Σάββατο, Σεπτεμβρίου 05, 2015

Προσαρμοσμένη σχολική εκπαίδευση και επιχειρηματικότητα στις ΗΠΑ.



Του Frederick M. Hess

Σε μια εποχή που τα τεχνολογικά και πολιτιστικά πρότυπα έχουν κάνει κανόνα την έντονη εξατομίκευση στα πάντα, από τα κινητά τηλέφωνα έως τα προγράμματα περιήγησης στο Διαδίκτυο, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων αφορούν «οριζόντια» μέτρα που κάνουν ελάχιστα για να προσδώσουν στα σχολεία ένα σχήμα πιο κατάλληλο για την εξυπηρέτηση των μαθητών με διαφορετικές ανάγκες.
Πράγματι, πολλοί από εκείνους που τάσσονται υπέρ της αύξησης της λογοδοσίας, των πριμ παραγωγικότητας και της επιλογής σχολείου έχουν υποστηρίξει πολλές φορές τις μορφές «ενιαίου σχολείου» που απλά θεωρούν δεδομένα τα παραδοσιακά σχολεία και τάξεις. Μια τέτοια νοοτροπία είναι τελικά παραλυτική, γιατί μας δεσμεύει με ένα απαρχαιωμένο και γραφειοκρατικό σύστημα που αγνοεί τις ιδιαίτερες ανάγκες των μαθητών και περιορίζει την πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας πρόσθετα διδακτικά αντικείμενα μόνο στις εύπορες οικογένειες που μπορούν να ανταποκριθούν οικονομικά.

Το πρόβλημα με την παραδοχή του “Ενιαίου Σχολείου”
Οι εκπαιδευτικοί μεταρρυθμιστές του εικοστού πρώτου αιώνα έχουν κληρονομήσει ένα μοντέλο κρατικής εκπαίδευσης που χρονολογείται από τις αρχές του εικοστού αιώνα και γεννήθηκε σε μια εποχή που χαρακτηριζόταν από μια αργοκίνητη, γραφειοκρατική και ισοπεδωτική λογική. Αυτό το μοντέλο είναι αντίθετο προς την εξειδίκευση και ακατάλληλο για έναν κόσμο όπου τα τεχνολογικά μέσα έχουν επιτρέψει σε νέους εναλλακτικούς παρόχους να προσφέρουν υψηλής ποιότητας υπηρεσίες που μπορούν να προσαρμόζονται για να απευθύνονται σε παιδιά ή εκπαιδευτικούς. Κατά ειρωνικό τρόπο, έξω από τα σχολεία, τα παιδιά αγκαλιάζουν τη νέα αυτή τεχνολογία με προθυμία.
Η εξάρτηση από αυτή την παραδοσιακή ολική προσέγγιση έχει παρεμποδίσει τις ευκαιρίες για καινοτομία. Στην εκπαίδευση, εκτός από τους παρόχους που πωλούν απευθείας σε εύπορες οικογένειες, υπάρχουν επιχειρήσεις που προσφέρουν online διδασκαλίες, διδασκαλίες ξένων γλωσσών, μαθήματα τεχνών και πολλά άλλα που εξαρτώνται από την ικανότητά τους να πείσουν τους διευθυντές των σχολείων ή των περιφερειών ότι η υπηρεσία τους είναι χρήσιμη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλοί από τους πιο δυναμικούς φορείς παροχής ηλεκτρονικής εκπαίδευσης, όπως το smarthinking και το Tutor.com, που δραστηριοποιούνται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, πωλούν υπηρεσίες απευθείας σε οικογένειες, σε βιβλιοθήκες, ή το Υπουργείο Παιδείας των ΗΠΑ. Μόνο σπάνια πωλούν στα σχολεία. Το αποτέλεσμα είναι παράλογο: η παγίδευση των εκπαιδευτικών και των μαθητών σε ένα γκέτο όπου τα ισχυρά νέα εργαλεία και υπηρεσίες, αντί να αποτελούν τμήματα της καθημερινής σχολικής ρουτίνας, αντιμετωπίζονται ως ιδιορρυθμίες.

Τι σημαίνει “αποδέσμευση” ;
Για να κατανοήσει κανείς τι σημαίνει “προσαρμοσμένες επιλογές εκπαίδευσης”, πρέπει πρώτα να αποδεσμευτεί από κατεστημένες αντιλήψεις για το τι σημαίνει εκπαίδευση, μετατοπίζοντας τη συζήτηση από το «σχολείο» στην «εκπαίδευση» και από τον «δάσκαλο» στη «διδασκαλία». Αν αναθεωρήσουμε τα σχολεία ως μηχανισμούς παροχής μιας ποικιλίας υπηρεσιών προς τους μαθητές, αντί της παράδοσης ενός αδιαίρετου πακέτου «διδακτέας ύλης», μπορούμε να αρχίσουμε να συζητάμε για τα συστατικά αυτού του πακέτου και να τα προσαρμόζουμε ώστε να ταιριάζουν στις ιδιαίτερες ανάγκες και ικανότητες των μαθητών. Η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών και η επεξεργασία πολιτικών που θα υποστηρίζουν μια τέτοια προσαρμογή είναι ζωτικής σημασίας βήματα για την επιτυχή ανατροπή των κατεστημένων αντιλήψεών σχετικά με την παροχή εκπαίδευσης.
Υπάρχουν δύο σκέλη με τα οποία οφείλουμε να εξετάσουμε την αποδέσμευση. Το πρώτο είναι η διαρθρωτική αποδέσμευση, σύμφωνα με την οποία σκεφτόμαστε νέους ορισμούς για το τι σημαίνει να είσαι ένας «δάσκαλος», ένα «σχολείο» ή ένα «σχολικό σύστημα» και διερευνούμε τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να αναθεωρήσουμε το πώς παρέχεται η εκπαίδευση. Το δεύτερο σκέλος είναι το περιεχόμενο της αποδέσμευσης ή η αποδέσμευση από τα «πράγματα» της μάθησης, σύμφωνα με την οποία επανεξετάζουμε τις παραδοχές σχετικά με το πεδίο εφαρμογής και την αλληλουχία του τι διδάσκονται οι μαθητές και τι αναμένεται να μάθουν, επιτρέποντας έτσι την ανάδειξη νέων, διαφορετικών προσεγγίσεων για τα προγράμματα σπουδών και τη σχολική εργασία.
Ο στόχος για μια προσαρμοσμένη και αδέσμευτη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν είναι να αναπτύξει ένα νέο πρότυπο για το πώς είναι ένα καλό σχολείο αλλά να καλλιεργήσει ένα ευέλικτο σύστημα που θα δίνει έμφαση στην απόδοση, στην ανταμοιβή της επιτυχίας, στην αντιμετώπιση της αποτυχίας και θα επιτρέπει στα σχολεία και σε μια ποικιλία εξειδικευμένων ιδιωτικών παρόχων να ανταποκρίνονται στις πολλαπλές ανάγκες με ολοένα αποτελεσματικότερους και πιο στοχευμένους τρόπους.

Τεχνολογία και ανάδειξη του “εικονικού σχολείου”
Αν θέλουμε να μεταρρυθμίσουμε την “τάξη με έναν δάσκαλο για 25 μαθητές” που έχει συνεχιστεί τόσο επίμονα εδώ και αιώνες, πρέπει να μάθουμε να εκμεταλλευόμαστε στρατηγικά τη δύναμη των νέων τεχνολογιών. Όπως έχει παρατηρηθεί από τους Clayton Christensen et al. (2008) και Chubb και Moe (2009), η τεχνολογία μπορεί να διευκολύνει την προσαρμογή των μαθημάτων σε πραγματικό χρόνο και με εξελιγμένες αξιολογήσεις, να απελευθερώσει την εκπαίδευση από τους περιορισμούς της τοποθεσίας, να καλλιεργήσει βαθύτερα τη συνεργασία των γονέων με τους εκπαιδευτικούς για την πρόοδο των μαθητών τους, καθώς επίσης και να αποτελέσει ένα πιο αποτελεσματικό μέσο για την εκπαίδευση των παιδιών με πιο χαμηλό κόστος.
Όλα αυτά έχουν διεισδύσει σε ορισμένες περιοχές των ΗΠΑ. Η εικονική σχολική εκπαίδευση, κατά την οποία οι μαθητές παρακολουθούν μαθήματα μέσω online κοινοτήτων, συνομιλιών βίντεο και άλλων ηλεκτρονικών μέσων, ​​χρησιμοποιείται στη Φλόριντα. Πράγματι, οι μαθητές στη Φλόριντα έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν το Florida Virtual School (Flvs) ως εκπαιδευτική επιλογή, το οποίο σήμερα εξυπηρετεί 97.000 μαθητές που μπορούν να εγγραφούν πλήρως ή μερικώς φοιτούντες, οποτεδήποτε στο σχολικό έτος. Οι μαθητές μελετούν με τον δικό τους ρυθμό και το Flvs λαμβάνει την πληρωμή μόνο εφόσον ο μαθητής ολοκληρώνει με επιτυχία ένα αντικείμενο. Ενώ τα μαθήματα είναι δωρεάν για τους κατοίκους της Φλόριντα, οι μαθητές που ζουν εκτός Φλόριντα ή ΗΠΑ χρεώνονται $ 375 ανά τάξη το κάθε εξάμηνο και αυτά τα μαθήματα διοργανώνονται από τον κερδοσκοπικό βραχίονα του σχολείου, το FLVS Global School. Οι σχολικές περιοχές σε όλες τις ΗΠΑ μπορούν επίσης να ανοίξουν ένα εικονικό σχολείο κάνοντας πλήρη χρήση των μαθημάτων του Flvs μέσω franchising , καθώς και της υποστήριξής του προς τους μαθητές, της κατάρτισης των εκπαιδευτικών και των υπηρεσιών διαχείρισης δεδομένων. Εάν ο στόχος είναι να επιβεβαιωθεί το ότι η τεχνολογία βοηθά στην προώθηση της προσαρμογής, και ότι οι νέες τεχνολογίες του σήμερα δεν γίνονται απλώς μια ακόμη καινοτομία τοποθετημένη πάνω στο παραδοσιακό σχολικό μοντέλο, είναι αναγκαίο να επικαιροποιήσουμε τις αντιλήψεις μας σχετικά με την πολιτική και τη λογοδοσία έτσι ώστε να συμπεριλάβουν τη νέα εποχή της εκπαίδευσης. Οι τρέχουσες τεχνολογικές εξελίξεις καθιστούν εφικτό για την εκπαίδευση να ξεπεράσει το ισοπεδωτικό μοντέλο και πιο εύστροφα να ανταποκριθεί στις διακριτές ανάγκες, αλλά για να το κάνει αυτό σε κλίμακα απαιτεί υψηλής ποιότητας αξιολογήσεις που θα επιτρέπουν στις οικογένειες να κάνουν σωστές επιλογές και οι οποίες θα παρέχουν πειστική δημόσια λογοδοσία.

Δημιουργώντας  ένα επιχειρηματικό περιβάλλον
Συχνά, τα προϊόντα που  διευκολύνουν την προσαρμοσμένη μάθηση έρχονται εκτός του εκπαιδευτικού τομέα. Η κερδοσκοπική εκπαίδευση θα έδινε κίνητρα στα σχολεία να επωφεληθούν από την εμπειρία που υπάρχει έξω από τον τομέα της εκπαίδευσης και να εκμεταλλευτούν αυτές τις δεξιότητες προκειμένου να παράσχουν υπηρεσίες σε πολύ χαμηλότερο από ότι αν ανέπτυσσαν μόνα τους τα συγκεκριμένα προϊόντα. Για να επιτυχημένα τα εκπαιδευτικά εργαλεία στη σηματοδότηση της ποιότητας και συνεπώς να τονώνουν τη ζήτηση από τους καταναλωτές,  οι γονείς πρέπει να τα γνωρίζουν, να  ξέρουν ότι έχουν μια φήμη υψηλής ποιότητας και να είναι σε θέση να επιλέγουν εκείνους τους παρόχους που τα χρησιμοποιούν. Με τη δημιουργία μιας εταιρικής ταυτότητας, οι κατασκευαστές εκπαιδευτικών εργαλείων μπορούν να επικοινωνούν καλύτερα τα οφέλη τους στις οικογένειες και έτσι να ενισχύσουν την αγορά με περισσότερη ενημέρωση για τους ποιοτικούς φορείς.
To επιχειρηματικό πλεονέκτημα είναι η ικανότητά του να ανακαλύπτει έναν Michael Dell ή Bill Gates, και να ωφελεί δεκάδες ή εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους ενθαρρύνοντας αυτούς τους πρωτοπόρους για την κατασκευή μεγάλης κλίμακας οργανισμών που καθιστούν διαθέσιμους και οικονομικά προσιτούς για  όλους τους υψηλής ποιότητας ηλεκτρονικούς υπολογιστές και  λογισμικά. Όμως, τα υπάρχοντα ιδρύματα δεν επιθυμούν να εξετάσουν «ριψοκίνδυνες» εναλλακτικές λύσεις, όταν πρόκειται για  τα παιδιά. Προτιμούν τις λύσεις που ελαχιστοποιούν το κίνδυνο, όπως μικρότερες τάξεις,  σίγουρες πρακτικές,  επιστημονικά τεκμηριωμένη έρευνα, περισσότερη πειθαρχία και άλλες λύσεις φαινομενικά «ακίνδυνες». Η δυσφορία με την επιχειρηματική δραστηριότητα στον τομέα της εκπαίδευσης οφείλεται εν μέρει στο πόσο σπάνια οι υποθέσεις μας σχετικά με τη μεταρρύθμιση ενημερώνονται με ειλικρινή συζήτηση σχετικά με την πρόοδο που εκτυλίσσεται σε άλλους τομείς. Οι νέες λύσεις θα είναι αδοκίμαστες και πρόκειται θα αναδυθούν μέσω της δοκιμής και του λάθους. Ως εκ τούτου, η επιχειρηματικότητα απορρίπτει την ιδέα ότι μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον με κάποιο τρόπο και  στη συνέχεια να τρέξουμε προς αυτό με μεθοδευμένο τρόπο.
Στην εκπαίδευση, ακόμη και οι ηγέτες γνωστοί για την επιχειρηματική τους σκέψη, τείνουν να αναπαράγουν τις κατεστημένες πρακτικές,  εμποδίζοντας παράλληλα τους νέους παρόχους υπηρεσιών και την επόμενη γενιά ηγετών. Για παράδειγμα, ενώ το αμερικανικό πρόγραμμα   Knowledge is Power Program (KIPP) Academies έχει συσσωρεύσει ένα εντυπωσιακό ιστορικό και την εθνική αναγνώριση, όσοι εμπλέκονται σε αυτό είναι οι πρώτοι που αναγνωρίζουν ότι ο μεγαλύτερος θρίαμβός τους είναι η άριστη εφαρμογή  ενός παραδοσιακού μοντέλου εκπαίδευσης.  Έχει πετύχει την έντονη εστίαση στα αποτελέσματα, την πρόσληψη ταλαντούχων εκπαιδευτικών, τη σφυρηλάτηση μιας κουλτούρας αφοσίωσης και σκληρής δουλειάς – αλλά όχι την επινόηση ενός θεμελιωδώς πιο παραγωγικού μοντέλου εκπαίδευσης. Το  KIPP αξίζει τον έπαινο, αλλά θα πρέπει να επαινείται ως έκλαμψη του τι μπορεί ένα επιχειρηματικό περιβάλλον να πετύχει – και όχι ως το αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας.
Αντί του ορισμού για το πώς «θα πρέπει» να είναι η εκπαίδευση στο μέλλον, η επιχειρηματική προσέγγιση αναζητά ένα ευέλικτο σύστημα που θα επιβραβεύει το ταλέντο, θα επικεντρώνεται στα αποτελέσματα, θα ανταμείβει την επιτυχία, θα απομακρύνει τις αποτυχίες και δεν καταπνίγει την εμφάνιση  καλύτερων λύσεων. Το σύστημα πρέπει επομένως να μετακινηθεί από τον σχεδιασμό γύρω από τις εισροές και τις ανάγκες των ιδρυμάτων σε ένα σύστημα σχεδιασμένο για τα άτομα και τα αποτελέσματα. Πέντε βασικές αρχές πρέπει να καθοδηγούν τον σχεδιασμό ενός τέτοιου συστήματος.

Πέντε βασικές αρχές
Πρώτον, οι σημερινοί κανόνες  χρηματοδότησης αποθαρρύνουν τη δημιουργική επίλυση προβλημάτων, την ανάδυση νέων παρόχων και την αναζήτηση νέων αποτελεσματικών λύσεων. Στις ΗΠΑ, οι πολιτειακοί και οι ομοσπονδιακοί κανονισμοί απαιτούν σχεδόν από  κάθε περιφέρεια να παρέχει παρόμοια πακέτα υπηρεσιών, ενώ οι περιφέρειες σπάνια χρησιμοποιούν εξειδικευμένους παρόχους για τη βελτίωση της απόδοσης όταν πρόκειται για υπηρεσίες όπως το ανθρώπινο δυναμικό, οι εγκαταστάσεις ή η ενισχυτική διδασκαλία. Το σπάσιμο του ασφυκτικού κλοιού του ενιαίου μοντέλου εκπαίδευσης προϋποθέτει τελικά ότι τα κράτη και οι περιφέρειες θα απομακρυνθούν από το όραμα της επιλογής στο οποίο οι μαθητές απλώς επιλέγουν μεταξύ των σχολείων,  και  θα κινηθούν προς ένα μοντέλο που προσομοιάζει περισσότερο με εκείνο του «αποταμιευτικού λογαριασμού υγείας» στον τομέα της περίθαλψης. Αντί απλώς  να πληρώνει για τους μαθητές που πάνε στο Α ή Β σχολείο, το κράτος θα καταθέτει χρήματα σε έναν ηλεκτρονικό λογαριασμό στο όνομα του κάθε μαθητή και στη συνέχεια θα επιτρέπει στους γονείς να χρησιμοποιούν αυτά τα χρήματα για την προμήθεια υπηρεσιών από διάφορους παρόχους. Η χρηματοδότηση της εκπαίδευσης, συνεπώς, πρέπει να διαμορφωθεί για να φιλοξενήσει τους μη-κερδοσκοπικού  αλλά και κερδοσκοπικού χαρακτήρα φορείς παροχής εξειδικευμένων υπηρεσιών εκπαίδευσης και να ανταμείψει την αποτελεσματική απόδοση. Ένα τέτοιο σύστημα θα έδινε στις  οικογένειες  την αφορμή να αρχίσουν να δίνουν προσοχή στο κόστος των υπηρεσιών, θα τους επέτρεπε να συνεχίσουν ευχαρίστως τη φοίτηση του παιδιού τους σε ένα τοπικό σχολείο αλλά να λαμβάνουν ορισμένα μαθήματα και από αλλού, και θα επέτρεπε σε διαπιστευμένους παρόχους υπηρεσιών να εξυπηρετούν τις οικογένειες άμεσα, χωρίς να χρειάζεται να διαπραγματεύονται με τις γραφειοκρατίες των σχολικών περιφερειών.
Δεύτερον, το σύστημα αυτό πρέπει να είναι δυναμικό και να ανταποκρίνεται. Αυτό απαιτεί τη διάλυση των γνωστών μονοπωλίων και την απομάκρυνση των εμποδίων που στέκονται στον δρόμο των νέων παρόχων. Εμπόδια στην είσοδο είναι οι νόμοι, οι κανόνες και οι πρακτικές που δυσχεραίνουν ή κάνουν πιο δαπανηρό το ξεκίνημα  μιας νέας επιχείρησης. Τα εμπόδια αυτά περιλαμβάνουν: Κανονισμούς που εμποδίζουν το άνοιγμα Ανεξάρτητων Σχολείων (Charter Schools)  και κανονισμούς που περιορίζουν τη δυνατότητά τους να προσλάβουν μη παραδοσιακούς εκπαιδευτικούς. Κρατικά συστήματα χρηματοδότησης τα οποία ενισχύουν τα Ανεξάρτητα Σχολεία σε χαμηλότερα επίπεδα από τα παραδοσιακά συνοικιακά σχολεία. Και συστήματα έγκρισης σχολικών βιβλίων τόσο επαχθή που μόνο οι μεγάλοι εκδότες μπορούν να ανταποκρίνονται με επιτυχία. Εμπόδια που αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής είναι εκείνα που αναστέλλουν το άνοιγμα νέων σχολείων ή που επιβάλλουν περιορισμούς σχετικά με το πώς θα λειτουργούν οι νέοι πάροχοι.
Τρίτον, ένα υγιές επιχειρηματικό περιβάλλον είναι διαφανές, με πλήρη λογοδοσία για τη μάθηση, την παροχή υπηρεσιών και τις  οικονομικές πρακτικές. Προϋποθέτει  άμεσα διαθέσιμα δεδομένα για την πρόοδο των μαθητών και διάφορες άλλες εκτιμήσεις απόδοσης (από τις προμήθειες μέχρι τη συντήρηση και τις προσλήψεις) και αναγκάζει τους παρόχους να ανταγωνιστούν τόσο για την ποιότητα και για το κόστος. Ένα παράδειγμα της ικανοποίησης των αναγκών για δεδομένα στον ιδιωτικό τομέα, είναι η δημιουργία των ιστοσελίδων καταναλωτικής επιθεώρησης, όπως το Schooldigger.com και  το GreatSchools.org, οι οποίες παρέχουν στους γονείς γρήγορα στοιχεία που καθιστούν εύκολη τη σύγκριση και την επιλογή από μια ποικιλία προσφοράς. Εν τω μεταξύ, οι πάροχοι θα πρέπει επίσης να προσφέρουν αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με τις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά αυτών που θα εξυπηρετούν.
Τέταρτον,  το σύστημα θα πρέπει να προσπαθεί να προσελκύσει μια μάζα ταλαντούχων και δραστήριων ανθρώπων, να διατηρήσει και να αναπτύξει πολλά υποσχόμενα στελέχη και να αναπτύξει μια υποδομή για την υποστήριξη των προσπαθειών τους. Σήμερα, οι απαιτήσεις αδειοδότησης αποτελούν αποτρεπτικό παράγοντα για την είσοδο νέων ανθρώπων στην εκπαίδευση. Οι πρακτικές προσλήψεων σε πολλές μεγάλες περιοχές των ΗΠΑ είναι οδυνηρά αργές και  αποξενώνουν τους ποιοτικούς υποψηφίους. Άκαμπτα συστήματα αποζημίωσης τιμωρούν τους μετακινούμενους εργαζόμενους, κάνουν λίγα για να ανταμείψουν τις κορυφαίες επιδόσεις και  παρέχουν ελκυστικά οφέλη σε όσους παραμένουν στην ίδια θέση για δεκαετίες. Μέτρα που προάγουν ένα περιβάλλον πιο φιλικό στην επιχειρηματικότητα πρέπει να περιλαμβάνουν τη χαλάρωση των εμποδίων πιστοποίησης και απονομή αμοιβής βασισμένη στην απόδοση παρά στην αρχαιότητα. Τέλος, η  εκπαίδευση πρέπει να απομακρυνθεί οριστικά από ένα σύστημα που καθοδηγείται από εισροές και ρυθμίσεις προς ένα σύστημα που θα αποβλέπει στα ατομικά αποτελέσματα. Αυτό απαιτεί την αναγνώριση των μεταβαλλόμενων αναγκών των μαθητών και την παραδοχή  ότι η εκπαίδευση δεν είναι μια επιχείρηση του «ενός μεγέθους που ταιριάζει σε όλους».

Καμία επιχείρηση, σημαίνει κανένα κέρδος
Οι νέες επιχειρήσεις δεν μπορούν ούτε να ξεκινήσουν ούτε να μεγαλώσουν χωρίς χρήματα. Υπάρχουν, γενικά, τρεις πηγές που μπορούν να αξιοποιηθούν για τη στήριξη των νεοσύστατων επιχειρήσεων εκπαίδευσης: οι κερδοσκοπικές επενδύσεις, οι  μη κερδοσκοπικές ενώσεις και οι δημόσιες υπηρεσίες.
Οι κερδοσκοπικές επενδύσεις στην εκπαίδευση είναι σπάνιες, διότι τα κεφάλαια συνήθως κατευθύνονται σε επιχειρήσεις που προσφέρουν μια ελκυστική, προσαρμοσμένη στον κίνδυνο απόσβεση, η οποία σε γενικές γραμμές δεν υπάρχει στην εκπαίδευση. Αλλά υπάρχουν βήματα που θα βοηθούσαν τον κλάδο να προσελκύσει περισσότερες ιδιωτικές χρηματοδοτήσεις για την υποστήριξη της έρευνας, της ανάπτυξης και τη δημιουργική επίλυση προβλημάτων. Για παράδειγμα, σαφή πρότυπα για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας μπορούν να διαβεβαιώνουν τους επενδυτές ότι οι επιχειρήσεις τους θα είναι λιγότερο εκτεθειμένες σε πολιτική επιρροή και θα βρίσκονται σε καλύτερη θέση για να επιτύχουν αν είναι αποδεδειγμένα αποτελεσματικές. Επίσης, οι φιλικές προς την επιχειρηματικότητα επενδύσεις υπονομεύονται απευθείας  καταστατικά που περιορίζουν τη συμμετοχή κερδοσκοπικών επιχειρήσεων στη διοίκηση των σχολείων.
Με δεδομένη την έλλειψη ιδιωτικών επενδύσεων και την περιορισμένη φύση των δημοσίων δαπανών, τα προγραμματισμένα επιχειρηματικά σχέδια χρηματοδοτούνται από το δυσανάλογα μικρό ποσοστό των χρημάτων από τις φιλανθρωπίες, ειδικά από κονδύλια των νεότερων ιδρυμάτων που έχουν περισσότερες σχέσεις με τη νέα οικονομία. Παραδοσιακά, τα ιδρύματα έχουν προσπαθήσει να αποφύγουν την αντιπαράθεση, να δώσουν προσοχή στην επαγγελματική κατεύθυνση  και να επιτύχουν συναίνεση. Σήμερα, ωστόσο, αρκετές από τις μεγαλύτερες φιλανθρωπικές οργανώσεις της εκπαίδευσης -  όπως τα ιδρύματα Gates, Walton και Broad - συνειδητά υποστηρίζουν τον υψηλότερο κίνδυνο και τις λιγότερο συμβατικές προσπάθειες. Ίσως το πιο ενδιαφέρον παράδειγμα είναι το NewSchools Venture Fund, μια «φιλανθρωπική επιχείρηση» που εξασφαλίζει επενδύσεις προερχόμενες από τρίτους και στη συνέχεια επιδιώκει να παράσχει κεφάλαια εκκίνησης για επεκτάσιμες βιώσιμες και πρωτοποριακές επιχειρήσεις - τόσο μη κερδοσκοπικού, όσο και κερδοσκοπικού χαρακτήρα.
Τέλος, αν θέλουμε  η εισαγωγή της επιχειρηματικότητας στην εκπαίδευση να είναι επιτυχής, πρέπει να δεχθούμε ότι είναι δυνατόν να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά με ριζικά πιο αποτελεσματικούς τρόπους. Η αποδοχή της επιχειρηματικότητας θα σημαίνει, ωστόσο, ότι ορισμένες επιχειρήσεις θα αποτυγχάνουν προκειμένου να αποφευχθεί ο μεγαλύτερος κίνδυνος, δηλ. η επίμονη μετριότητα. Αλλά ο κίνδυνος αποτυχίας σημαίνει ότι οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες για την προώθηση μεγαλύτερης προσφοράς πρέπει να συνδυαστούν με την προσεκτική δημιουργία νέων, πιο ευκίνητων συστημάτων δημιουργίας γνώσης και ελέγχου της ποιότητας τα οποία θα βοηθούν τα εκπαιδευτικά στελέχη, τους πολιτικούς και τους επιχειρηματίες να ανταποκρίνονται στις προκλήσεις της σύγχρονης σχολικής μεταρρύθμισης.
Ο μεγαλύτερος εκπαιδευτικός κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε σήμερα δεν είναι η υιοθέτηση της επιχειρηματικότητας, αλλά η συνέχιση της προσκόλλησης σε ένα ανεπαρκές και ολοένα περισσότερο αναχρονιστικό status quo. Οι αποτυχημένες προσπάθειες, οι ιδιωτικοί  πάροχοι και τα σχολεία που προκύπτουν από επιχειρηματική δραστηριότητα μπορεί να είναι ένα υψηλό τίμημα. Αλλά είναι ένα τίμημα που αξίζει να το πληρώσουμε για να αποφευχθεί η στασιμότητα και τα αδιάκοπα σπασμωδικά βήματα που βλέπουμε εδώ και τόσο πολύ καιρό να προβάλλονται ως «εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις».

Συμπέρασμα
Είναι σαφές οι μεταρρυθμιστές υπέρ της επιλογής έχουν στηρίξει πολλές ελπίδες στην παραδοχή ότι αν απλώς επιτραπεί στις οικογένειες να επιλέγουν το σχολείο του παιδιού τους, θα προωθηθεί η εκπαίδευση και θα καταστεί ένας δυναμικός τομέας. Η επιλογή είναι μόνο το ήμισυ της εξίσωσης στην αγορά προσφοράς και ζήτησης. Προτάσεις που αυξάνουν τη γονική επιλογή μπορεί να τονώσουν τη ζήτηση, αλλά συνήθως δεν αντιμετωπίζουν την προσφορά  επιλογών καλής ποιότητας. Για δεκαετίες, οι μεταρρυθμιστές έχουν εργαστεί  μόνο για να αυξήσουν την επιλογή μόνο των σχολείων,  χάνοντας έτσι την ευκαιρία να απευθυνθούν σε όσους γονείς που πιθανόν να μη θέλουν να αλλάξουν σχολείο, αλλά να ενδιαφέρονται για περισσότερες επιλογές ανάμεσα σε δασκάλους, σχέδια μαθημάτων ή διδακτικές προσεγγίσεις.
Αντί να εστιάζουμε σε μεμονωμένες στρατηγικές για να διορθώσουμε τα σχολεία ή να προωθήσουμε την επιλογή, οι μεταρρυθμίσεις από την οπτική της προσφοράς επικεντρώνονται στο να καταστεί ο χώρος πιο φιλόξενος για την εμφάνιση και την επέκταση αποτελεσματικών διαχειριστών. Μια τέτοια προσέγγιση επικεντρώνεται στη δημιουργία συνθηκών που επιτρέπουν τους εναλλακτικούς διαχειριστές και δεν προεξοφλούν ότι οι αιρετοί αξιωματούχοι, οι περιφερειακοί διευθυντές, οι καθηγητές ή οι χρηματοδότες μπορούν συστηματικά να προσδιορίζουν και να επιβάλλουν εφαρμόσιμες λύσεις που είναι γνωστές εκ των προτέρων. Τα ριζικά και ανατρεπτικά αποτελέσματα βελτίωσης είναι αποτέλεσμα  νεοεισερχόμενων παικτών που δημιουργούν ένα λειτουργικό προϊόν ή φόρμουλα και επινοούν έναν οργανισμό αλλά και την κουλτούρα που εγγυάται την καινοτομία σε αυξανόμενη κλίμακα. Αυτός είναι και ο λόγος που καμία γενιά σχολείων ή εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν θα πρέπει ποτέ να θεωρούνται ως η έσχατη λύση. Ο στόχος πρέπει να είναι να διευκολύνεται ένας δυναμικός τομέας  στον οποία η διαδικασία αυτοαναπλήρωσης να είναι ο κανόνας.
Τα συμβατικά σχολεία αποτελούσαν βέλτιστες πρακτικές λύσεις σε μια παλαιότερης εποχής -  αναπτύχθηκαν μάλιστα στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, όταν επετράπη το κίνητρο του κέρδους. Σήμερα, ωστόσο, η αύξηση των φιλοδοξιών, οι μεταβαλλόμενες ανάγκες των μαθητών και οι ευκαιρίες που παρουσιάζονται από τα νέα εργαλεία και τεχνολογίες σημαίνουν ότι οι παλιές λύσεις πρέπει να αμφισβητηθούν από τον ανταγωνισμό. Χρειαζόμαστε περισσότερη εκπαιδευτική επιλογή, όχι μόνο την επιλογή του σχολείου.

Βιβλιογραφία
Christensen, C., M. Horn and C. Johnson (2008), Disrupting Class: How Disruptive Innovation Will Change the Way the World Learns, New York: McGraw-Hill.
Chubb, J. and T. Moe (2009), Liberating Learning: Technology, Politics, and the Future of American Education, San Francisco: Jossey Bass.

Δεν υπάρχουν σχόλια: