Παρασκευή, Αυγούστου 07, 2015

O πλούτος στη βάση της εκπαιδευτικής πυραμίδας.


James B. Stanfield

Από την έκδοση του βιβλίου Η Παγκόσμια Εκπαιδευτική Βιομηχανία (Tooley, 1999), έχουν λάβει χώρα μία σειρά σημαντικές εξελίξεις σε αυτό τον αναδυόμενο τομέα οι οποίες βοηθούν να ρίξουμε περισσότερο φως στον μετασχηματιστικό ρόλο του κινήτρου του κέρδους ως προς τον σχεδιασμό και την παροχή εκπαίδευσης σε οικονομικά αδύναμες κοινωνικές ομάδες του αναπτυσσόμενου κόσμου. Σε αυτό το κεφάλαιο θα εξετάσουμε περιληπτικά την εργασία του εκλιπόντος  C.K.Prahalad και τη σχέση της με την εκπαίδευση, την ανάπτυξη αλυσίδων ιδιωτικών σχολείων, την εξέλιξη των συστημάτων δημιουργίας πλούτου στην εκπαίδευση και, τέλος, τα Ηνωμένα Έθνη και τη στάση τους απέναντι στο κίνητρο του κέρδους στην εκπαίδευση. Έπειτα, θα συζητήσουμε ποια μαθήματα μπορούμε να πάρουμε για το Ηνωμένο Βασίλειο.

Ο C.K. Prahalad και η βάση της πυραμίδας
Η ανάπτυξη και η εξέλιξη των ιδιωτικών σχολείων στις αναπτυσσόμενες χώρες, όπως αρχικά αποτυπώθηκε από τον James Tooley (Tooley, 2009) , συνέπεσε με μία ευρύτερη αύξηση του ενδιαφέροντος για τον ρόλο των κερδοσκοπικών εταιρειών στην ικανοποίηση των βασικών αναγκών των φτωχών του αναπτυσσόμενου κόσμου. Ηγετικός διαφωτιστής για την έρευνα αυτής της τάσης κατά την προηγούμενη δεκαετία ήταν ο C.K. Prahalad (1941-2010) , του οποίου η έκδοση Ο Πλούτος στη Βάση της Πυραμίδας: Αντιμετωπίζοντας τη Φτώχεια μέσω των Κερδών (Prahalad, 2004) συνέβαλε στο να καταγγελθεί ο εφησυχασμός τόσο των στελεχών των επιχειρήσεων που αγνοούσαν την πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού που ζει με χαμηλά εισοδήματα, όσο και των ειδικών εμπειρογνωμόνων για την ανάπτυξη οι οποίοι παραδοσιακά είναι πολύ σκεπτικιστές και καχύποπτοι με τις κερδοσκοπικές εταιρείες, ειδικά όταν αυτές προσπαθούν να εμπλακούν στις φτωχές κοινότητες.[1]
Ο Prahalad απέρριπτε την παραδοσιακή προσέγγιση για τη διεθνή βοήθεια η οποία συχνά υπέθετε ότι οι φτωχοί ήταν αβοήθητα θύματα σε απεγνωσμένη ανάγκη για ανθρωπιστική βοήθεια. Γι’ αυτό απαιτούταν μια νέα προσέγγιση που θα αναγνώριζε ότι οι περίπου 4 δισεκατομμύρια άνθρωποι που ζούσαν στη Βάση της Πυραμίδας (Bottom of PyramidBOP) με λιγότερα από 2 δολάρια/ημέρα δεν ήταν μόνο δικαιούχοι φιλανθρωπικής βοήθειας αλλά και ικανοί επιχειρηματίες και συνειδητοποιημένοι καταναλωτές. Η δύναμη αυτής της νέας προσέγγισης ήταν ότι έτεινε να δημιουργήσει ευκαιρίες για τους φτωχούς δίνοντάς τους καλύτερη πρόσβαση στα προϊόντα και τις υπηρεσίες που ήταν προηγουμένως αποκλειστικά για τους πλούσιους. Έτσι οι κερδοσκοπικές εταιρείες μπορούν να συμβάλουν στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου εκείνων που βρίσκονται στη βάση της πυραμίδας, ενώ παράλληλα θα δημιουργούν κέρδος: μια ευφυής διαδικασία αμοιβαίου οφέλους.
Ο Prahalad υπογραμμίζει τη σημασία της δημιουργίας αγοραστικής δύναμης προκειμένου να μετασχηματιστούν οι κοινότητες χαμηλού εισοδήματος σε αγορές καταναλωτών. Πρώτον, είναι επικριτικός προς την παραδοσιακή άποψη της δωρεάν παροχής προϊόντων και υπηρεσιών επειδή αυτό συχνά έχει τον χαρακτήρα της ελεημοσύνης: μπορεί η φιλανθρωπία να μας κάνει να αισθανόμαστε καλά, αλλά σπάνια λύνει το πρόβλημα με έναν διαρκή και κλιμακούμενο τρόπο. Δεύτερον, ισχυρίζεται ότι τα παραδοσιακά προϊόντα, υπηρεσίες και διοικητικά σχήματα δεν αποδίδουν. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις πρέπει να μάθουν να καινοτομούν και να λαμβάνουν υπόψη τους τις χαμηλές και ασταθείς δυνατότητες πληρωμής των πελατών τους. Για παράδειγμα, ένα επιχειρηματικό μοντέλο πληρωμής αλά καρτ θα επέτρεπε στους πελάτες να πληρώνουν χαμηλό κόστος για κάθε χρήση ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας και έτσι θα ενθάρρυνε την κατανάλωση και θα βοηθούσε να αυξηθεί η πρόσβαση και η επιλογή σε ένα μεγάλο αριθμό γνωστών καταναλωτικών αγαθών. Αντί να υποθέτουμε ότι οι φτωχοί δεν μπορούν να πληρώσουν ορισμένα προϊόντα και επομένως να αποτελέσουν μια βιώσιμη αγορά, η έμφαση πρέπει να μεταφερθεί προς την αναγνώριση της επιθυμίας τους να πληρώνουν και στην αναζήτηση τρόπων που θα φέρουν τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης σε προσιτές τιμές.
Τέλος, ενώ ένα μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας για τη Βάση της Πυραμίδας έχει εστιάσει στον τρόπο με τον οποίο οι ιδιωτικές επιχειρήσεις μπορούν να εξυπηρετούν καλύτερα τους φτωχούς στις αναπτυσσόμενες χώρες, σημαντική προσοχή έχει δοθεί επίσης στη σπουδαιότητα της ανάπτυξης ενός οικοσυστήματος γύρω από αυτές τις επιχειρήσεις – ένα δίκτυο ή κοινότητα διαφορετικών οργανισμών (κερδοσκοπικοί, μη κερδοσκοπικοί, ιδιωτικοί, κρατικοί) που όλοι θα παίζουν σημαντικό ρόλο στην υποστήριξη της επιχείρησης η οποία προσφέρει το τελικό προϊόν. Το απλό μήνυμα του Prahalad είναι «μην το αφήνετε μόνο του» και καταλήγει συμπεραίνοντας ότι οι κύριοι παράγοντες σε αυτή τη συζήτηση χρειάζεται να αλλάξουν νοοτροπία καθώς η κυρίαρχη λογική κάθε ομάδας συνεχίζει να εμποδίζει τις ικανότητές της να διακρίνει τις ευκαιρίες που υπάρχουν.
Ενώ το πρώτο κεφάλαιο της εργασίας του Prahalad εστιάζει στην εξήγηση της λογικής πίσω από την αυξανόμενη εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα στην πάλη εναντίον της φτώχειας, τα κεφάλαια δύο και τρία παρουσιάζουν μελέτες περίπτωσης ιδιωτικών εταιρειών σε μια ποικιλία διαφορετικών αγορών που εξυπηρετούν μεγάλο αριθμό οικογενειών με χαμηλά εισοδήματα. Αυτό το δεδομένο ήταν αδύνατο να αγνοηθεί και σύντομα κατέστησε αστήρικτη την όποια επίκριση εναντίον των κερδοσκοπικών εταιρειών που δρουν σε αυτές τις αγορές. Η αξιοσημείωτη ανάπτυξη της μικροοικονομικής επιστήμης και η χρήση των κινητών τηλεφώνων στις αναπτυσσόμενες χώρες έχουν επίσης συμβάλει να ενισχυθεί το μήνυμα του Prahalad ότι το κίνητρο του κέρδους μπορεί να αξιοποιηθεί για να κάνει καλό. Στον αναπτυσσόμενο κόσμο, τα κινητά τηλέφωνα χρησιμοποιούνται πλέον για επικοινωνία με απομακρυσμένους συγγενείς, για την εκμάθηση Αγγλικών, για πληρωμή λογαριασμών, για μεταφορά χρημάτων, για πρόσβαση σε λογαριασμούς καταθέσεων, για την αντιμετώπιση του AIDS, για να παρέχουν στους αγρότες καθημερινή ενημέρωση για τις τιμές των προϊόντων τους, κοκ. Αυτό δείχνει καθαρά ότι υπάρχει ζήτηση για ιδιαίτερα προϊόντα και υπηρεσίες σε αυτές τις κοινότητες, αρκεί να είναι σε προσιτές τιμές. Έτσι, αυτές οι εξελίξεις εγείρουν ένα ενδιαφέρον ερώτημα: Είναι εφικτό να εφαρμόσουμε στην εκπαίδευση παρόμοια μοντέλα καινοτομίας, ανάπτυξης οικοσυστημάτων και εστίασης στην ικανότητα πληρωμής όπως έχει συμβεί σε άλλες αγορές, περιλαμβανομένης και της αγοράς κινητών τηλεφώνων ;
Αν και ο Prahalad δεν παραθέτει κάποιο παράδειγμα ιδιωτικών σχολείων ως μελέτη περίπτωσης στην έκδοση του 2004, προσδιορίζει την παγκόσμια εκπαιδευτική βιομηχανία ως μια αγορά για τη Βάση της Πυραμίδας, η οποία αναδύεται ως μεγάλη ευκαιρία. Παρόλα αυτά, η εκπαίδευση παρέμεινε στο περιθώριο των συζητήσεων για τη Βάση της Πυραμίδας, ίσως επειδή ο χώρος θεωρούταν ακόμα υπερβολικά πολιτικά ευαίσθητος. Αυτό άλλαξε το 2006 όταν το δοκίμιο του James Tooley Εκπαιδεύοντας την Amaretch: Ιδιωτικά Σχολεία για τους Φτωχούς και το Νέο Μέτωπο για τους Επενδυτές κέρδισε το πρώτο βραβείο στον ετήσιο διαγωνισμό δοκιμίου της Διεθνούς Οικονομικής Εταιρείας (IFC) και των Financial Times με τίτλο: «Επιχειρήσεις και ανάπτυξη: Ο ιδιωτικός δρόμος προς την ευημερία». Συνεχίζοντας την έρευνά του της προηγούμενης δεκαετίας, ο Tooley υποστήριξε ότι η ανεπτυγμένη κοινότητα θα μπορούσε να βοηθήσει τους φτωχούς επεκτείνοντας την πρόσβαση σε ιδιωτικά σχολεία με στοχευμένες υποτροφίες και με κουπόνια εκπαίδευσης. Οι ιδιωτικοί επενδυτές θα μπορούσαν επίσης να συμβάλλουν με μικροδάνεια, εξειδικευμένα εκπαιδευτικά επενδυτικά funds και κοινοπραξίες με επιχειρηματίες της εκπαίδευσης, περιλαμβανομένης και της ανάπτυξης αλυσίδων ιδιωτικών σχολείων. Μαζί με ένα απόσπασμα του βραβευμένου δοκιμίου, οι Financial Times δημοσίευσαν και ένα κεντρικό άρθρο του συντάκτη τους που κατέληγε ως εξής:
Η εκπαίδευση δεν είναι, όπως πιστεύαμε επί μακρόν, πολύ σημαντική για να την αφήσουμε στον ιδιωτικό τομέα. Είναι, αντίθετα, πολύ σημαντική για να την αφήσουμε στα αποτυχημένα κρατικά μονοπώλια. Η επανάσταση του ιδιωτικού τομέα ενδυναμώνει εκείνη την κατηγορία ανθρώπων που ενδιαφέρονται περισσότερο για τα παιδιά: τους γονείς τους. Όσοι δεν ανήκουν σε αυτή την κατηγορία – κρατικοί ή ιδιώτες – πρέπει να ακολουθήσουν τις καινοτομίες που επιβάλλονται από την κατάσταση των φτωχών (Financial Times, 17 Φεβρουαρίου 2007) .

Αναδυόμενες αλυσίδες ιδιωτικών σχολείων
Η πιο εντυπωσιακή εξέλιξη που έχει συμβεί με αυτή την επανάσταση του ιδιωτικού τομέα αφορά την ανάπτυξη ενός αριθμού ιδιωτικών σχολείων τα οποία έχουν φιλόδοξα σχέδια να επεκταθούν αρχικά σε εθνικό επίπεδο και στη συνέχεια σε ολόκληρο τον αναπτυσσόμενο κόσμο. Για παράδειγμα, οι Bridge International Academies (BIA)[2] ιδρύθηκαν στην Κένυα το 2009 με όραμα να καταστήσουν προσιτή την πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας πρωτοβάθμια εκπαίδευση για τις φτωχές οικογένειες στην Αφρική. Τον Ιούλιο του 2011, 22 σχολεία ιδρύθηκαν στις φτωχογειτονιές του Ναϊρόμπι και η εταιρεία τώρα σχεδιάζει να αναπτυχθεί γρήγορα κατά μήκος της υποσαχάριας Αφρικής. Το 2015 ελπίζουν να έχουν συνολικά 1.800 σχολεία που θα εξυπηρετούν περισσότερες από 1 εκατομμύριο οικογένειες. Για να πετύχουν μια επέκταση τέτοιου μεγέθους, έχουν εισαγάγει το μοντέλο της «σχολειοσκευής» (σχολείο σε κουτί) το οποίο παρέχει σε κάθε νέο διευθυντή ένα αναλυτικό, βήμα προς βήμα, πακέτο οδηγιών για το πώς να ξεκινήσει και να διευθύνει ένα καινούριο σχολείο. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτού του μοντέλου είναι τα εξής: Ο χρόνος από την ίδρυση του σχολείου έως τα εγκαίνια είναι πέντε μήνες. Τα σχολικά κτήρια χτίζονται με λιγότερα από 2.000 δολάρια ανά αίθουσα. Οι γονείς χρεώνονται 295 σελίνια Κένυας (4 δολάρια) ανά μήνα, το οποίο εκτιμάται ότι είναι λιγότερο από τα ανεπίσημα έξοδα που χρεώνονται στα τοπικά «δωρεάν» κρατικά σχολεία. Κάθε σχολείο είναι ικανό να εγγράφει περίπου 1.000 παιδιά και προσδοκά να γίνει κερδοφόρο μέσα σε ένα χρόνο από την έναρξη. Οι μαθητές παρακολουθούν το σχολείο καθημερινά από τις 7.30πμ έως τις 5μμ. Τόσο οι διευθυντές όσο και οι εκπαιδευτικοί προσλαμβάνονται από την τοπική κοινότητα και ενώ ο βασικός τους μισθός είναι χαμηλός, λαμβάνουν επιδόματα για την αύξηση των εγγραφών και για την έγκαιρη πληρωμή των διδάκτρων. Και, τέλος, αναλυτικά σχέδια μαθημάτων δημιουργούνται στο κεντρικό γραφείο με έμφαση στη διασφάλιση ότι τα παιδιά θα μάθουν καλά την αγγλική γλώσσα.
Μια σημαντική καινοτομία που εισήγαγαν οι ΒΙΑ αφορά τη χρήση ηλεκτρονικού συστήματος πληρωμής, διαχειρίσιμου από τον πελάτη, το οποίο επιτρέπει στους γονείς να πληρώνουν τα σχολικά δίδακτρα μέσω τηλεφώνου. Αυτή η τεχνολογία χρησιμοποιείται και στις περισσότερες οικονομικές συναλλαγές κάθε σχολείου , δημιουργώντας ένα «σχολικό σύστημα χωρίς ταμείο». Γι’ αυτό τον σκοπό, το κεντρικό γραφείο διανέμει τα σχολικά κονδύλια και τους μισθούς των εκπαιδευτικών μέσω κινητών τηλεφώνων, ενώ από τους γονείς ζητείται να πληρώνουν τα δίδακτρα με τον ίδιο τρόπο. Καθώς δεν διακινούνται χρήματα εντός των σχολείων, οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να ζητήσουν πρόσθετη πληρωμή και ζητείται από τους γονείς να αναφέρουν αμέσως στο κεντρικό γραφείο αν αντιληφθούν τέτοιες περιπτώσεις.
Για να στηρίξουν τα φιλόδοξα επενδυτικά τους σχέδια, οι ΒΙΑ έχουν πετύχει να προσελκύσουν αξιοσημείωτα ποσά ιδιωτικών επενδύσεων από μια νέα γενιά τολμηρών επενδυτών, όπως: Deutsche Bank Americas Foundation, Omidyar Network, Jasmine Social Investments, d.o.b. foundation, LGT Venture Philanthropy, Hilti Foundation,  Learn Capital. Σύμφωνα με τον Matt Bannick, διευθύνοντα σύμβουλο του Omidyar Network, οι ΒΙΑ αποτελούν ένα πολύ ισχυρό παράδειγμα επιχειρηματικότητας πολλαπλών ωφελειών, η οποία «όχι μόνο επεκτείνει την επιτυχία της  στην εκπαίδευση, αλλά επίσης προσφέρει ένα μοντέλο για το πώς μπορεί να προκληθεί η κοινωνική αλλαγή μέσω της κερδοφόρας καινοτομίας». Ακολουθώντας το παράδειγμα αυτών των επενδυτών, περισσότερες εταιρείες αρχίζουν τώρα να ενδιαφέρονται, όπως η Pearson που έγινε ένας σημαντικός μειοψηφικός μέτοχος των ΒΙΑ τον Μάρτιο του 2011. Καθώς αυτές οι σχολικές αλυσίδες αρχίζουν να μεγαλώνουν και να αναπτύσσονται, θα πρέπει να περιμένουμε ότι περισσότερες εθνικές και πολυεθνικές εταιρείες θα ακολουθήσουν τον δρόμο της Pearson. Οι ΒΙΑ (κερδοσκοπική εταιρεία με φιλοδοξίες για επέκταση) συμβάλλουν έτσι στη δημιουργία μιας εντελώς νέας πηγής εκπαιδευτικών επενδύσεων, από όλο τον κόσμο, προκειμένου να ενισχυθεί θετικά η ανάπτυξη της εκπαίδευσης στις φτωχογειτονιές του Ναϊρόμπι της Κένυας. Σύμφωνα με την JP Morgan, το δυνητικό μέγεθος των επενδύσεων μόνο στην αγορά πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης κατά τα επόμενα δέκα χρόνια θα είναι 4,8 – 10 δισεκατομμύρια δολάρια, με εκτιμώμενο κέρδος 2,6 – 11 δισεκατομμύρια δολάρια.
Στην Γκάνα, τα Omega Schools[3] είναι μια ακόμη αλυσίδα ιδιωτικών σχολείων η οποία αυτοπροσδιορίζεται ως κερδοσκοπική επιχείρηση με κοινωνικό σκοπό «να δημιουργεί ιδιωτικά σχολεία που θα ωφελούν τις φτωχές οικογένειες και θα ενισχύουν τα όνειρα εκείνων που βρίσκονται στη βάση της οικονομικής πυραμίδας». Αφού ξεκίνησε το πρώτο Omega School το 2009, ο αριθμός τους αυξήθηκε σε δέκα το 2011και τώρα η εταιρεία σχεδιάζει να επεκτείνει την αλυσίδα κατά μήκος της Δυτικής Αφρικής. Μία σημαντική πρωτοπορία των Omega Schools είναι η εισαγωγή του ημερήσιου διδάκτρου το οποίο διευκολύνει πολλούς γονείς που δεν μπορούν να πληρώνουν μηνιαία ή ετήσια δίδακτρα. Αυτό το δίδακτρο καλύπτει τα κόστη διδασκαλίας, τη στολή, τα βιβλία, τη μεταφορά, τα προγράμματα απεντόμωσης και ένα ζεστό γεύμα. Επίσης, κάθε παιδί λαμβάνει δωρεάν δεκαπέντε σχολικές μέρες κάθε έτος και ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο το οποίο εγγυάται ότι το παιδί θα συμπληρώσει τη φοίτησή του σε περίπτωση θανάτου ενός γονέα. Η δημοφιλία του επιχειρηματικού μοντέλου πληρωμής-ανά-χρήση αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η ζήτηση θέσεων σε κάθε νέο σχολείο Omega είναι υψηλή και ότι το ίδιο μοντέλο υιοθετείται τώρα και από έναν αριθμό ανταγωνιστικών σχολείων στην ίδια περιοχή. Όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα τους, τα Omega Schools προσπαθούν να εισάγουν «κερδοφόρες καινοτομίες που, αν πετύχουν, όχι μόνο θα αποδώσουν οφέλη στους μαθητές μας, αλλά επίσης θα έχουν τη δυναμική να διαδοθούν ευρέως, αποδίδοντας οφέλη και σε μαθητές εκτός του δικού μας οργανισμού». Το καινοτόμο μοντέλο Πληρώνεις-Ενώ-Μαθαίνεις (Pay As You LearnPAYL) των Omega Schools, συνδυαζόμενο με χαμηλά εταιρικά κόστη, έχει επιτρέψει στην εταιρεία να κάνει απόσβεση από το 2011. Κατά συνέπεια, αυτά τα δέκα σχολεία είναι οικονομικά αυτάρκη και δεν εξαρτώνται από καμία εξωτερική χρηματοδότηση κυβερνητικού ή διεθνή παράγοντα. Αυτό είναι ένα αξιοσημείωτο επίτευγμα και επιβεβαιώνει ότι όταν παραχωρείται στα σχολεία ο χώρος και η ελευθερία να αναπτυχθούν, τότε αυτά μπορούν να ευημερήσουν χωρίς κρατική υποστήριξη.
Αυτό το παράδειγμα βοηθάει στη διαφώτιση του πώς το κίνητρο του κέρδους στην εκπαίδευση μπορεί να ωφελήσει όχι μόνο τα παιδιά που φοιτούν σε καινοτόμα σχολεία, αλλά επίσης και τα παιδιά στα υπόλοιπα σχολεία τα οποία στη συνέχεια μιμούνται ή αντιγράφουν παρόμοιες καινοτομίες. Μια διαδικασία συνεχούς καινοτομίας, η οποία είναι κάτι φυσιολογικό στους περισσότερους τομείς της οικονομίας, αρχίζει έτσι να αναδύεται σταδιακά σε αυτές τις νέες εκπαιδευτικές αγορές. Μια έρευνα που δημοσιεύθηκε από το Monitor Institute προσδιορίζει τα Omega Schools ως ένα «αναδυόμενο φαινόμενο με πολλές δυνατότητες να αντιμετωπίσει τα αίτια και τις συνέπειες της παγκόσμιας φτώχειας» (Kubzansky et al. , 2011: 26). Αυτό δεν αναφέρεται στη δυνατότητα των Omega Schools να λειτουργούν σε πλήρη απομόνωση. Αντίθετα, αναφέρεται στη μετασχηματιστική επιρροή που έχει η ίδρυση ενός Omega School προς τα άλλα σχολεία της ίδιας περιοχής. Εφόσον το πολλαπλασιαστικό φαινόμενο έχει προσδιοριστεί, είναι πολύ ευκολότερο να διαπιστώσουμε ότι μια σχολική καινοτομία μπορεί γρήγορα να διαδοθεί τοπικά και ενδεχομένως σε ολόκληρη τη χώρα. Με την αυξανόμενη χρήση του διαδικτύου, ίσως δεν είναι μακριά η στιγμή που μια νέα καινοτομία θα διαδίδεται παγκοσμίως μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Το σχολείο χωρίς ταμείο και η ημερήσια πληρωμή των διδάκτρων αποτελούν δύο καινοτομίες οι οποίες ήδη αρχίζουν να λύνουν τα προβλήματα οικονομικής δυσχέρειας και έλλειψης διαφάνειας και αγοραστικής δύναμης που μαστίζουν τα κρατικά εκπαιδευτικά συστήματα των αναπτυσσόμενων χωρών κατά τον τελευταίο μισό αιώνα. Το γεγονός ότι οι δύο παραπάνω επιχειρήσεις έχουν αναπτύξει και υλοποιήσει αυτές τις καινοτομίες μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια δείχνει ότι το επιχειρηματικό ταλέντο, οι ιδιωτικές επενδύσεις και το κίνητρο του κέρδους μπορούν να επιδράσουν θετικά στον χώρο και σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.
Ένας αριθμός αλυσίδων ιδιωτικών σχολείων έχουν αναδυθεί πρόσφατα και στην Ινδία, τη χώρα η οποία είναι πιο στενά συνδεδεμένη με την επανάσταση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού τομέα. Για παράδειγμα, η εταιρεία SKS Microfinance διαθέτει περίπου 60 SKS Bodhi Academies στο Andra Pradesh οι οποίες παρέχουν αγγλόφωνη  εκπαίδευση σε 3.000 παιδιά χωριών της υπαίθρου με κόστος 160-220 ρούπια ανά μήνα.  Η εκπαίδευση είναι από το προνήπιο έως το δεύτερο επίπεδο και πραγματοποιείται με «παιγνιώδη μέθοδο» διδασκαλίας σε αίθουσες που δεν υπερβαίνουν τα 25 παιδιά. Μια αρχική έρευνα αγοράς πραγματοποιήθηκε για να γίνουν καλύτερα κατανοητές οι ανάγκες και οι προσδοκίες των γονέων και για να εξεταστεί πώς το κάθε σχολείο της αλυσίδας μπορεί να προσφέρει το ίδιο επίπεδο εκπαίδευσης ανεξάρτητα από διαφορές στην τοποθεσία και στην ποιότητα των εκπαιδευτικών. Η εταιρεία αναζητά τώρα τρόπους να προωθήσει ένα σύνολο σχολείων αποτελούμενο από περισσότερα του ενός εκατομμυρίου φτωχά παιδιά προερχόμενα από τις ίδιες οικογένειες που λαμβάνουν δάνεια από το SKS. Καθώς υπολογίζεται ότι υπάρχουν περίπου 60 εκατομμύρια μικροοικονομικοί πελάτες σε όλο τον κόσμο, αυτή η προσέγγιση ενθάρρυνσής τους να επενδύσουν στην εκπαίδευση των παιδιών τους έχει σίγουρα μεγάλη δυναμική.
Ένας νέος παίκτης στην ινδική αγορά είναι η Educomp Solutions, η οποία ιδρύθηκε το 1994 και από τότε έχει γίνει η μεγαλύτερη εταιρεία εκπαιδευτικού λογισμικού στην Ινδία. Τα νέα της σχολεία VidyaPrabhat Schools χτίζονται σε μικρές πόλεις και απομακρυσμένες περιοχές της Ινδίας και σκοπεύουν να προσφέρουν προσιτή οικονομική εκπαίδευση (700 ρούπια/μήνα) η οποία θα συνδυάζει τις πρόσφατες καινοτομίες στην εκπαιδευτική τεχνολογία με την παραδοσιακή ινδική γνώση και αξίες. Προκειμένου να βελτιστοποιήσουν τη χρήση των υποδομών, θα λειτουργήσουν με ένα εναλλασσόμενο σύστημα με τις μικρές τάξεις το πρωί και τις μεγαλύτερες τάξεις το απόγευμα, ενώ κάθε σχολείο θα ωφελείται από την πρόσβαση στην πληθώρα των ηλεκτρονικών εφαρμογών της Educomp, όπως: Smartclass, Mathguru, Wizlearn, Aha!Math,  EasyTech και Aha!Science. Έτσι αυτό το μοντέλο αυξάνει τις δυνατότητες των σχολείων να ξεφύγουν από το παραδοσιακό μοντέλο εκπαίδευσης και να εισαγάγουν μια μεικτή μορφή μάθησης που θα συνδυάζει την παραδοσιακή διδασκαλία με τη σύγχρονη ηλεκτρονική εμπειρία.
Οι παραπάνω εξελίξεις σε αυτό τον αναδυόμενο τομέα βοηθούν στη διαφώτιση ορισμένων σημαντικών διαφορών μεταξύ της κρατικής και της κερδοσκοπικής οργάνωσης της εκπαίδευσης. Πρώτον, οι διαφορετικές προσεγγίσεις, μέθοδοι και μοντέλα που εισάγονται από τις νέες αλυσίδες, αποδεικνύουν ότι το κίνητρο του κέρδους συμβάλλει στην ενθάρρυνση της διαφοροποίησης και της ποικιλίας διαφορετικών σχολικών μοντέλων, με κάθε μοντέλο να τονίζει την ιδιαιτερότητα του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί. Δεύτερον, η κερδοσκοπική οργάνωση φαίνεται να ενθαρρύνει την  προθυμία για πειραματισμούς και για νέες προσπάθειες. Γι’ αυτό, αντί για σχολεία που περιμένουν από το Υπουργείο Παιδείας καθοδήγηση και έμπνευση, κάθε ξεχωριστή επιχείρηση επενδύει στην έρευνα και την ανάπτυξη (R&D) για τη συνεχή βελτίωση της διοίκησης των σχολείων της, της χρήσης της τεχνολογίας και της προσφοράς ιδιαίτερων γνωστικών αντικειμένων. Η έρευνα και η ανάπτυξη καθίστανται έτσι πολύ περισσότερο καθοδηγούμενες από τις ειδικές ανάγκες κάθε διαφορετικής εκπαιδευτικής επιχείρησης. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την τεράστια πλειοψηφία των ερευνών που εκπονούνται σε κρατικούς εκπαιδευτικούς φορείς και συχνά υλοποιούνται μέσα σε εργαστήρια πανεπιστημίων με ελάχιστη ή καθόλου επαφή με τα σχολεία. Ο τρόπος με τον οποίο οι νέες σχολικές αλυσίδες οργανώνουν και διευθύνουν τις ερευνητικές δράσεις τους αποτελεί σημαντικό παράγοντα αποσαφήνισης για το κατά πόσο πετυχαίνουν την πλήρη ανάπτυξη του δυναμικού τους προκειμένου να εξελιχθούν σε εθνικές ή και παγκόσμιες αλυσίδες.

Ανάπτυξη οικοσυστημάτων για τη δημιουργία ευημερίας στην εκπαίδευση
Όπως σημειώθηκε προηγουμένως από τον Prahalad, οι επιχειρήσεις που σκοπεύουν να εισέλθουν στην αγορά της Βάσης της Πυραμίδας δεν πρέπει να το κάνουν μόνες τους και αυτό ισχύει περισσότερο στις αναπτυσσόμενες χώρες. Κρίσιμος παράγοντας σε αυτά τα νέα εκπαιδευτικά οικοσυστήματα και δίκτυα είναι οι οργανισμοί που παρέχουν μια ποικιλία διαφορετικών οικονομικών υπηρεσιών. Στο Εκπαιδεύοντας την Amaretch, o Tooley έδειξε ότι ένα δημιουργικό νέο μέτωπο για τους επενδυτές αναδυόταν για να συναντήσει την αυξανόμενη ζήτηση μικροοικονομικών υπηρεσιών στα πλαίσια του φθηνού ιδιωτικού εκπαιδευτικού τομέα. Αυτό ενισχύθηκε το 2008 όταν η Opportunity International, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες μικροοικονομικής παγκοσμίως, εισήγαγε το πρόγραμμα Microschools of Opportunity, το οποίο χορηγεί δάνεια σε επιχειρηματίες της εκπαίδευσης καθώς επίσης και επιχειρηματικές συμβουλές για το πώς να επιτύχουν τη λειτουργία ενός οικονομικά αυτάρκους σχολικού ιδρύματος. Καθώς η εμπρόθεσμη αποπληρωμή των δανείων εξαρτάται από το πώς αυτά ξοδεύονται και πόσο επιτυχημένο γίνεται το σχολείο, η Opportunity International έχει έντονο συμφέρον να βοηθάει προς αυτή την κατεύθυνση. Τα Microschools λειτουργούν τώρα σε πενήντα τοποθεσίες στην Γκάνα και εννιά στο Μαλάουι ενώ σκοπεύουν να επεκταθούν σε πολλές άλλες χώρες της Αφρικής και της Ασίας. Η Opportunity International προσφέρει επίσης σχολικά δάνεια σε γονείς,  βοηθώντας τους να πληρώσουν τα δίδακτρα μιας χρονικής περιόδου, τα οποία είναι πιο συμβατά με την ασταθή οικονομική τους κατάσταση. Λογαριασμοί σχολικών καταθέσεων για παιδιά δημιουργούνται επίσης για να ενθαρρύνουν τις οικογένειες να αποταμιεύσουν χρήματα για την εκπαίδευση των παιδιών τους. Όλες αυτές οι καινοτομίες θα βοηθήσουν τα παιδιά στον αναπτυσσόμενο κόσμο να αποκτήσουν πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση την οποία οι εθνικές κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί έχουν αποδειχθεί ανίκανοι να την προσφέρουν.
Ένα άλλο ίδρυμα που εφαρμόζει την προσέγγιση της Βάσης της Πυραμίδας στην εκπαίδευση είναι μια εταιρεία επενδύσεων με έδρα την Ατλάντα των ΗΠΑ, με την επωνυμία Gray Ghost Ventures (GGV). Διαβλέποντας τη δυναμική της γοργά επεκτεινόμενης αγοράς φθηνών ιδιωτικών σχολείων κατά μήκος της Ινδίας, η GGV προσδιόρισε το οικονομικό πρόβλημα ως ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια ανάπτυξης στον χώρο. Για να το αντιμετωπίσει, ίδρυσε το 2009 την Indian School Finance Company (ISFC), η οποία χορηγεί δάνεια σε χαμηλού κόστους ιδιωτικά σχολεία που λειτουργούν στο Hyberabad του Andhra Paresh. Τα δάνεια καλύπτουν την επέκταση της σχολικής υποδομής και χωρητικότητας και συνδυάζονται με πρόγραμμα σεμιναρίων διοίκησης για τους ιδιοκτήτες σχολείων. Αυτό επιτρέπει στο σχολείο να αυξάνει τις εγγραφές, που αυξάνουν με τη σειρά τους το σχολικό εισόδημα και έτσι βελτιώνεται η δυνατότητα του σχολείου για αποπληρωμή του δανείου. Για να συμπληρώσει το σύνολο των οικονομικών της υπηρεσιών, το φιλανθρωπικό τμήμα της GGV, παρακολουθεί συνεχώς την παροχή ποιοτικής εκπαίδευσης από αυτά τα σχολεία. Το πρόγραμμά της Affordable Private School Initiative περιλαμβάνει την ανάπτυξη ενός συστήματος αξιολόγησης και κατάταξης, την έρευνα στη φύση και το περιεχόμενο της αγοράς φθηνών ιδιωτικών σχολείων της Ινδίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, καθώς επίσης και τη δημιουργία της ιστοσελίδας EnterprisingSchools.com. Η ανάπτυξη ενός νέου συστήματος αξιολόγησης και κατάταξης, καθώς και η νέα γενιά ποιοτικών χαρακτηριστικών, είναι δύο σημαντικές περιοχές τις οποίες ο ιδιωτικός τομέας θα πρέπει να αναπτύξει, ειδάλλως είναι πολύ πιθανό να παρέμβουν οι κρατικές κυβερνήσεις.
Αυτή η καινοτομία αποτελεί και ένα νέο μοντέλο φιλανθρωπικής προσφοράς, όπου τα επενδυτικά ταμεία χρησιμοποιούνται για να βοηθήσουν την ανάπτυξη μιας νέας αγοράς, να βελτιώσουν τον τρόπο λειτουργίας της και να την κάνουν πιο ελκυστική για δυνητικούς ιδιώτες επενδυτές. Αν αυτές οι φιλανθρωπικές επενδύσεις μπορούν να συμβάλουν στο ξεκίνημα μιας νέα βιομηχανίας τότε σίγουρα έχουν και τη δυναμική να επιδράσουν εντονότερα και πιο μακροπρόθεσμα από τις παραδοσιακές φιλανθρωπικές προσφορές, οι οποίες εστιάζουν μόνο στην παροχή άμεσης και βραχυπρόθεσμης βοήθειας. Αυτή η δραστηριότητα των φιλανθρωπικών επενδυτικών ταμείων συνάδει επίσης με την επιμονή του Prahalad ότι αντί να χορηγούμε κρατικές επιδοτήσεις, διεθνείς βοήθειες και φιλανθρωπικές προσφορές, «στόχος μας πρέπει να είναι το χτίσιμο της ικανότητας των ανθρώπων να αποδράσουν από τη φτώχεια και τη στέρηση μέσω αυτοσυντηρούμενων συστημάτων βασισμένων στην αγορά» (Prahalad, 2004:8).
Ένα άλλο παράδειγμα για το πώς μια φιλανθρωπική οργάνωση μπορεί να υποστηρίξει ένα αυτοσυντηρούμενο εκπαιδευτικό σύστημα βασισμένο στην αγορά, μπορούμε να δούμε στα προάστια του Ναϊρόμπι όπου η οργάνωση Υποτροφίες για Παιδιά (Scholarships for KidsSFK) έχει εισαγάγει το πρώτο πρόγραμμα υποτροφιών για τη δωρεάν πρόσβαση των παιδιών σε ένα τοπικό ιδιωτικό σχολείο. Η SFK έχει σχεδιάσει ένα μοντέλο που αντιμετωπίζει όλα τα θέματα που υποβαθμίζουν την εμπιστοσύνη στα παραδοσιακά φιλανθρωπικά σχέδια, όπως η έλλειψη διαφάνειας, η ακαταλληλότητα των ταμείων και η αδυναμία να φτάσουν τα χρήματα σε αυτούς που τα έχουν περισσότερο ανάγκη. Για παράδειγμα, τα σχολεία που επιλέγονται να  ενταχθούν στο σχήμα πρέπει να τηρούν ορισμένες προδιαγραφές και τα παιδιά που λαμβάνουν υποτροφία πρέπει να έχουν άριστη φοίτηση, διαφορετικά η υποτροφία ανακαλείται. Προκειμένου να ενθαρρυνθεί η αυτάρκεια των σχολείων, η SFK έχει την πολιτική να μη χρηματοδοτεί  περισσότερες από το 15% των θέσεων κάθε σχολείου, κάτι το οποίο συμβάλλει στη διατήρηση της μακράς αειφορίας του.
Είναι προφανές ότι η ανάπτυξη αυτών των δικτύων διαφορετικών οργανισμών, από τις μικροοικονομικές εταιρείες έως τις φιλανθρωπικές υποτροφίες, πρόκειται να παίξει έναν κρίσιμο ρόλο στην υποστήριξη των εκπαιδευτικών επιχειρήσεων να αναπτύξουν και να διευθύνουν μεγάλες αλυσίδες ιδιωτικών σχολείων. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με τον ρόλο του κινήτρου του κέρδους στην εκπαίδευση πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τον σπουδαίο ρόλο αυτών των υποστηρικτικών οργανισμών, όπως και των μη κερδοσκοπικών οργανώσεων και ιδρυμάτων.

Τα Ηνωμένα Έθνη και το κίνητρο του κέρδους στην εκπαίδευση
Εκτός από τη συμβολή του στην επίτευξη πολιτικής συναίνεσης για την παγκόσμια ανάπτυξη, ο C. K. Prahalad έπαιξε εξίσου σημαντικό ρόλο και στην ενθάρρυνση ενός αριθμό παραγόντων του ΟΗΕ να υιοθετήσουν μια πιο φιλική προς την επιχειρηματικότητα προσέγγιση για την πάλη εναντίον της παγκόσμιας φτώχειας. Τον Ιούλιο του 2003, ο Prahalad έγινε μέλος της Επιτροπής του Αναπτυξιακού Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών (UNDP) για τον Ιδιωτικό Τομέα και την Ανάπτυξη, η οποία εξετάζει πώς η ιδιωτική επιχειρηματικότητα μπορεί καλύτερα να απελευθερωθεί στις αναπτυσσόμενες χώρες. Η αναφορά της Επιτροπής το 2004, Απελευθερώνοντας την Επιχειρηματικότητα: Κάνοντας τις Επιχειρήσεις να Δουλέψουν για τους Φτωχούς, αποκάλυψε ότι αν και ο ιδιωτικός τομέας απαντούσε ήδη στις ανάγκες των φτωχών σε μέρη που ήταν δύσκολο να φτάσει, ήταν επίσης προφανές ότι οι επιχειρηματίες στις αναπτυσσόμενες χώρες συχνά αντιμετώπιζαν ρυθμιστικά και αδειοδοτικά εμπόδια. Η αναφορά κατέληγε κάνοντας έκκληση για νέες ιδέες σχετικά με τη διεθνή ανάπτυξη, ανεξάρτητες από ιδεολογίες και απελευθερωμένες από προηγούμενες αντιπαραγωγικές συζητήσεις σχετικές με την αντιπαλότητα του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα. Το μήνυμα ήταν απλό: οι Στόχοι Χιλιετίας για την Ανάπτυξη (MDGs), όπως η εγγύηση της καθολικής πρόσβασης στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δεν θα επιτευχθούν χωρίς τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και την απελευθέρωση της δύναμης της επιχειρηματικότητας.
Μετά την επιτυχία αυτής της αναφοράς, το UNDP λάνσαρε την καινοτομία του Ανάπτυξη Αγορών Χωρίς Αποκλεισμούς (Growing Inclusive Markets-GIM)[4] το 2006, για να δείξει πώς η επιχειρηματική δραστηριότητα με τους φτωχούς μπορεί να είναι αμοιβαία επωφελής.[5] Η πρώτη της αναφορά, Δημιουργώντας Αξία για Όλους: Στρατηγικές Επιχειρηματικής Δραστηριότητας με τους Φτωχούς (UNDP, 2008), παρουσίασε 50 επιτυχημένες επιχειρήσεις στον αναπτυσσόμενο κόσμο που δημιουργούν κέρδη ενώ παράλληλα επιδρούν θετικά στην κοινωνία. Εισήχθη επίσης το σχέδιο ενός επιχειρηματικού μοντέλου χωρίς αποκλεισμούς το οποίο περιλαμβάνει «τους φτωχούς από την πλευρά της ζήτησης ως πελάτες και από την πλευρά της προσφοράς ως εργαζόμενους, παραγωγούς και ιδιοκτήτες επιχειρήσεων σε διάφορα σημεία της παραγωγικής δραστηριότητας. Χτίζουν γέφυρες μεταξύ των επιχειρήσεων και των φτωχών με στόχο το αμοιβαίο όφελος» (ibid.:2). Επίσης, τονίζεται η σύνδεση ανάμεσα στην επέκταση της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στην εκπαίδευση και στην καταπολέμηση της φτώχειας για την πρόοδο της ανθρώπινης ανάπτυξης: η φτώχεια ορίζεται όχι απλώς ως έλλειψη εισοδήματος, αλλά περισσότερο ως έλλειψη ουσιωδών επιλογών» και βασικός σκοπός της ανάπτυξης είναι «να επεκτείνει τις επιλογές των ανθρώπων» (ibid.:20).
Στη δεύτερη παγκόσμια αναφορά του, Στόχοι Χιλιετηρίδας για την Ανάπτυξη: Επιχειρήσεις για Όλους (Gradl et al., 2010), η σπουδαιότητα των κερδοσκοπικών εταιρειών τονίζεται και πάλι, αυτή τη φορά σε σχέση με την επίτευξη των Παγκόσμιων Στόχων για τη Χιλετηρίδα, όπως η εγγύηση της καθολικής πρόσβασης στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Παραθέτοντας έρευνα δημοσιευμένη από τους Tooley και Dixon (2005), η αναφορά επιβεβαιώνει ότι η ιδιωτική εκπαίδευση έχει επεκταθεί ραγδαία κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες και ότι σε ορισμένες φτωχές περιοχές της Ινδίας και της Αφρικής η πλειοψηφία των παιδιών εγγράφεται πλέον σε ιδιωτικά σχολεία. Ιδιωτικές επιχειρήσεις ενθαρρύνονται έτσι να «παρέχουν οικονομικά προσιτή και υψηλής ποιότητας εκπαίδευση ιδρύοντας σχολεία σε φτωχογειτονιές και σε απομακρυσμένες περιοχές» (Gradl et al., 2010:24). Αυτό επιτρέπει στις επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν τις εξειδικευμένες τους διαδικασίες για την προώθηση της καινοτομίας και έτσι να δρουν ως «οχήματα μεταφοράς καινοτόμων λύσεων». Επιπλέον, η αυξανόμενη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην παροχή εκπαίδευσης επιτρέπει στις επιτυχημένες πρακτικές να αναπαράγονται σε άλλες χώρες αντί να περιορίζονται σε μια μόνο γεωγραφική περιοχή. Αυτό είναι σπουδαίο πλεονέκτημα της ιδιωτικής εκπαίδευσης το οποίο σπάνια σχολιάζεται στη βιβλιογραφία.
Ο ΟΗΕ  έχει εισαγάγει επίσης έναν αριθμό  καινοτομιών υπέρ της επιχειρηματικότητας, όπως το Business Call to Action (BCtA) και το “Business.un.org” – μια ιστοσελίδα που επιτρέπει σε εταιρείες να ανακαλύψουν ευκαιρίες συνεργασιών και να υποβάλουν ιδέες για κοινοπραξίες. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των καινοτομιών είναι η σύλληψη του επιχειρηματικού μοντέλου χωρίς αποκλεισμούς, το οποίο αναγνωρίζει την ικανότητα των κερδοσκοπικών εταιρειών να εξυπηρετούν τις αδύναμες οικονομικά κοινότητες, ενώ παράλληλα δημιουργούν κέρδος. Σύμφωνα με το WBCSD-SNV Inclusive Business Alliance, «μία επιχείρηση χωρίς αποκλεισμούς είναι μία οικονομικά κερδοφόρα και περιβαλλοντικά και κοινωνικά υπεύθυνη επιχειρηματική πρωτοβουλία, η οποία περιλαμβάνει τις αδύναμες οικονομικά ομάδες στα επιχειρηματικά της σχέδια με στόχο το αμοιβαίο όφελος τόσο για την εταιρεία όσο και για την κοινότητα. Προσπαθεί να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των φτωχών πληθυσμών αυξάνοντας παράλληλα τα οφέλη της εταιρείας» (2011:12). Για παράδειγμα, η Διεθνής Οικονομική Εταιρεία (IFC) έχει πρόσφατα δημιουργήσει την ανάπτυξη του μοντέλου «Value for Money Degrees», το οποίο καθιστά την πανεπιστημιακή εκπαίδευση προσβάσιμη σε όλους μέσω ενός συνδυασμού καινοτομιών οι οποίες αυξάνουν την αξία καθιστώντας προσιτό το κόστος. Ένα παράδειγμα είναι η Anhanguera στη Βραζιλία, η οποία εκπαιδεύει 650.000 φοιτητές ανά έτος στους χώρους της και 100.000 φοιτητές εξ αποστάσεως. (Jenkins et al., 2011). Το Monitore Instituute έχει δημιουργήσει το μοντέλο «Private Vocational Training at the Seam», το οποίο καθιστά ικανά τα επαγγελματικά κολλέγια να παρέχουν χαμηλού κόστους, χωρίς πολυτέλειες, ποιοτικά εκπαιδευτικά μαθήματα. Στη Νότια Αφρική, περισσότερα από εφτακόσια ιδιωτικά κολλέγια παρέχουν αυτή τη στιγμή μαθησιακές ευκαιρίες για περίπου 700.000 φοιτητές (Kubzansky et al., 2011:75-87).
Αυτές οι πολιτικές εξελίξεις στα πλαίσια του ΟΗΕ και της ευρύτερης διεθνούς κοινότητας αντικατοπτρίζουν μία σημαντική αλλαγή στην κατεύθυνση του διεθνούς παράγοντα ο οποίος παραδοσιακά στήριζε τη χρηματοδότηση και την παροχή της εκπαίδευσης μόνο στις εθνικές κυβερνήσεις. Ο επιχειρηματικός κόσμος είτε αγνοούταν εντελώς είτε θεωρούταν μέρος του προβλήματος. Για παράδειγμα, γράφοντας το 2009, ο Prahalad αναφέρει ότι «μέχρι πρόσφατα, λίγη προσοχή δινόταν στον ρόλο που θα μπορούσε να παίξει ο ιδιωτικός τομέας» (Prahalad, 2009:5). Διαπιστώνουμε εκ των υστέρων, ότι αυτή είναι μια πολύ σημαντική δήλωση καθώς δείχνει ότι το μεγαλύτερο μέρος της διεθνούς κοινότητας προσπαθούσε παλιότερα να «κάνει τη φτώχεια παρελθόν» χωρίς να υπολογίζει τον ρόλο του ιδιωτικού τομέα, μία προσέγγιση που ακόμα υιοθετείται κατά την αλλαγή της χιλιετηρίδας. Το χρονικό σημείο αυτής της αλλαγής κατεύθυνσης του ΟΗΕ αναφέρεται επίσης σε μια έκθεση δημοσιευμένη από το Γραφείο Οικουμενικού Συμφώνου, στην οποία δηλώνεται ότι η απευθείας συνεργασία μεταξύ του ιδιωτικού τομέα και των Ηνωμένων Εθνών αναδύθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 σε απάντηση της «πολυπλοκότητας των παγκόσμιων προβλημάτων, της έλλειψης πόρων και της αδυναμίας των πολύπλευρων μηχανισμών να αντιμετωπίσουν αυτά τα θέματα» (United Nations Global Compact Office, 2010:6). Είναι ίσως ειρωνικό ότι ο ΟΗΕ είχε προηγουμένως δικαιολογήσει τα υψηλά επίπεδα κρατικής παρέμβασης εξαιτίας της αυξανόμενης πολυπλοκότητας των παγκόσμιων προβλημάτων. Σήμερα, είναι αυτή η ίδια πολυπλοκότητα που κάνει την κεντρική κρατική παρέμβαση να είναι περιττή.
Τέλος, είναι επίσης σημαντικό να τονιστεί ότι ο ΟΗΕ δεν είναι ο μόνος οργανισμός που αναγνωρίζει τη δυναμική των κερδοσκοπικών εταιρειών για τον μετασχηματισμό του τρόπου παροχής της εκπαίδευσης σε εκείνους που βρίσκονται στη βάση της πυραμίδας. Τα τελευταία χρόνια, η Παγκόσμια Τράπεζα, η USAID και η DfID έχουν ανανεώσει και προσαρμόσει τις στρατηγικές τους στην εκπαίδευση προκειμένου να συμπεριλάβουν την πρόσφατη ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα. Η πρόσφατη έκρηξη της νέας κοινότητας επενδύσεων επιπτώσεων αποδεικνύει επίσης ότι υπάρχει ένας αυξανόμενος αριθμός φιλανθρωπικών ιδρυμάτων και διαχειριστών επιχειρηματικών κεφαλαίων που αρχίζουν να επενδύουν στις αγοράς Βάσης της Πυραμίδας όλου του κόσμου, περιλαμβάνοντας και την εκπαίδευση. Ο Ινδός δισεκατομμυριούχος και συνιδρυτής της Sun Mirrosystems, Vinod Khosla, αποτελεί ένα καλό παράδειγμα για όσους επενδύουν σε εταιρείες που ωφελούν τους φτωχούς και παράλληλη παράγουν κέρδη. Σύμφωνα με τον Khosla, αν και οι καλές προθέσεις των κρατών, των διεθνών παραγόντων και των μη κερδοσκοπικών φιλανθρωπικών οργανώσεων δεν αμφισβητούνται, αυτό που αμφισβητείται είναι η ικανότητά τους να βελτιώσουν τα πράγματα με έναν διαρκή τρόπο. Ο ίδιος τώρα σχεδιάζει να ιδρύσει ένα ταμείο επιχειρηματικών κεφαλαίων το οποίο θα επενδύει σε εταιρείες που εστιάζουν στους φτωχούς της Ινδίας και της Αφρικής παρέχοντας υπηρεσίες όπως υγεία και εκπαίδευση.
Η ανάγκη για μια νέα αντίληψη, έχει τεθεί και από τον Bill Gates, ο οποίος έχει υπερασπιστεί την έννοια του «δημιουργικού καπιταλισμού» που περιγράφεται ως «η προσέγγιση όπου τα κράτη, οι επιχειρήσεις και οι μη κερδοσκοπικές οργανώσεις δουλεύουν μαζί για να επεκτείνουν τις δυνάμεις της αγοράς ώστε περισσότεροι άνθρωποι να δημιουργούν κέρδη, ή να κερδίζουν αναγνώριση κάνοντας δραστηριότητες που εξομαλύνουν τις ανισότητες» (Gates, 2008). Και δεν είναι μόνο οι επιχειρηματικοί ηγέτες που αρχίζουν να ανταποκρίνονται στη συνεργασία. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τον Πάπα Βενέδικτο XVI, η παραδοσιακή διάκριση ανάμεσα σε κερδοσκοπικές και μη κερδοσκοπικές οργανώσεις δεν μπορεί πια να ανταποκριθεί στην πραγματικότητα ή να προσφέρει πρακτικές μελλοντικές λύσεις. Αφού αναγνωρίζει την αύξηση του αριθμού των επιχειρήσεων με έμμεση κοινωνική αποστολή, ο Πάπας καταλήγει:
Δεν είναι απλώς θέμα ενός «τρίτου δρόμου», αλλά μιας ευρύτερης νέας και σύνθετης πραγματικότητας που αγκαλιάζει την ιδιωτική και τη δημόσια σφαίρα, που δεν αποκλείει το κέρδος, αλλά αντίθετα το θεωρεί μέσο επίτευξης ανθρωπιστικών και κοινωνικών σκοπών. Το αν αυτές οι εταιρείες διανέμουν μερίσματα ή όχι, ή αν η νομική τους υπόσταση ανταποκρίνεται στη μία ή την άλλη καθιερωμένη μορφή, είναι δευτερεύοντα θέματα σε σχέση με την προθυμία τους να δουν το κέρδος ως μέσο επίτευξης του στόχου για μια πιο ανθρώπινη αγορά και κοινωνία. (Pope Benedict XVI, Caritas in veritate, 2009)

Αυτή η προσέγγιση είναι συμβατή και με τις απόψεις του Jim Fruchterman, βετεράνου κοινωνικού επιχειρηματία στις ΗΠΑ, ο οποίος πιστεύει ότι «η επιλογή νομικής μορφής δεν είναι ζήτημα ηθικής αγνότητας. Δεν με ενδιαφέρει η μορφή: Πιστεύω ότι τόσο οι κερδοσκοπικές όσο και οι μη κερδοσκοπικές δομές μπορούν να γίνουν κατάλληλα οχήματα για τη βελτίωση της κοινωνίας» (Fruchterman, 2011).

Μαθήματα για το Ηνωμένο Βασίλειο
Η αύξηση του αριθμού των πρωτοποριακών αλυσίδων ιδιωτικών σχολείων που εξυπηρετούν οικονομικά αδύναμες κοινωνικές ομάδες στον αναπτυσσόμενο κόσμο είναι μια εντυπωσιακή εξέλιξη που αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης τάσης προς τη χρήση της δύναμης του κινήτρου του κέρδους και της επιχειρηματικότητας για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών των φτωχών. Όπως σημειώθηκε παραπάνω, για τον ΟΗΕ το κρίσιμο μάθημα ήταν απλό: Οι Αναπτυξιακοί Στόχοι της Χιλιετηρίδας (συμπεριλαμβανομένης της εγγύησης καθολικής πρόσβασης στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση) δεν θα επιτευχθεί χωρίς τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και την απελευθέρωση της δύναμης της επιχειρηματικότητας. Είναι απλό να εφαρμόσουμε και στο Ηνωμένο Βασίλειο το κρίσιμο μάθημα: ένα εκπαιδευτικό σύστημα παγκόσμιας κλάσης δεν θα επιτευχθεί χωρίς τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και την απελευθέρωση της δύναμης της επιχειρηματικότητας.
Για όσους ανησυχούν για την έλλειψη προόδου στην ανάπτυξη ενός ανοιχτού και ποικιλόμορφου εκπαιδευτικού τομέα στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι εξελίξεις στον ΟΗΕ μπορεί να παρέχουν κάποια ελπίδα. Πρώτον, δείχνουν ότι έντονες αλλαγές στην εκπαιδευτική πολιτική είναι εφικτές μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Πρέπει να αναμένονται επίσης και μελλοντικές αλλαγές στην πολιτική των Ηνωμένων Εθνών καθώς ο διάλογος κράτος-εναντίον-ιδιωτών γίνεται ολοένα και πιο αβάσιμος. Αυτό μπορεί να σημαίνει μια αυξημένη εστίαση στους χρήστες της εκπαίδευσης και στο πώς να ενδυναμωθούν καλύτερα οι γονείς και οι μαθητές για να παίρνουν τις δικές τους σωστές αποφάσεις. Δεύτερον, αυτές οι εξελίξεις δείχνουν ότι το βρετανικό κράτος υστερεί έναντι του ΟΗΕ σχετικά με την προθυμία του να πραγματοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για τη δημιουργία ενός ανοιχτού και ποικιλόμορφου συστήματος, συμβατού με τις ανάγκες του 21ου αιώνα. Είναι επίσης σημαντικό να σημειώσουμε ότι, εξαιτίας του μεγέθους και της φύσης του οργανισμού, οι πρακτικές του ΟΗΕ δεν αναπαριστούν απαραίτητα και τις καλύτερες διεθνείς πρακτικές. Αντίθετα, συχνά αυτές υστερούν έναντι των πρόσφατων εξελίξεων και καινοτομιών στον χώρο. Γι’ αυτό, πρέπει να βλέπουμε την πολιτική του ΟΗΕ ως ένα αναγκαίο ελάχιστο, το οποίο μας  δείχνει ότι αν το Ηνωμένο Βασίλειο επιθυμεί να διατηρήσει την τρέχουσα παγκόσμια κατάταξή του, τότε οι βαθμιαίες ή οι αποσπασματικές μεταρρυθμίσεις δεν θα είναι πλέον αρκετές.
Προφανώς, υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα σε ένα μη αιρετό διεθνή οργανισμό και σε μία εκλεγμένη κυβέρνηση συνεργασίας που έχει το ένα της μάτι στις επόμενες εκλογές. Αλλά και ο ΟΗΕ μπορεί να περιγραφεί ως μια συνεργασία διαφορετικών εταίρων, πολλοί από τους οποίους έχουν προηγουμένως υπάρξει ανοιχτά δεκτικοί στην αύξηση της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στην εκπαίδευση. Γι’ αυτό αξίζει τον κόπο να προσέξουμε τις στρατηγικές και τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί ο ΟΗΕ για να παρουσιάσει τις προτάσεις του για την αλλαγή.
Αναπάντεχα, δεν ήταν η UNESCO – η οργάνωση του ΟΗΕ για την εκπαίδευση – που αποτέλεσε την κινητήριο δύναμη για την ατζέντα της επιχειρηματικότητας χωρίς αποκλεισμούς. Αντίθετα,  το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για την Ανάπτυξη (UNDP) πήρε την πρωτοβουλία ως μέρος της ευρύτερης αποστολής του να προωθήσει τον ιδιωτικό τομέα στις αναπτυσσόμενες χώρες. Επίσης, το UNDP δεν έδρασε μόνο του. Αντίθετα, συνεργάστηκε με έναν αριθμό διεθνών δεξαμενών σκέψης, ακαδημαϊκά ερευνητικά κέντρα και παγκόσμιους οργανισμούς, όπως το Ινστιτούτο Παγκόσμιων Πόρων και το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ. Επιπλέον, αν και το UNDP δεν στόχευσε εξαρχής στην εκπαίδευση, η γενική παραδοχή για τη χρήση του μοντέλου επιχειρηματικότητας χωρίς αποκλεισμούς σε άλλους τομείς είχε γίνει και τότε, όταν έγινε αποδεκτό, επεκτάθηκε και στην εκπαίδευση. Αυτή η ολιστική προσέγγιση ήταν ρεαλιστική: προσκλήθηκαν ιθύνοντες για να εστιάσουν στα αποτελέσματα και όχι στην ιδεολογία: θεσμοί που θα βελτίωναν τα αποτελέσματα έγιναν έτσι μοιραία επιθυμητοί άσχετα αν ήταν δημόσιοι ή ιδιωτικοί. Τέλος, ίσως η πιο σημαντική πλευρά της αλλαγής στην πολιτική του ΟΗΕ αφορούσε την ορολογία που χρησιμοποιήθηκε για να επιβεβαιωθεί ότι απολάμβανε ευρεία υποστήριξη και για να κάνει πολύ δυσκολότερο στους σκεπτικιστές να επιχειρηματολογήσουν εναντίον της αλλαγής. Η χρήση της φράσης «χωρίς αποκλεισμούς» είναι κεντρική σε αυτή τη στρατηγική, αφού περιγράφει ένα ιδιαίτερο επιχειρηματικό μοντέλο που εφαρμόζεται από εταιρείες δραστηριοποιούμενες στις αγορές της Βάσης της Πυραμίδας. Η φράση μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τον εκπαιδευτικό χώρο ως έναν καθολικό πιο συμπεριληπτικό χώρο που δεν διακρίνει και δεν αποκλείει σχολεία απλώς εξαιτίας της νομικής ή οργανωτικής τους δομής. Οι εκπαιδευτικοί χώροι επίσης αναφέρονται όλο και περισσότερο ως «ανοιχτοί» (ως αντίθετοι στο κλειστό) και «ποικίλοι» (ως αντίθετοι στην ομοιομορφία), τα οποία και πάλι οι επικριτές δυσκολεύονται να αντικρούσουν με επιχειρήματα. Μια βρετανική κυβέρνηση λοιπόν που επιθυμεί να ακολουθήσει το δρόμο των Ηνωμένων Εθνών, πρέπει να μην υποτιμά τη σπουδαιότητα της γλώσσας σε αυτή τη συζήτηση.

Βιβλιογραφία
Bucheli, M. (2009), Inclusive Business: A New Strategic Paradigm at the Bottom of the Pyramid Markets: A case study analysis, St Gallen: Arbeit University.
Fruchterman, J. (2011), ‘For love or lucre’, Stanford Social Innovation Review, Spring, pp. 42–7.
Gates, B. (2008), ‘A new approach to capitalism in the 21st century’, World Economic Forum, Davos, Switzerland, 24 January.
Gradl, C., S. Sivakumaran and S. Sobhani (2010), The MDG’s: Everyone’s Business, New York: United Nations Development Programme.
Jenkins, B., E. Ishikawa, A. Geaneotes, P. Baptista and T. Masuoka (2011), Accelerating Inclusive Business Opportunities: Business Models that Make a Difference, Washington, DC: International Finance Corporation.
Kandachar, P. and M. Halme (2008), Sustainability Challenges and Solutions at the Base of the Pyramid: Business, Technology and the Poor, Sheffield: Greenleaf Publishing.
 Kubzansky, M., A. Cooper and V. Barbary (2011), Promise and Progress: Market-based Solutions to Poverty in Africa, Cambridge, MA: Monitor Institute.
London, T. and S. Hart (2010), Next Generation Business Strategies for the Base of the Pyramid, London: Financial Times/Prentice Hall.
Prahalad, C. K. (2004), The Fortune at the Bottom of the Pyramid: Eradicating Poverty through Profits, Upper Saddle River, NJ: Wharton School Publishing.
Prahalad, C. K. (2009), The Fortune at the Bottom of the Pyramid: Eradicating Poverty through Profits, new edn, Upper Saddle River, NJ: Wharton School Publishing.
Tooley, J. (1999), The Global Education Industry – Lessons from Private Education in Developing Countries, Hobart Paper 141, London: Institute of Economic Affairs.
Tooley, J. (2006), Educating Amaretch: Private Schools for the Poor and the New Frontier for Investors, London: Financial Times and International Finance Corporation.
Tooley, J. (2009), The Beautiful Tree, a Personal Journey into How the World’s Poorest People Are Educating Themselves, Washington, DC: Cato Institute.
Tooley, J. and P. Dixon (2005), Private Education Is Good for the Poor: A Study of Private Schools Serving the Poor in Low-income Countries, Washington, DC: Cato Institute.
UNDP (United Nations Development Programme) (2008), Creating Value for All: Strategies for Doing Business with the Poor, New York: United Nations.
United Nations Global Compact Office (2010), UN–Private Sector Collaboration since 2000, New York: United Nations.
WBCSD–SNV (World Business Council for Sustainable Development and Netherlands Development Organisation (2011), Inclusive Business – Creating Value in Latin America, The Hague: Alliance for Inclusive Business.
Wilson, C. and P. Wilson (2006), Make Poverty Business: Increase Profits and Reduce Risk by Engaging with the Poor, Sheffield: Greenleaf Publishing




[1] Πολλά βιβλία έχουν εκδοθεί από τότε, όπως: : Craig Wilson and Peter Wilson, Make Poverty Business: Increase Profits and Reduce Risks by Engaging with the Poor, November 2006. Prabhu Kandachar and Minna Halme (eds), Sustainability Challenges and Solutions at the Base of the Pyramid: Business, Technology and the Poor, September 2008. Marco Bucheli, Inclusive Business: A New Strategic Paradigm at the Bottom of the Pyramid Markets: A case study analysis, 2009. Ted London and Stuart Hart, Next Generation Business Strategies for the Base of the Pyramid, November 2010. Δείτε τη βιβλιογραφία για περισσότερες λεπτομέρειες.
[5] Πολλές διαφορετικές καινοτομίες έχουν εισαχθεί για να συμβάλουν στην υποστήριξη, την καταγραφή και την ενθάρρυνση της ανάπτυξης των επιχειρηματικών μοντέλων χωρίς αποκλεισμούς, όπως: το International Finance Corporation’s (IFC) Inclusive Business Group (www.ifc.org/ifcext/advisoryservices.nsf/Content/BOP_Inclusive_Business), το WBCSD-SNV Inclusive Business Alliance (www.inclusivebusiness.org), το International Leaders Business Forum (ILBF) Inclusive Growth Programme (www.iblf. org/en/programmes/Inclusive-Growth.aspx) και η Monitor Group Inclusive Markets initiative (www.mim.monitor.com).

Δεν υπάρχουν σχόλια: