίζει ώστε όλα τα μέλη του συνόλου να έχουν ίσες δυνατότητες δημιουργικής αυτοπραγμάτωσης, με μόνη υποχρέωση εκ μέρους τους να μην καταχρώνται των αξιώσεων που θεμελιώνουν για τον σκοπό αυτό έναντι του συνόλου.

Όμως, για να μπορεί το κράτος να υιοθετήσει πολιτικές εξίσωσης των «δυνατοτήτων δημιουργικής αυτοπραγμάτωσης», προϋποτίθεται ότι πρέπει προηγουμένως να μπορεί να τις εξακριβώσει με κάποιον αντικειμενικό τρόπο. Το περιεχόμενό τους όμως είναι αόριστο, εφόσον εξαρτάται από την αντίληψη που έχει ο καθένας μας για τις δυνατότητές του. Με άλλα λόγια, οι δυνατότητες είναι υποκειμενικές και κατά συνέπεια μη παρατηρήσιμες και μη επιδεχόμενες αντικειμενικές μετρήσεις.

Η υποχρέωση για τον καθένα μας να μην κάνουμε κατάχρηση των αξιώσεων που έχουμε έναντι του συνόλου είναι ανέφικτη, διότι παρεμβάλλεται το περίφημο «πρόβλημα του τζαμπατζή». Το πρόβλημα αυτό συνίσταται στο ότι τα άτομα ως πολίτες επιθυμούν να έχουν δικαιώματα σε κάποια κοινωνικά ή δημόσια αγαθά και υπηρεσίες, αλλά ως ιδιώτες μηχανεύονται οτιδήποτε μπορούν να φανταστούν για να αποφύγουν να πληρώσουν το κόστος που τους αναλογεί υπό μορφή φόρων ή άλλων τελών. Ως εκ τούτου, με βάση τη σύγκρουση στα κίνητρα που έχουμε ως ιδιώτες και ως πολίτες, αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι αναπόδραστα καταλήγουμε στην κατάχρηση των αποκαλούμενων κοινωνικών δικαιωμάτων.

Πολλοί πολίτες συνεχίζουν να παραβιάζουν τους νόμους χωρίς κυρώσεις (π.χ. αυθαίρετες οικοδομές, αυθαίρετο παρκάρισμα, αυθαίρετη χρήση αδειών λειτουργίας από νυχτερινά κέντρα). Τα δικαστήρια αργούν να εκδώσουν αποφάσεις και όταν τις εκδίδουν αυτές δεν εφαρμόζονται  (π.χ. το κράτος αρνείται συστηματικά να εφαρμόσει τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας)… Με πρόσχημα τη φορολογική δικαιοσύνη, το κράτος το ίδιο αυθαιρετεί καταφεύγοντας σε αναδρομικές φορολογίες του πλούτου και του εισοδήματος των πολιτών, σε οιονεί δήμευση των περιουσιών μέσα από πολλαπλές φορολογίες, και γενικά σε ένα θεσμικό πλαίσιο το οποίο χαρακτηρίζεται από πολλούς νόμους χωρίς τάξη… Το Ελληνικό Δημόσιο παράγει, διανέμει και μερικώς παρέχει τουλάχιστο το 60% του ΑΕγΠ. Κατά συνέπεια, η οργάνωση της οικονομίας μας δεν είναι καπιταλιστική, διότι στο μεγαλύτερο τμήμα της άλλοι φέρουν τον κίνδυνο των επενδύσεων, άλλοι ασκούν τον έλεγχο και απολαμβάνουν τα οφέλη, και ακόμη άλλοι καλύπτουν τις ζημιές… Από τη φύση της η παραγωγή στον δημόσιο τομέα λειτουργεί υπό μονοπωλιακές συνθήκες. Αυτό σημαίνει ειδικότερα ότι οι ΔΕΚΟ βρίσκονται σε ακαταμάχητη θέση έναντι των καταναλωτών, διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι αγορές τους δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενο διεκδίκησης από ιδιωτικές επιχειρήσεις… Λόγω της μεγάλης του κλίμακας, ο δημόσιος τομέας λειτουργεί σε σχέση με τον ιδιωτικό ως ένα παντοδύναμο μονοψώνιο. Αυτό σημαίνει ότι έχει τη δύναμη να επιβάλλει τους όρους του σε όλες τις επιχειρήσεις που συναλλάσσονται μαζί του, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται φαινόμενα διαφθοράς, διαπλοκής και στρέβλωσης στην κατανομή των πόρων… Οι στρεβλώσεις στις αγορές του δημόσιου τομέα διαχέονται και στον ιδιωτικό και έχουν μετατρέψει το κράτος από διαιτητή σε προσδιοριστικό παράγοντα των αποτελεσμάτων για κάθε πολίτη και για κάθε επιχείρηση. Γι’ αυτό, οι κυβερνήσεις μας έχουν χάσει την αξιοπιστία τους και αδυνατούν να διεκπεραιώσουν με αποτελεσματικότητα τους ρόλους με τους οποίους επιφορτίζονται στη δημοκρατία και στην οικονομία… Συνοψίζοντας, η κοινωνική και οικονομική οργάνωση που διαμορφώθηκε μεταπολεμικά και συνεχίζει να κυριαρχεί στη χώρα μας βασίζεται σε ένα πλέγμα διοικητικών ρυθμίσεων, το οποίο έχει μετατρέψει την κυβέρνηση σε παράγοντα των αγορών. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, ο μηχανισμός των τιμών έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό τις συντονιστικές του ιδιότητες και στέλνει προς τους πολίτες λανθασμένα μηνύματα. Καθοδηγεί τους νέους να υποεπενδύουν σε ανθρώπινο κεφάλαιο, αποθαρρύνει τις επιχειρήσεις να αναλαμβάνουν μακρόπνοες επενδύσεις, αποτρέπει την αποταμίευση, καλλιεργεί την πεποίθηση ότι για να πετύχει κάποιος αρκεί να γνωρίζει τον κατάλληλο άνθρωπο στο κόμμα που κυβερνά, κτλ. Με άλλα λόγια, εμπεδώνει κίνητρα και προβάλλει πρότυπα συμπεριφοράς τα οποία αντιφάσκουν προς εκείνα τα οποία προϋποθέτει η ανοικτή κοινωνία και οικονομία.

Οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας μεταπολεμικά μπορούν να διακριθούν σε τρεις περιόδους: Την περίοδο 1954-1973 της υψηλής οικονομικής ανάπτυξης, την περίοδο 1974 - 2008 της χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης και, την περίοδο 2009 - 2010, της αρνητικής οικονομικής ανάπτυξης, η οποία σύμφωνα με όλες τις υπάρχουσες ενδείξεις προβλέπεται να συνεχιστεί για μερικά ακόμα χρόνια. Κατά τις δύο πρώτες περιόδους, η οικονομία αναπτύχθηκε με μέσους ετήσιους ρυθμούς 6,9% και 2,4% , αντίστοιχα.

Ο κομματικός ανταγωνισμός οδήγησε σε τρεις καταλυτικές τάσεις:

Η πρώτη, και ίσως η πλέον σημαντική, έχει να κάνει με την πλήρη αυτονόμηση της κυβέρνησης, μέσω κατάλυσης της διάκρισης των εξουσιών και μετατροπής των κυρίαρχων πολιτών σε πελάτες των κομμάτων. Αυτή εμφανίστηκε αρχικά στο Σύνταγμα του 1952, το οποίο, μεταξύ των άλλων, παραχώρησε στην κυβέρνηση το δικαίωμα να διορίζει την ανώτατη ιεραρχία στη δικαιοσύνη και να εποπτεύει το εκπαιδευτικό σύστημα. Ενισχύθηκε σε απίστευτη έκταση με το περίπου ολοκληρωτικής έμπνευσης σύνταγμα του 1975. Και κορυφώθηκε το 1986 με τη μεταφορά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στην κυβέρνηση, του δικαιώματος να διαλύει τη Βουλή και να προκηρύσσει εκλογές. Πιθανώς η υποχώρηση της δημοκρατίας από τη συγκέντρωση εξουσίας στην εκάστοτε κυβέρνηση θα είχε αντισταθμιστεί, αν τουλάχιστον λειτουργούσαν ανεξάρτητα οι διάφοροι οργανισμοί της αυτοδιοίκησης, όπως οι δήμοι, οι κοινότητες, τα πανεπιστήμια, οι ΔΕΚΟ, κτλ. Αλλά δυστυχώς όλα αυτά τα αποκεντρωμένα κέντρα λήψης εξαιρετικά σημαντικών αποφάσεων, με το πρόσχημα της κυβερνητικής εποπτείας μετατράπηκαν σε βιλαέτια του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος, κυρίως μέσω της ακαταμάχητης δύναμης του προϋπολογισμού και των νόμων (υπ. 1, σελ. 123: Στην επισήμανση αυτή ίσως μερικοί αντιτάξουν το επιχείρημα ότι από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 εμφανίστηκε επίσης μια τάση δημιουργίας αρχών με δικούς τους οικονομικούς πόρους και ανεξαρτησία διοικήσεων. Πρόκειται για τις αποκαλούμενες Ανεξάρητες Διοικητικές Αρχές, όπως είναι, π.χ. η Επιτροπή Ανταγωνισμού (ΕπΑ) και η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ). Αυτές, εκτός του ότι έχουν περισσότερο αντικείμενο, είναι αβέβαιο πόσο βαθμό ανεξαρτησίας διαθέτουν, αφού οι διοικήσεις τους διορίζονται και παύονται από την κυβέρνηση). 

Η δεύτερη τάση έλαβε τη μορφή της σταδιακής μετατροπής της δημόσιας διοίκησης σε ευρύτερη προέκταση της εξουσίας της κυβέρνησης και των κομμάτων. Τι συνέβη και πόσο καταστροφικά επέδρασαν οι χειρισμοί των κυβερνήσεων σ ’αυτόν τον τομέα, μερικοί το είχαμε υποπτευθεί και προειδοποιούσαμε από χρόνια. Αλλά επρόκειτο για «φωνή βοώντος εν τη ερήμω» μέχρις ότου, όπως τεκμηριώνεται σε πρόσφατη εργασία των Bitros, Batavia, Nandakumar (2014), τα μνημόνια της λιτότητας και τα δάνεια με αγγλικό δίκαιο έγιναν αναπόφευκτα.

Τέλος, η τρίτη τάση σχετίζεται με τις οικονομικές πολιτικές που υιοθετήθηκαν. Από τη «σοσιαλμανία» της κυβέρνησης της ΝΔ τη δεκαετία του 1970, στο «Τσοβόλα δώστα όλα» και στο «λεφτά υπάρχουν» των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ τις δεκαετίες του 1980 και 2000, αντίστοιχα, οι φρουροί στους οποίους οι πολίτες εμπιστεύθηκαν τα συμφέροντα της χώρας κοιμήθηκαν, κοιτούσαν αλλού ή συνέπραξαν, και το κακό έγινε. Πιθανώς μάλιστα, κάτω από τις καταστροφικές δυνάμεις που απελευθέρωσε ο άκρατος κομματικός ανταγωνισμός, θα είχαμε πτωχεύσει πολύ ενωρίτερα, ίσως το 1985 ή το 1989, αν το 1981 δεν είχαμε ενταχθεί πλήρως στην ΕΕ.

Μετά το 1974, το επιχειρησιακό περιβάλλον άλλαξε άρδην. Ειδικότερα, από τη μια μεριά το «σοσιαλιστικό» Σύνταγμα του 1975, τις εθνικοποιήσεις μεγάλων επιχειρήσεων, και τις ρυθμίσεις μιας οιονεί κεντρικά διευθυνόμενης οικονομίας που εισήγαγε η ΝΔ ως κυβέρνηση, και από την άλλη, με τις δεσμεύσεις για την εγκατάσταση σοσιαλισμού «τρίτου δρόμου» και τις άλλες διακηρύξεις του Α. Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ, ως αξιωματικής αντιπολίτευσης, το κράτος έγινε από ανταγωνιστικό έως και εχθρικό προς την επιχειρηματικότητα. Επιπλέον, η δημοκρατία, τύποις και ουσία, υποκαταστάθηκε από την κομματοκρατία, η Δημόσια Διοίκηση μετατράπηκε σε πεδίο διαπλοκής των κομμάτων εξουσίας με οργανωμένα συμφέροντα επιχειρήσεων και συνδικαλιστικών οργανώσεων, ενώ ο Α. Παπανδρέου ως πρωθυπουργός έκρινε δημόσια ότι ένα «δωράκι» που είχε λάβει στέλεχος μεγάλης δημόσιας επιχείρησης ήταν υπερβολικά μεγάλο, αλλά όχι τόσο ώστε να επιστραφεί και ο λαβών να τιμωρηθεί παραδειγματικά.

Με εξαίρεση την περίοδο της στρατιωτικής χούντας, 1967-1974, όλες οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις από τον Νοέμβριο 1952 μέχρι που πτωχεύσαμε τον Οκτώβριο 2009 ήταν μονοκομματικές (υπ.3: Εξαίρεση, και μάλιστα μοναδική, αποτέλεσε η κυβέρνηση Τζανή Τζαννετάκη, και τούτο διότι για πρώτη φορά μετέσχε σε Κυβέρνηση το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος (ΚΚΕ)). Κανονικά λοιπόν οι προεκλογικές τους διακηρύξεις και οι μετεκλογικές τους πολιτικές δεν θα έπρεπε να διαφέρουν ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να διαφέρουν σημαντικά, για να μη διαβρώνεται η αξιοπιστία τους. Εντούτοις, αυτό που επικράτησε ήταν ότι κατά κανόνα άλλα έλεγαν προεκλογικά και άλλα έκαναν μετεκλογικά. Η τάση των κυβερνήσεων να ξεγελούν τους πολίτες έγινε αισθητή και επιταχύνθηκε μετά το 1974 υπό την πίεση του κομματικού ανταγωνισμού που αναπτύχθηκε. Πρακτικά, οι πολίτες έφθασαν στο σημείο να μην εμπιστεύονται τις κυβερνήσεις και να τροποποιούν τη συμπεριφορά τους, ώστε να προφυλάσσονται από παρενέργειες, ή να εκμεταλλεύονται τις ευκαιρίες που προκύπτουν από τις κυβερνητικές ασυνέπειες.

Λίαν φθοροποιές για τη δημοκρατία ήταν επίσης οι παρεμβάσεις των κομμάτων με τις οποίες υποσκάφθηκε η ισότητα των πολιτών έναντι των νόμων, και συνεπώς έναντι των υπηρεσιών του κράτους, και γιγαντώθηκε η συγκέντρωση δύναμης στην κυβέρνηση. Ειδικότερα, βαθμιαία αλλά συστηματικά μεταφέρθηκαν στην κυβέρνηση όλο και περισσότερες αρμοδιότητες, απογυμνώνοντας όλους τους άλλους θεσμούς της δημοκρατίας και της οικονομίας από τη δύναμη να αυτενεργήσουν και να αναλάβουν την ευθύνη της επίλυσης των προβλημάτων της καθημερινότητας που τους αφορούσαν. Αυτή η τάση εμφανίστηκε στο Σύνταγμα του 1952, το οποίο παραχώρησε στην κυβέρνηση το δικαίωμα, για παράδειγμα, να διορίζει την ανώτατη ιεραρχία στη Δικαιοσύνη και να εποπτεύει το εκπαιδευτικό σύστημα. Ενισχύθηκε σημαντικά με το Σύνταγμα του 1975, μέσω της διεύρυνσης της ασυλίας των βουλευτών, της κρατικής χρηματοδότησης των κομμάτων και των δυνατοτήτων που παραχωρήθηκαν στην κυβέρνηση να επεμβαίνει στη δημόσια διοίκηση, στα εργατικά συνδικάτα, στους πάσης μορφής συνεταιρισμούς ατόμων, κτλ. και κορυφώθηκε το 1986 με τη μεταφορά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στην κυβέρνηση του δικαιώματος να διαλύει τη Βουλή και να προκηρύσσει εκλογές. Ίσως θα είχε αντισταθμιστεί, αν τουλάχιστον λειτουργούσαν ανεξάρτητα οι θεσμοί της Βουλής και τη Αυτοδιοίκησης. Αλλά, ενώ στη Βουλή το ισχυρό χέρι έχει ανέκαθεν η κυβερνητική πλειοψηφία που ψηφίζει τα νομοσχέδια, τα οποία υποβάλλει η κυβέρνηση, η αυτοδιοίκηση, όπως εξάλλου η δικαιοσύνη, τα πανεπιστήμια, κτλ., εξαρτώνται απόλυτα από τον προϋπολογισμό και, συνεπώς, από τις αποφάσεις της κυβέρνησης. Ως εκ τούτου, δεν αποτελεί έκπληξη ότι διαμορφώθηκε ένα καθεστώς κομματικής ασυδοσίας, και κυβερνητικής παντοκρατορίας, η οποία καθώς στηρίζεται στις δυνάμεις του νόμου και του χρήματος είναι ακαταμάχητη.

Όσον αφορά τη μεγάλη διάβρωση που προκλήθηκε στην ισότητα των πολιτών έναντι των νόμων και του κράτους, επαρκούν δύο πλήρως τεκμηριωμένα παραδείγματα. Το πρώτο έχει να κάνει με τη διαπίστωση ότι, μέσα από συνταγματικές και νομοθετικές ρυθμίσεις, τα δύο κόμματα εξουσίας, δηλαδή η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, μετέτρεψαν μεγάλες ομάδες του πληθυσμού σε προσοδοθήρες (rent-seekers), ήτοι σε πολίτες των οποίων το μοναδικό μέλημα ήταν πώς να αυξήσουν τα εισοδήματά τους σε βάρος του Δημοσίου… Όσον αφορά το δεύτερο παράδειγμα, αυτό σχετίζεται με τις εξελίξεις που καταβαράθρωσαν την αξιοπιστία του ίδιου του πολιτικού συστήματος. Μέσα από τις διαδοχικές συνταγματικές αναθεωρήσεις, τα προνόμια των βουλευτών αυξήθηκαν, το ακαταδίωκτό τους για πράξεις και παραλείψεις βλαπτικές για τα συμφέροντα των πολιτών ενισχύθηκε, και τα κόμματα απόκτησαν πλήρη αυτονομία από τον έλεγχο των πολιτών (υπ. 4: Ήδη από το 1944 είχε επισημανθεί από τον Αγγελή (1944: 13-21, 46-7, 54-5), η τακτική των κομματικών καθοδηγητών ανεξαρτήτως πολιτικής παράταξης να επιδιώκουν αύξηση της κομματικής ισχύος με τη διεύρυνση του κράτους και την εισβολή του σε όλες τις σφαίρες των ατομικών δικαιωμάτων).

Τι θα συμβεί αν εκλεγεί ένας δικηγόρος ; Αυτό που θα συμβεί είναι ότι, καθώς ο πρώην επιτυχημένος δικηγόρος θα ενηλικιώνεται στο βουλευτικό αξίωμα, θα αποξενώνεται από την πελατεία του και οι γνώσεις και δεξιότητές του στη μαχόμενη δικηγορία θα απαξιώνονται. Μετά από λίγα χρόνια θα αντιληφθεί ότι έχει πάρει μια πορεία χωρίς επιστροφή και θα αρχίσει τους συμβιβασμούς. Πιο συγκεκριμένα, μόλις συνειδητοποιήσει την αδυσώπητη φορά των συνθηκών μέσα στις οποίες έχει τοποθετηθεί, οι καλές προθέσεις που είχε για ανιδιοτελή θητεία στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου παύουν, κατά κανόνα, να καθοδηγούν τις επιλογές του. Αντίθετα, προκειμένου να επιβιώσει, οι επιλογές του κατευθύνονται πλέον από το πώς θα επανεκλεγεί και σε τελευταία ανάγκη, πώς θα εξασφαλιστεί επαγγελματικά αν καταψηφιστεί.

Το πολιτικό σύστημα εκθέτει τους πολιτικούς στον ακόλουθο πειρασμό: Η άσκηση της εξουσίας συνοδεύεται από μεγάλα οφέλη για τα κόμματα, τους βουλευτές, τους υπουργούς και τα φιλικά προς αυτούς συμφέροντα στα μέσα ενημέρωσης, στις επιχειρήσεις και στα πανίσχυρα συνδικάτα, κυρίως στον στενό και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Συνεπώς, αυτοί που την ασκούν έχουν ισχυρά κίνητρα να συμπεριφέρονται και να αποφασίζουν, έτσι ώστε να μεγιστοποιούν τα συμφέροντά τους. Από την άλλη μεριά, οι ίδιοι διαθέτουν όλη την αναγκαία πληροφόρηση για να επιλύουν τα προβλήματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν. Οπότε έχουν τη δυνατότητα να επωφελούνται χωρίς να το αντιλαμβάντοναι οι πολίτες.

Κομβικά θέματα για να αντιληφθούμε πώς συνέβη η καταλυτική έκπτωση των θεσμών είναι, πρώτον, η συγκέντρωση των εξουσιών στην κυβέρνηση, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται στην πράξη η αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Δεύτερον, τα επικοινωνιακά μέσα τα οποία χρησιμοποιούν οι πολιτικοί και τα κόμματα, ιδιαίτερα όταν βρεθούν στην εξουσία, για να προδιαθέτουν τους πολίτες ευνοϊκά προς τις πολιτικές που επιλέγουν. Τρίτον, η διεύρυνση και η επέκταση των μονομερών παροχών, σε χρήμα και σε είδος, προς επιμέρους ομάδες του πληθυσμού, με στόχο να εξασφαλίσουν την εύνοια και την υποστήριξή τους ώστε να διαιωνίζονται στην εξουσία, και, τέταρτον, η επίκληση ασαφών και αόριστων όρων, όπως για παράδειγμα το «δημόσιον συμφέρον» και το «κοινό καλό», προκειμένου οι κυβερνώντες να δικαιολογούν παραχωρήσεις σε επιμέρους οργανωμένες μειοψηφίες, οι οποίες εν συνεχεία τους υποστηρίζουν πολιτικά και υλικά, παραβιάζοντας έτσι την αρχή της ισότητας των πολιτών απέναντι στους νόμους και στη δημόσια διοίκηση.

Πιο αναλυτικά:

α) Συγκέντρωση των εξουσιών στην κυβέρνηση: Για να καταλάβουμε πώς έχει ακυρωθεί στη χώρα μας η διάκριση των εξουσιών θα πρέπει να πάμε πίσω στον ρόλο που έπαιξαν ανέκαθεν τα πολιτικά κόμματα στη σύνταξη και στην ψήφιση των ελληνικών συνταγμάτων, και βέβαια αυτών του 1952 και 1975, υπό τα οποία διαμορφώθηκαν οι πολιτειακοί θεσμοί μεταπολεμικά.

β) Επικοινωνιακή ποδηγέτηση των πολιτών: Η υπερβολική διόγκωση του κράτους στην Ελλάδα μεταπολεμικά δεν θα μπορούσε να  πραγματοποιηθεί εάν δεν είχαν πεισθεί μεγάλες μάζες πολιτών ότι μέσα από το κράτος μπορούσαν να ελπίζουν σε ένα καλύτερο μέλλον για τους ίδιους και τα παιδιά τους. Το ερώτημα λοιπόν, που γεννιέται είναι: Πώς πείστηκαν και ενέδωσαν ; Η απάντηση είναι ότι σε αυτή τη μεταστροφή συνέβαλαν, μεταξύ των άλλων, οι πιο κάτω παράγοντες και μηχανισμοί:

β.1. Προπαγάνδα. Οι ατζέντηδες του μεγάλου κράτους πέτυχαν αρχικά να ενσπείρουν αμφιβολίες και σύγχυση στο μυαλό των πολιτών για τα προτερήματα της δημοκρατίας και της ελεύθερης οικονομίας. Το κατόρθωσαν, άλλοτε αποκρύβοντας και άλλοτε στρεβλώνοντας τα αποτελέσματα της ελεύθερης οικονομίας όπου, όποτε, και όπως υιοθετήθηκαν στο διάβα των αιώνων. Στη συνέχεια, έπεισαν τους πολίτες ότι οι ατομικές τους ελευθερίες, δυνατότητες,  ελπίδες και επιδιώξεις θα έπρεπε να υποτάσσονται σε αυτές του συνόλου, δηλαδή του κράτους, το οποίο με κάποιον απροσδιόριστο ορισμό έχει δικαιώματα πέρα και πάνω από το άτομο. Με αυτό τον τρόπο, λέξεις με ακαθόριστο εννοιολογικό περιεχόμενο, όπως «δημόσιο συμφέρον», «δημόσιο καλό», «κοινωνικά δικαιώματα», κτλ, πέρασαν στο καθημερινό λεξιλόγιο και καθιερώθηκαν ως αναμφισβήτητες οντότητες… Η επιτυχία τους αυτή δεν θα ήταν δυνατή αν δεν έκρυβαν την αλήθεια για την κατάσταση που επικρατούσε στις κομμουνιστικές χώρες… Πώς ήταν δυνατόν να αντέξουν οι πολίτες στη Δύση και να μην ενδώσουν στα κηρύγματα των κρατικιστών, όταν δημοσιεύματα ακόμα και στις αρχές του 1980 έδειχναν ότι πολλές από αυτές τις χώρες, και κυρίως η Ρωσία, είχαν ρυθμούς αύξησης του ΑΕγΠ και κοινωνικά χαρακτηριστικά (π.χ. αξιοκρατία, απασχόληση, κτλ) ανώτερα από εκείνα των χωρών της Δύσης ; Πώς ήταν δυνατόν να μην υποκύψουν στη σαγήνη των ισχυρισμών ότι οικονομικοί μηχανισμοί όπως το κέρδος, η συσσώρευση κεφαλαίου, η ανάπτυξη και η διάχυση της τεχνολογίας, κτλ, είχαν επάξια αντικατασταθεί από τον κεντρικό σχεδιασμό ; 

Β2. Επιλεκτική πληροφόρηση. Εκτός της προπαγάνδας, η οποία αποτελεί εσκεμμένη παραπληροφόρηση, στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία υπάρχει εγγενώς το πρόβλημα της επιλεκτικής πληροφόρησης των πολιτών. Πιο συγκεκριμένα, οι κυβερνήσεις, χρησιμοποιώντας τον μεγάλο τους βραχίονα στα μέσα ενημέρωσης, έχουν την τάση να πληροφορούν τους πολίτες για τις επιτυχίες τους και να αποκρύπτουν επιμελώς τις αποτυχίες τους… Γι’ αυτό, οι Pincione, Teson (2006), έχοντας εξετάσει την πιθανότητα τα άτομα να κάνουν λάθη στις πολιτικές τους εκτιμήσεις είτε λόγω έλλειψης πληροφόρησης είτε λόγω παραπλάνησης, υποστηρίζουν ότι για να μειώσει τα λάθη της η δημοκρατία, θα πρέπει να μειώσει την κρατική-πολιτική παρέμβαση και να ενισχύσει τον ρόλο της αγοράς.

Β3. Συστηματικές πολιτικές αμφισημίας. Το γεγονός ότι η αμφισημία είναι μια διαδικασία η οποία διευκόλυνε τη συνεχή επέκταση του κράτους μεταπολεμικά, προκύπτει επίσης από τη διαπίστωση ότι στην παραγωγή της επιδίδονται όλα τα κόμματα, όταν ανέλθουν στην κυβέρνηση. Για παράδειγμα, το 2009 η τότε κυβέρνηση έφερε νόμο στη Βουλή για την περαίωση των εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων.  Ο υπουργός των Οικονομικών, ο οποίος ήταν τότε αγορητής εκ μέρους της αντιπολίτευσης, στηλίτευσε το νομοσχέδιο ως ανήθικο, αφού κάλυπτε τους φοροφυγάδες. Αλλά αργότερα, ο ίδιος έφερε και πέρασε από τη Βουλή νομοσχέδιο για μεγαλύτερης έκτασης περαίωση, ισχυριζόμενος ότι η σωτηρία της πατρίδας από την πτώχευση καθιστά την περαίωση λιγότερο ανήθικη. Κατόπιν τούτου, από εδώ και πέρα, οι πολίτες είναι δύσκολο να διακρίνουν πότε μια απόφαση της κυβέρνησης είναι ηθική ή ανήθικη, και θα παραιτούνται από την προσπάθεια να αντιδράσουν. Η παραγωγή αμφισημίας από τα κόμματα αποσκοπεί σε αυτό το ακριβώς το αποτέλεσμα. Δηλαδή να αμβλύνουν τα περί ηθικής κριτήρια των πολιτών, ώστε να αυτονομηθούν από τον έλεγχό τους και, χωρίς τις αντιδράσεις τους, να μπορούν να επεκτείνουν τη δύναμή τους κατά βούληση.

γ) Μονομερείς παροχές. Οι πολίτες δεν απώλεσαν τον έλεγχο του κράτους με το αζημίωτο… Γι’ αυτούς δεν είχε πολύ σημασία ποιος πλήρωνε τελικά τις παροχές. Εθίστηκαν να πιστεύουν ότι το κράτος διαθέτει αστείρευτους πόρους για να τις καλύπτει… Οι κρατικιστές όλων των αποχρώσεων κατάφεραν να πείσουν ευρύτατα στρώματα των συμπολιτών μας ότι, πρώτον, έχουν δικαιώματα και πέραν αυτών που αποκαλούνται «φυσικά», και, δεύτερον, ότι οι συλλογικές οντότητες όπως το δημόσιο, η κοινωνία, το κοινωνικό σύνολο, κτλ., έχουν αυθύπαρκτα δικαιώματα, τα οποία κατά κανόνα υπερτερούν των δικαιωμάτων των ατόμων που τις απαρτίζουν. Πρόκειται ακριβώς για το σαγηνευτικό αφήγημα του «κράτους πρόνοιας».

γ1. Δικαίωμα στην απασχόληση. Ένα από τα πλέον προβεβλημένα «κοινωνικά δικαιώματα» είναι ότι οι πολίτες έχουν δικαίωμα στην απασχόληση και το κράτος υποχρέωση να τους την παρέχει. Με άλλα λόγια, «κράτος πρόνοιας» με ταυτόχρονη ύπαρξη ανεργίας είναι αδιανόητο. Αλλά αν έτσι έχουν τα πράγματα, η αβεβαιότητα της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα θα παρακινεί κάθε πολίτη να απαιτεί την απασχόλησή του από το κράτος… Το «δικαίωμα στην απασχόληση» ως υποχρέωση του κράτους έχει εγκαταλειφθεί από τους «προοδευτικούς» στην ΕΕ και αλλαχού και έχει αντικατασταθεί με άλλους θεσμούς οι οποίοι προάγουν την ατομική υπευθυνότητα και δημιουργούν κίνητρα στους πολίτες να κινητοποιούν τις πνευματικές και υλικές τους δυνάμεις και μέσα από την επιχειρηματικότητα σε όλα τα πεδία της ζωής να συμβάλλουν στην ευημερία τόσο των ιδίων όσο και του κοινωνικού συνόλου.

γ2. Δικαίωμα στη μόρφωση. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι μια επένδυση και τον κίνδυνο της επιτυχίας ή αποτυχίας της πρέπει να τον φέρει ο ίδιος ο φοιτητής-επενδυτής και όχι ο φορολογούμενος.

γ3. Δικαίωμα στην υγεία. Οι υγειονομικές υπηρεσίες δεν εμπίπτουν με κανέναν τρόπο στην κατηγορία του «δημόσιου αγαθού»… Κανείς δεν υποστηρίζει πως το κράτος δεν έχει την υποχρέωση να παρέχει νοσοκομειακή, ιατροφαρμακευτική, και άλλη περίθαλψη στους αποδεδειγμένα αναξιοπαθούντες. Αυτό που υποστηρίζεται είναι ότι το κράτος δεν χρειάζεται να παράγει τέτοιες υπηρεσίες διότι έχει αποδειχτεί κακός και σπάταλος παραγωγός.

Δ. Πελατοκρατία. Στο Σύνταγμα του 1975 ο νομοθέτης διατήρησε όλες τις διατάξεις των προηγούμενων συνταγμάτων περί της ισότητας των πολιτών με την κλασική έννοια. Αλλά ενόψει των σοσιαλιστικών ιδεών και απόψεων που είχαν επικρατήσει εν τω μεταξύ, τις έκρινε ανεπαρκείς και προχώρησε  στη διεύρυνσή τους με σωρεία άλλων καινοφανών εξουσιοδοτήσεων. Έκτοτε, με βάση αυτές τις συνταγματικές πρόνοιες, οι ελληνικές κυβερνήσεις θεσμοθέτησαν και υλοποίησαν ρυθμίσεις οι οποίες, εκτός του ότι συνέβαλαν τα μέγιστα στην πτώχευση, σήμερα αποτελούν τη βάση όλων των δυσκολιών που εμποδίζουν τη χώρα μας να βγει από το αδιέξοδο στο οποίο έχουμε περιέλθει. Ενδεικτικά παραδείγματα:

* Νομοθετικές ρυθμίσεις που κατοχυρώνουν τη δημιουργία, και την προστασία από τους νόμους περί ανταγωνισμού, πανίσχυρων επαγγελματικών οργανώσεων, όπως για παράδειγμα των δικηγόρων, των πολιτικών μηχανικών, των συμβολαιογράφων και των οικονομολόγων… Ως αποτέλεσμα, αυτές οι συντεχνίες εξαναγκάζουν τους αποφοίτους των πανεπιστημιακών σχολών να συμμετέχουν ως μέλη τους προκειμένου να μπορούν να ασκήσουν νόμιμα το επάγγελμα για το οποίο σπούδασαν. Έτσι, περιορίζουν τον επαγγελματικό ανταγωνισμό από την πλευρά της προσφοράς των υπηρεσιών τους, υψώνουν αθέμιτα τις τιμές τους και, επιβαρύνοντας υπερβολικά όλους τους πολίτες, απολαμβάνουν εισοδημάτων που δεν δικαιολογούνται από τις συνθήκες που θα επικρατούσαν χωρίς το τεχνητό κλείσιμο των εν λόγω επαγγελμάτων, κτλ. … Πρόσφατα που οι δανειστές της χώρας απαίτησαν το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, η καταμέτρησή τους κατέδειξε ότι αριθμούν πάνω από 350 και αφορούν σε αρκετές δεκάδες χιλιάδες επαγγελματίες.

* Νομοθετικές ρυθμίσεις με τις οποίες έχουν επιβληθεί «φόροι υπέρ τρίτων», δηλαδή φόροι τα έσοδα εκ των οποίων δεν καταλήγουν στο κράτος ή στην τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών.

* Νομοθετικές ρυθμίσεις με τις οποίες κάποιοι πολίτες ωφελούνται σε βάρος κάποιων άλλων. Για παράδειγμα, στις ακτοπλοϊκές γραμμές ταξιδεύουν με μειωμένο ναύλο ή ακόμη και δωρεάν ουκ ολίγες κατηγορίες πολιτών. Επίσης,  τα εισιτήρια στις αποκαλούμενες «γόνιμες γραμμές» επιβαρύνονται με ένα επίναυλο προκειμένου να επιδοτούνται οι ναύλοι των επιβατών στις «άγονες γραμμές».

Εκτός από τους μοχλούς των νόμων και των οικονομικών πόρων, για να ποδηγετήσουν την τοπική αυτοδιοίκηση, τα κόμματα και οι κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν και άλλα μέσα. Ένα σημαντικό είναι ο αυτοδιοικητικός κομματισμός. Εκμεταλλευόμενα την πολιτική και οικονομική δύναμη που κατάφεραν να συγκεντρώσουν κατά τη μεταπολίτευση, τα κόμματα και οι κυβερνήσεις μετέφεραν τον ανταγωνισμό τους σε όλους τους βαθμούς της αυτοδιοίκησης μέσω της υποστήριξης δικών τους υποψηφίων για τα διάφορα αξιώματα… Με αυτό τον τρόπο, η κομματοκρατία εισχώρησε στην αυτοδιοίκηση και αντί το σημείο αναφοράς να είναι η επίλυση των προβλημάτων σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο με συνεργασία και συνδιαλλαγή των άμεσα ενδιαφερόμενων πολιτών, η διαπάλη επικεντρώθηκε στο ποιο κόμμα θα κερδίζει και θα ελέγχει τους περισσότερους δήμους, κοινότητες και περιφέρειες.

Η πιο πάνω τάση επεκτάθηκε επίσης σε δραστηριότητες πέρα από την αυτοδιοίκηση. Για παράδειγμα, ο κομματισμός εισχώρησε στη Δημόσια Διοίκηση, στους χώρους εργασίας των ΔΕΚΟ, στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ), στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης, κτλ. Μάλιστα, κατά τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ έγιναν προσπάθειες η κομματική οργάνωση να φθάσει ακόμη και σε επίπεδο γειτονιάς… Με άλλα λόγια, τα κόμματα έγιναν οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας, οι οποίες λειτουργούν κυρίως με χρηματοδότηση από τη γενική φορολογία και οικονομικούς πόρους από άδηλες και εν πολλοίς αδιαφανείς πηγές.

Τα κόμματα στην Ελλάδα έχουν ανέκαθεν την τάση να χρησιμοποιούν τη δημόσια απασχόληση ως μέσο για να κερδίζουν εκλογές… Ο συνολικός αριθμός των απασχολούμενων στη γενική κυβέρνηση το 2011 πολύ πιθανόν υπερέβαινε σημαντικά τις 800.000. Από μόνος του αυτός ο αριθμός αποτελεί την πλέον θεμελιώδη διαρθρωτική στρέβλωση της ελληνικής οικονομίας. Με περαιτέρω ανάλυση προκύπτει ότι:

           Χάσαμε το πλεονέκτημα παραγωγικότητας που διαθέτει ο ιδιωτικός τομέας.

           Οι κυβερνήσεις μας προκάλεσαν βαθύτερη ύφεση.

           Κάποιοι πολίτες επιβαρύνονται με ασφάλιστρα τα οποία είναι υπέρογκα και ανήθικα.

           Συντηρείται συγκριτικό πλεονέκτημα για την ελληνική οικονομία.

           Φρενάρεται η ανάπτυξη.

 

Στην προσπάθειά τους να χρησιμοποιήσουν τη Δημόσια Διοίκηση και τις ΔΕΚΟ για τους δικούς τους σκοπούς, τα κόμματα νομιμοποίησαν και χρηματοδότησαν, συνήθως με αδιαφανείς πόρους, την οργάνωση και τη λειτουργία πανίσχυρων συνδικάτων. Τα συνδικάτα αυτά, εκμεταλλευόμενα τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, τελικά αυτονομήθηκαν από τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας και επέβαλαν καθεστώς  ατιμωρησίας των μελών τους, αντίστασης στις μεταρρυθμίσεις, και ομηρίας των πολιτών (υπ. 19: Όταν οι κυβερνήσεις και τα κόμματα μεταφέρουν τον ανταγωνισμό τους από το πεδίο της Βουλής στη δημόσια διοίκηση, στα πανεπιστήμια, στις δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς, κλπ, το μόνο αποτέλεσμα το οποίο πρέπει να αναμένεται με βεβαιότητα, είναι η καθίζηση της παραγωγικότητας, η αντίσταση στις μεταρρυθμίσεις που ξεβολεύουν τα οργανωμένα συμφέροντα, καθώς και φαινόμενα όπως η διαφθορά και η διαπλοκή.). Ελάχιστο δείγμα αυτής της κατάστασης είναι ότι το μόνο που αποτόλμησε η συμμαχική κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ ήταν να αποβάλλει τους συνδικαλιστές από τα πειθαρχικά συμβούλια των δημόσιων υπαλλήλων. Αλλά πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι καταδικασμένοι για σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα συνέχισαν μέχρι πολύ πρόσφατα να υπηρετούν.

Μια δεύτερη φθοροποιός παρέμβαση ακολούθησε τη διαδικασία των προσλήψεων και ευνοιοκρατικών προαγωγών των φίλων και των υποστηρικτών του κόμματος που βρίσκονταν στην εκάστοτε κυβέρνηση, και μάλιστα ανεξαρτήτως αναγκών και ανεξαρτήτως γνώσεων και προσόντων των προσλαμβανομένων.

Τέλος, μια τρίτη άκρως καταλυτική επίδραση επί της δημόσιας διοίκησης άσκησαν οι θεσμικές δραστηριότητες των οργάνων της εξουσίας… Υπάρχει:

           Ένα ευρύτατο πλήγμα περιττών, αντιφατικών, παρωχημένων, εξαιρετικά παρεμβατικών, ασαφών και πολύπλοκων νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων που οφείλονται σε μία κατά κανόνα αποσπασματική, βιαστική και συγκυριακή, συχνά εκ των ενόντων, και πολλές φορές εμβαλλωματική απόπειρα να ρυθμιστεί η κοινωνική πραγματικότητα, και

           Μια πληθώρα ερμηνευτικών εγκυκλίων, οι οποίες, αν και εκδίδονται προς διευκόλυνση του έργου των δημόσιων υπηρεσιών, ενίοτε αλλοιώνουν το περιεχόμενο των νομοθετικών και κανονιστικών ρυθμίσεων, παρερμηνεύοντάς τες για την ικανοποίηση σκοπιμοτήτων ή και για άλλους λόγους, μην αποφεύγοντας δε πάντα ακόμα και την παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών.

Σύμφωνα με το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου:

           Από το 1975 μέχρι το 2005, ψηφίστηκαν 3.430 τυπικοί νόμοι.

           Αν συνυπολογιστεί το δευτερογενές δίκαιο, ο αριθμός φτάνει τα 273.614 κείμενα.

           Ο όγκος του δευτερογενούς δικαίου είναι ογδόντα τρεις φορές μεγαλύτερος από αυτόν των νόμων.

           Τα Προεδρικά Διατάγματα εκδίδονται σε αναλογία ένα προς έξι (1:6) με τους νόμους.

           Η αναλογία των νόμων – υπουργικών αποφάσεων είναι κατά μέσο όρο 1:69.

           28,6% των εκδοθέντων νόμων είναι γενικοί νόμοι, δηλαδή η νομοθεσία η οποία ρυθμίζει γενικές και αφηρημένες σχέσεις.

           71,32% των εκδοθέντων νόμων, ρυθμίζουν ειδικές και συγκυριακές καταστάσεις.

           Από 546 νόμους που εξετάστηκαν, το 61% περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενο του νόμου.

Οπότε, οι συγγραφείς δεν είχαν καμιά δυσκολία να καταλήξουν στα εύλογα και δικαιολογημένα συμπεράσματα ότι, πρώτον,

«η ευρύτερη παθολογία της ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης οφείλεται στην πολυνομία, στις περίπλοκες ρυθμίσεις, στην έλλειψη κωδικοποίησης, στους «κομματικούς» νόμους, στην παλαίωση και ασάφεια των νόμων και στην προχειρότητα σύνταξής τους, στην κακή ποιότητα των κανονιστικών ρυθμίσεων»,

Και δεύτερον, ότι:

« Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας κινδυνεύουν να αδρανοποιηθούν από την πληθώρα των ρυθμίσεων και νομοθετικών παρεμβάσεων, οι οποίες αυξάνονται από την κανονιστική δράση της διοίκησης».

Δυστυχώς, αμφότεροι οι τομείς της οικονομίας αδρανοποιήθηκαν και γι’ αυτό η πτώχευση δεν ήταν τυχαία, αλλά προδιαγεγραμμένη (σσ. 154-156).

Η διαπλοκή και η διαφθορά δεν ήταν στο DNA των Ελλήνων επιχειρηματιών. Τις έμαθαν και τις αξιοποίησαν στο πλαίσιο του πολιτικού και δημοσιοϋπαλληλικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο υποχρεώθηκαν να λειτουργούν, προς ανυπολόγιστη ζημία του κοινωνικού συνόλου. Στον εσωστρεφή προσανατολισμό της επιχειρηματικότητας συνέβαλαν επίσης: α) η μεγάλη κοινοτική βοήθεια η οποία άρχισε να εισρέει από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, β) ο υψηλός δανεισμός από το εξωτερικό, ο οποίος έγινε εφικτός χάρις στη μείωση των επιτοκίων μετά την είσοδο της χώρας μας στη ζώνη του Ευρώ το 2001, και γ) οι απώλειες διεθνούς ανταγωνιστικότητας για τα ελληνικά προϊόντα και τις υπηρεσίες (σ. 162).

Η αρχή έγινε με το Σύνταγμα του 1975, το οποίο, μεταξύ άλλων επεξέτεινε την κυριαρχία των κομμάτων, διέβρωσε καθοριστικά τα περιουσιακά δικαιώματα, υποκατέστησε τις ατομικές με συλλογικές συμβάσεις εργασίας, διεύρυνε τη δύναμη και τα προνόμια των συνδικαλιστών με χρηματοδότηση από τη γενική φορολογία, δημιούργησε σωρεία τεχνητών ατομικών δικαιωμάτων, ώστε οι πολίτες να χάσουν την αυτονομία τους και να μετατραπούν σε πελάτες των κομμάτων, κτλ. Δηλαδή, προσέφερε το απαραίτητο θεσμικό πλαίσιο για να περάσουν στο καθεστώς της αστικής δημοκρατίας οι πολιτικές ενός ακαθόριστου σοσιαλισμού, με βάση τις οποίες το κράτος μετατράπηκε από ανταγωνιστικό μέχρι ανοικτά εχθρικό προς τις αρχές και τους μηχανισμούς της ανοικτής κοινωνίας και της ελεύθερης οικονομίας.

 Τα κόμματα εξουσίας κατήργησαν στην πράξη τη διάκριση εξουσιών. Μέσω της αρχής του «διαίρει και βασίλευε» κατέστρεψαν την ομοψυχία και την αποτελεσματικότητα στους χώρους εργασίας της δημόσιας διοίκησης και όχι μόνο. Για να καλύψουν τις δικές τους αδιαφανείς διαδικασίες, ενθάρρυναν τη διαπλοκή και ανέχθηκαν την ατιμωρησία. Και γενικά, στην προσπάθειά τους να προστατέψουν τα συμφέροντα μιας εναλλασσόμενης κομματικής «τυραννίας», επέβαλαν ένα καθεστώς κεντρικά διευθυνόμενης κοινωνίας και οικονομίας, ενώ την ίδια περίοδο με την πλήρη ένταξη στην ΕΕ συμφωνούσαν με τις αρχές και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στη Συνθήκη της Ρώμης !!!

Με τους κύριους ενδιαφερόμενους, δηλαδή τους γονείς, αδρανοποιημένους, η διελκυστίνδα μεταξύ των κυβερνήσεων και των πανίσχυρων συνδικάτων των διδασκόντων, δηλαδή τη Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδος (ΔΟΕ) και την Ομοσπονδία Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (ΟΛΜΕ), που οι κυβερνήσεις εξέθρεψαν με βάση τις περί συνδικαλισμού διατάξεις στο Σύνταγμα του 1975, στο μόνο που δεν οδηγεί είναι η αποκέντρωση της εκπαίδευσης. Ο λόγος είναι ότι οι μεν υπεύθυνοι υπουργοί των κυβερνήσεων συνεχίζουν να εξαντλούνται σε κοινότοπες διαπιστώσεις του τύπου «ο τρόπος προγραμματισμού, ο τρόπος λήψης αποφάσεων, η οργάνωση, η λειτουργία και η εν γένει διαχείριση του συστήματος, ο τρόπος χρηματοδότησης χαρακτηρίζονται από μια άκρατη συγκέντρωση εξουσίας σε κεντρικούς, γραφειοκρατικούς, αδιαφανείς και εν γένει ανεξέλεγκτους μηχανισμούς», τα δε συνδικάτα των διδασκόντων να εμμένουν ότι «δεν διαπραγματεύονται μορφές αποκέντρωσης που έχουν ως στόχο να πλήξουν τον δημόσιο και ενιαίο χαρακτήρα της εκπαίδευσης, και ότι αντιτίθενται κατηγορηματικά σε οτιδήποτε μπορεί να πλήξει την παιδαγωγική ελευθερία και αυτονομία του εκπαιδευτικού και να τον ποδηγετήσει με σχέσεις εξάρτησης και υποτέλειας για να ανάγει την τοπική ή νομαρχιακή αυτοδιοίκηση σε φέουδο των εκάστοτε τοπικών αρχόντων». Δυστυχώς, για τις κυβερνήσεις και τους συνδικαλιστές, οι κύριοι ενδιαφερόμενοι, οι γονείς, δεν γνωρίζουν και δεν μπορούν να έχουν αποφασιστική άποψη για τη μόρφωση των παιδιών τους. Αυτή η κατάσταση είναι καιρός να τελειώσει, διότι όσο διαρκεί η κυριαρχία των οργανωμένων μειοψηφιών στην παιδεία δεν προοιωνίζεται τίποτε καλό για τη χώρα.


Δεν υπάρχουν σχόλια: