Δευτέρα, Αυγούστου 17, 2015

H κερδοσκοπική τριτοβάθμια εκπαίδευση στις ΗΠΑ.


 Των Daniel L. Bennett, Adam R. Lucchesi, Richard K. Vedder

Η κερδοσκοπική τριτοβάθμια εκπαίδευση στις ΗΠΑ έχει ιστορικά περιοριστεί στα ανεξάρτητα ιδιόκτητα σχολεία που προσφέρουν επαγγελματική εκπαίδευση, ενώ τα κρατικά και ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά κολέγια έχουν καταφέρει να μονοπωλήσουν τον τίτλο της «παραδοσιακής» ανώτερης εκπαίδευσης. Αυτό έχει αρχίσει να αλλάζει σταδιακά, καθώς το ιδιωτικό κεφάλαιο και η επιχειρηματικότητα αλλάζουν το τοπίο της ανώτερης εκπαίδευσης. Πολλές ιδιωτικές εταιρείες υιοθετούν μία προσέγγιση μαζικής αγοράς που τους επιτρέπει να ανταγωνίζονται  ευθέως με το κράτος και τους μη κερδοσκοπικούς θεσμούς για την προσέλκυση φοιτητών και πόρων. Αυτό το σύγχρονο φαινόμενο έχει καταστήσει ικανό τον ιδιωτικό τομέα να γνωρίσει αξιοσημείωτη ανάπτυξη και επιτυχία κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Ανάπτυξη της κερδοσκοπικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
Από το 1968 έως το 2008, οι εγγραφές στον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκαν από περίπου 300.000 σε περισσότερους από 1,8 εκ. φοιτητές, ένα ετήσιο ποσοστό 8,4%, που ξεπερνά κατά πολύ τα ποσοστά του 1,5% τόσο του κρατικού όσο και του ιδιωτικού μη κερδοσκοπικού τομέα.[1] Αυτή η απόκλιση στα ποσοστά ανάπτυξης έχει επιτρέψει στον κερδοσκοπικό τομέα να αυξήσει το δικό του μερίδιο αγοράς σχεδόν τέσσερις φορές σε αυτή την περίοδο: Από 2,4% το 1986 σε 9,2% το 2008. Η Εικόνα 1 δείχνει την εξέλιξη των φθινοπωρινών εγγραφών σε ιδιωτικούς φορείς ανά επίπεδο θεσμού, από το 1986 έως το 2008.



Ανάμεσα στο 1986 και το 1998, η ανάπτυξη των ιδιωτικών φορέων συνέβη κυρίως για σπουδές που διαρκούν λιγότερο από δύο έτη, απόδειξη της παραδοσιακής επικέντρωσης του ιδιωτικού τομέα στην επαγγελματική εκπαίδευση. Οι εγγραφές σε αυτό το κομμάτι της αγοράς αυξήθηκαν σε ένα ετήσιο μέσο ποσοστό 21,6% κατά τη διάρκεια αυτής της δωδεκαετίας, αυξάνοντας το μερίδιο αγοράς του ιδιωτικού τομέα για τις διετείς σπουδές από 21,3% σε 78,9% . Αυτό το μερίδιο αγοράς έχει παραμείνει σχετικά σταθερό από το 1998. Η πραγματική έκρηξη της ανάπτυξης του κερδοσκοπικού τομέα τις τελευταίες δύο δεκαετίες, και ειδικά την δεκαετία που μας πέρασε, έχει συμβεί στην τετραετή, ή και μεγαλύτερη, φοίτηση. Από το 1986, οι εγγραφές σε αυτόν τον τομέα έχουν αυξηθεί κατά ένα μέσο ετήσιο ποσοστό 13,4%, με αύξηση 17,7% από το 1998. Η αύξηση των εγγραφών στα κρατικά και μη κερδοσκοπικά ιδρύματα τετραετούς φοίτησης είναι πολύ μικρότερη, με τη μικρότερη ετήσια αύξηση στο 1,4% και τη μεγαλύτερη στο 1,7%, από το 1986. Αυτές οι τάσεις έχουν επιτρέψει στον κερδοσκοπικό τομέα να αυξήσει το μερίδιό του στην αγορά τετραετούς φοίτησης από λιγότερο του 1% το 1986 σε σχεδόν 10% το 2008. Πρώιμοι δείκτες υποδηλώνουν ότι αυτό το μερίδιο θα έχει σταθεροποιηθεί στο 10% το 2009. Η Εικόνα 2 δείχνει την εξέλιξη στο μερίδιο αγοράς για τα ιδιωτικά σχολεία από το 1986 έως το 2008.
Μεγάλο μέρος της ανάπτυξης του χώρου μπορεί να αποδοθεί στις γενναιόδωρες ομοσπονδιακές πολιτικές οικονομικής βοήθειας οι οποίες όχι μόνο έχουν επιταχύνει τη ζήτηση για ανώτερη εκπαίδευση σε ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από όσο μπορούν να απορροφήσουν τα κρατικά και μη κερδοσκοπικά ιδρύματα, αλλά οι οποίες έχουν επίσης προσελκύσει επενδύσεις από τις αγορές ιδιωτικών κεφαλαίων. Οι συνολικές ομοσπονδιακές δαπάνες για φοιτητική οικονομική βοήθεια έφαναν σχεδόν τα 117 δις δολάρια το 2008/09. Το 1986/87, ήταν λιγότερα από 30 δις δολάρια (με τιμές του 2008), παρουσιάζοντας μία ετήσια, προσαρμοσμένη στον πληθωρισμό, αύξηση 6,4% για όλη τη χρονική περίοδο. Από το 1990/91, το ποσοστό ετήσιας αύξησης των ομοσπονδιακών δαπανών είναι ακόμα μεγαλύτερο στο 7,2%, με τη μέση συνολική ομοσπονδιακή βοήθεια ανά φοιτητή πλήρους φοίτησης περισσότερη από τη διπλάσια: από 5.093 δολάρια, προσαρμοσμένα στον πληθωρισμό, το 1990/91 σε 11.842 το 2008/09.
Η τεράστια αύξηση της ομοσπονδιακής φοιτητικής βοήθειας πυροδότησε μία αύξηση στη ζήτηση για τριτοβάθμια εκπαίδευση, παρέχοντας σε πολλούς νέους που προηγουμένως ήταν αποκλεισμένοι από την ανώτερη εκπαίδευση, τη δυνατότητα να πληρώσουν για αυτή. Ο κερδοσκοπικός τομέας έχει αποδειχθεί απίστευτα έμπειρος στην εξυπηρέτηση των νέων κυμάτων φοιτητών και στην προσέλκυση του ομοσπονδιακού χρήματος που τους συνοδεύει. Αυτό περιλαμβάνει φοιτητές από παραδοσιακά μη φοιτητικές ηλικίες, από μειονότητες και εκείνους από χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά υπόβαθρα, όλοι εκ των οποίων συνεχίζουν να μην εξυπηρετούνται από το παραδοσιακό σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Πράγματι, περισσότεροι από τους μισούς φοιτητές που εγγράφηκαν στα κερδοσκοπικά ιδρύματα το 2007 ήταν ηλικίας άνω των 25 ετών, ενώ μόνο το ένα τέταρτο προς ένα τρίτο των φοιτητών που παρακολουθούσαν μη κερδοσκοπικά και κρατικά κολέγια ήταν ηλικίας 25 ετών ή μεγαλύτεροι. Οι μειονότητες επίσης σημειώνουν μεγαλύτερο μερίδιο των εγγραφών σε κερδοσκοπικά από ότι σε κρατικά και μη κερδοσκοπικά ιδρύματα, αφού οι μαύροι, οι ισπανόφωνοι, οι ασιάτες και οι ινδιάνοι φοιτητές συγκεντρώνουν σχεδόν το 40% των συνολικών εγγραφών σε ιδιωτικά, ενώ οι ίδιες κοινωνικές ομάδες αντιπροσώπευαν μόνο το 31% και 25% των εγγραφών σε κρατικά και μη κερδοσκοπικά ιδρύματα, αντίστοιχα. Οι φοιτήτριες επίσης αντιπροσωπεύουν μεγαλύτερο μερίδιο εγγραφών σε ιδιωτικούς παρά σε παραδοσιακούς θεσμούς, εκπροσωπώντας το 64% των συνολικών εγγραφών σε κερδοσκοπικά ιδρύματα: Οι θήλεις συγκέντρωσαν 57% και 58% των εγγραφών σε κρατικά και μη κερδοσκοπικά κολέγια, αντίστοιχα.
Επίσης, οι φοιτητές των κερδοσκοπικών ιδρυμάτων προέρχονται γενικά από χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα από τους φοιτητές στα παραδοσιακά κολέγια. Σύμφωνα με ανάλυση του Κυβερνητικού Λογιστικού Γραφείου, το μέσο ετήσιο οικογενειακό εισόδημα των φοιτητών στα κερδοσκοπικά κολέγια ήταν 60% και 49% των φοιτητών που παρακολουθούσαν κρατικά και μη κερδοσκοπικά κολέγια αντίστοιχα, το 2004. Επίσης ήταν πολύ πιο πιθανό να είναι πρώτης γενιάς φοιτητές, καθώς μόνο το 37% από αυτούς ανέφεραν ότι είχαν ένα γονέα με ισότιμο ή ανώτερο πτυχίο, ενώ το 52% και το 61% των φοιτητών σε κρατικά και μη κερδοσκοπικά, αντίστοιχα, ανέφερε το ίδιο. Οι φοιτητές κερδοσκοπικών ιδρυμάτων είναι επίσης πιθανό να λαμβάνουν μικρότερη οικογενειακή οικονομική υποστήριξη, καθώς το 76% κατατάσσονταν ως οικονομικά εξαρτώμενοι το 2007/08 έναντι του 50% και 39% των φοιτητών σε κρατικά και μη κερδοσκοπικά, αντίστοιχα.

Τα κερδοσκοπικά ιδρύματα είναι θέμα με αυξημένο πολιτικό ρίσκο
Η επιτυχία του ιδιωτικού τομέα στις εγγραφές ιστορικά υποεξυπηρετούμενων φοιτητών τον έχει καταστήσει ικανό να κατακτήσει ένα αυξημένο μερίδιο αγοράς και να εξασφαλίσει αυξημένο ποσό δολαρίων από την ομοσπονδιακή βοήθεια. Πράγματι, το 21%  των ομοσπονδιακών Pell Grant και επιδοτούμενων Stafford Loan δαπανών χρησιμοποιήθηκαν σε κερδοσκοπικούς οργανισμούς το 2007/08. Αυτά τα ποσοστά αυξήθηκαν από το 12,2% και 7,7% των δαπανών, αντίστοιχα, που ήταν το 1997/98. Το μερίδιο οικονομικής βοήθειας που κατέληξε σε κερδοσκοπικά ιδρύματα, όμως, είναι χαμηλότερο τώρα από εκείνο που ήταν το 1987/88, όπως απεικονίζεται στην Εικόνα 3. 
Η επιτυχία των ιδιωτικών κολλεγίων να προσελκύουν ομοσπονδιακή χρηματοδότηση έχει συνοδευθεί συχνά από πολιτικές επιπτώσεις.
Οι τάσεις που απεικονίζονται παραπάνω αντανακλούν έντονα ένα δυναμικό πολιτικό περιβάλλον στο οποίο οι Δημοκρατικοί νομοθέτες και η παρούσα κυβέρνηση έχουν επιδείξει μία εχθρική τάση προς τον συγκεκριμένο χώρο, ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν φανεί πιο φιλικοί. Η μείωση του ποσοστού ομοσπονδιακής χρηματοδότησης των κερδοσκοπικών κολλεγίων στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και αρχές της δεκαετίας του 1990 αποδόθηκε από πολλούς σε αυτόν τον παράγοντα, καθώς ο χώρος δέχθηκε σοβαρή πολιτική επίθεση, παρόμοια με αυτή που εισπράττει σήμερα. Το Υπουργείο Παιδείας εξέδωσε μια σειρά επικριτικών αναφορών για τον χώρο, συμπεραίνοντας ότι «το ρυθμιστικό πλαίσιο για τον κερδοσκοπικό τομέα ήταν αδύναμο και ανίκανο να αντιμετωπίσει τα σημαντικά εγγενή προβλήματα αυτών των θεσμών». Αυτές οι εκδόσεις περιλάμβαναν αμφισβητήσιμες πρακτικές εισαγωγής και υποδοχής, καθώς επίσης και προβλήματα σε σχέση με την ομοσπονδιακή βοήθεια όπως η απονομή βοήθειας σε μη δικαιούχους φοιτητές, χαμηλή ολοκλήρωση και υψηλά ποσοστά μη αποπληρωμών δανείων (Kinser, 2006).
Όταν οι Δημοκρατικοί κατόρθωσαν να πάρουν την πλειοψηφία του Κογκρέσου στα τέλη της δεκαετίας του 1980, άρχισαν να θεσπίζουν ρυθμίσεις οι οποίες θα περιόριζαν σημαντικά την ικανότητα των κερδοσκοπικών θεσμών να ανταγωνιστούν. Ο πρώτος γύρος ρυθμίσεων περιλαμβανόταν στον Γενικό Νόμο Αναμόρφωσης Προϋπολογισμού του 1990, ο οποίος απέκλειε τα ιδρύματα με απαράδεκτα ποσοστά μη αποπληρωμής από τη συμμετοχή στο ομοσπονδιακό πρόγραμμα δανείων. Περισσότερες ρυθμίσεις εισήχθησαν με τον Νόμο Ανώτερης Εκπαίδευσης (ΗΕΑ) του 1992, ο οποίος περιελάμβανε μια διάταξη που όριζε ότι δεν μπορεί περισσότερο από το 85% του εισοδήματος ενός κερδοσκοπικού εκπαιδευτικού ιδρύματος να προέρχεται από ομοσπονδιακή φοιτητική βοήθεια (ο κανόνας του 85/15), καθώς επίσης και μια σειρά άλλων μέτρων όπως το όριο στη χρήση της εκπαίδευσης από απόσταση και η κατάργηση των επιδοτήσεων για προσλήψεις υπαλλήλων.
Τα σωρευτικά αποτελέσματα των νέων ρυθμιστικών κανόνων για τον κερδοσκοπικό τομέα ήταν σημαντικά και σχεδόν άμεσα, καθώς πολλά ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν μπόρεσαν να συμμορφωθούν και έκλεισαν. Πράγματι, ο αριθμός των κερδοσκοπικών σχολών που ήταν πιστοποιημένες από ένα εκ των έξι μεγαλύτερων εθνικών οργανισμών πιστοποίησης, μειώθηκε κατά 5,1%  το ακαδημαϊκό έτος μετά τον Νόμο για την Ανώτερη Εκπαίδευση του 1992 και κατά 13,9% το 1995. Επιπλέον, το μερίδιο του κερδοσκοπικού τομέα στην ομοσπονδιακή οικονομική βοήθεια μειώθηκε ως συνέπεια της νομοθεσίας, όπως φαίνεται στην Εικόνα 3. Όμως αυτοί οι κανόνες είχαν, παραδόξως, μια θετική επίδραση στα ποσοστά μη έγκαιρης αποπληρωμής δανείων του κερδοσκοπικού τομέα, αφού αυτά μειώθηκαν από το 36% στο 24% μεταξύ του 1991 και του 1993 (Moore, 1995).
Αυτό υποδηλώνει  ότι η εξάρτηση του χώρου από το ομοσπονδιακό χρήμα τον εξέθεσε στο πολιτικό ρίσκο και στη ρυθμιστική εξουσία που χαλιναγώγησαν σημαντικά την εξέλιξή του. Η ανάπτυξη συνεχίστηκε, όμως, στα μέσα της δεκαετίας του 1990 όταν οι Ρεπουμπλικάνοι ξανακέρδισαν τον έλεγχο του Κογκρέσου. Η αναθεώρηση του Νόμου για την Ανώτερη Εκπαίδευση το 1998 θα απελευθέρωνε μερικές από τις προγενέστερες ρυθμίσεις. Σημαντικές αλλαγές περιελάμβαναν τη χαλάρωση του κανόνα 85/15 προκειμένου να επιτρέψουν στα ιδρύματα να λαμβάνουν μέχρι και 90% του εισοδήματός τους από ομοσπονδιακά προγράμματα και επέκτειναν την πρόσβαση στα προγράμματα αυτά για τους εξ αποστάσεως μαθητές. Η χαλάρωση των ρυθμίσεων τα τέλη της δεκαετίας του 1990 επέτρεψε στον ιδιωτικό τομέα να συνεχίσει για άλλη μια φορά την προγενέστερη ανάπτυξή του, όπως γίνεται αντιληπτό στην Εικόνα 1 παραπάνω.
Η επιτυχία του χώρου δέχεται ακόμα μία φορά πολιτική επίθεση, καθώς οι Δημοκρατικοί Γερουσιαστές και η κυβέρνηση Ομπάμα επιδεικνύουν έντονη εχθρότητα προς την κερδοσκοπική τριτοβάθμια εκπαίδευση σε μια προσπάθεια να ρυθμίσουν αυστηρά τον κλάδο. Το σκεπτικό που υιοθετούν οι τωρινοί πολιτικοί μοιάζει πάρα πολύ με εκείνο που χρησιμοποιήθηκε για να περιοριστεί ο χώρος πριν δύο δεκαετίες, καθώς ισχυρισμοί για καταχρηστικές πρακτικές εισαγωγής, παραπλανητική διαφήμιση και αμφίβολη εκπαιδευτική αξία τίθενται μαζί με τα αυξανόμενα μη εξυπηρετούμενα φοιτητικά δάνεια ως αποδείξεις για  την επιτακτική ανάγκη να επιβληθούν νέες επαχθείς ρυθμίσεις. Έτσι, οι ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν περιλαμβάνουν πολύ αυστηρότερους κανόνες για τα μη αποπληρούμενα δάνεια, την κατάργηση των υπαλληλικών επιδοτήσεων, τον εμπλουτισμό των απαιτήσεων για τις αναφορές δεδομένων και , πιο αμφιλεγόμενα, αλλαγές σε έναν νόμο γνωστό ως επικερδής απασχόληση. Με τον τρόπο που προτείνεται, η νέα ρύθμιση για την αμειβόμενη απασχόληση θα δημιουργήσει ένα σοβαρά ελαττωματικό μετρικό σύστημα χρεών ανάλογα με το εισόδημα και το επίπεδο προγράμματος, με προγράμματα που θα αποτυγχάνουν να ικανοποιήσουν τα πολύ εξειδικευμένα κριτήρια και θα χάνουν την επιλεξιμότητα για ομοσπονδιακή οικονομική βοήθεια.
Στο εκπαιδευτικό σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης των ΗΠΑ, η απώλεια της οικονομικής βοήθειας θεωρείται η χαριστική βολή για ένα ίδρυμα. Οι περισσότερες αναλύσεις για το νομοσχέδιο της επικερδούς απασχόλησης συμπεραίνουν ότι ο νόμος θα είχε σημαντική επίδραση στον χώρο: Εκτόπιση εκατοντάδων χιλιάδων φοιτητών, περιορισμός της ποικιλίας των προσφερόμενων προγραμμάτων και παρεμπόδιση των ιδιωτικών επιχειρήσεων να θέτουν τις δικές τους τιμές.[1] Ο κερδοσκοπικός τομέας ήταν ενήμερος για τις δυνητικά καταστροφικές συνέπειες της αλλαγής του νόμου καθώς πίεσε σε μεγάλο βαθμό εναντίον της επικερδούς απασχόλησης. Οι πιέσεις του απέδωσαν ως έναν βαθμό, καθώς ο τελικός νόμος που εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2011 ήταν ηπιότερος από την αρχική πρόταση.
Παρά την έντονη και εύστοχη κριτική για την επικερδή απασχόληση και την επιβολή ενισχυμένου ρυθμιστικού ελέγχου μονομερώς στον ιδιωτικό τομέα, η κυβέρνηση Ομπάμα και οι σύμμαχοί της φαίνονται αποφασισμένοι να επιβάλουν περαιτέρω δυσλειτουργικές ρυθμίσεις που αποβλέπουν στο να εμποδίσουν την ικανότητα του ιδιωτικού εκπαιδευτικού τομέα να ανταγωνιστεί δίκαια στον χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Οι τελευταίες προσπάθειες περιλαμβάνουν προτάσεις για μείωση του μέγιστου εισοδήματος που μπορεί ένα σχολείο να αποκομίσει από την ομοσπονδιακή βοήθεια από το 90% στο 85%, καθώς επίσης και την προσθήκη των επιδομάτων βετεράνων φοιτητών, τα οποία σήμερα εξαιρούνται, σε αυτόν τον υπολογισμό.
Η Wall Street Journal συμπέραινε ότι η εχθρότητα της κυβέρνησης Ομπάμα προς τις ιδιωτικές εκπαιδευτικές εταιρείες … είναι συνεπής με την απόφαση (της) να αποκλείσει τις ιδιωτικές εταιρείες από τη διανομή φοιτητικών δανείων, με τη σχεδόν κρατικοποίηση του συστήματος υγείας και με τις καταγγελίες της για υψηλές επιχειρηματικές αμοιβές και κέρδη. Τιμωρώντας τα ιδιωτικά κολλέγια, η κυβέρνηση θα ωθήσει περισσότερους φοιτητές στους μη κερδοσκοπικούς ανταγωνιστές τους, κάτι το οποίο ικανοποιεί την προτίμησή της για… περισσότερο κρατικό έλεγχο.[2] Συμφωνούμε απολύτως με αυτή τη δήλωση. Όπως υποστήριξε κάποιος από εμάς στο Χρονικό της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, η μάχη  του Προέδρου εναντίον της ιδιωτικής εκπαίδευσης είναι μέρος ενός «μεγαλύτερου πολέμου εναντίον του καπιταλισμού … ο οποίος είναι απολύτως ιδεολογικός και ξεκάθαρα άδικος»[3] σημειώνοντας ότι αν και υπάρχουν προβλήματα απάτης και κατάχρησης στον χώρο τα οποία χρειάζεται να εξαλειφθούν, μία «μεγάλη μερίδα – ίσως η μεγαλύτερη – των αθέμιτων πρακτικών στην αμερικάνικη ανώτερη εκπαίδευση συμβαίνει στα καλοπληρωμένα από τους φορολογούμενους μη κερδοσκοπικά ιδρύματα.[4]

Η επιτυχία της κερδοσκοπικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
Πολιτικοί αντίπαλοι και άλλοι αντιτιθέμενοι αδυνατούν να κατανοήσουν γιατί ο κερδοσκοπικός τομέας στις ΗΠΑ, ο οποίος βρίσκεται σε ανταγωνιστικό μειονέκτημα ως προς τη φορολογία και την έλλειψη επιδοτήσεων, συνεχίζει να αναπτύσσεται ενώ οι παραδοσιακοί τομείς έχουν παραμείνει σχετικά στάσιμοι. Συχνά υποβαθμίζουν την επιτυχία των κερδοσκοπικών ιδρυμάτων, ισχυριζόμενοι ότι είναι προϊόν της εταιρικής απληστίας, της αδιαφορίας για τους φοιτητές, της παραπλανητικής διαφήμισης ή της αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς, παραβλέποντας το γεγονός ότι το κίνητρο του κέρδους σε έναν επιχειρηματικό χώρο συχνά γεννά ανταγωνισμό και καινοτομία που διοχετεύουν τους πόρους σε παραγωγικές χρήσεις και βελτιώνουν τη γενική ευημερία της κοινωνίας. Οι συνέπειες της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας γενικά είναι ότι μπορεί να παράγει αξιοσημείωτο πλούτο για τις εταιρείες και τους επιχειρηματίες που παίρνουν τα οικονομικά ρίσκα να ακολουθήσουν νέα σχέδια και ότι οι αποφάσεις για τη διαχείριση των περιορισμένων πόρων υπαγορεύονται από την αγορά. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την κερδοσκοπική τριτοβάθμια εκπαίδευση, η οποία είναι έντονα επιτυχημένη οικονομικά κατά την τελευταία μιάμιση δεκαετία. Αν και τα κερδοσκοπικά ιδρύματα λαμβάνουν ένα σημαντικό μερίδιο των εισοδημάτων τους από ομοσπονδιακά οικονομικά προγράμματα, έχουν να ανταγωνιστούν με τον κρατικό και τον μη κερδοσκοπικό τομέα για να εγγράψουν φοιτητές προκειμένου να διατηρήσουν αυτά τα χρήματα.
Δεκαπέντε κερδοσκοπικά ιδρύματα αποτελούσαν σχεδόν το 60% των συνολικών εγγραφών του ιδιωτικού τομέα το 2008/09, με το Apollo Group (μητρική εταιρεία του Πανεπιστημίου Φοίνιξ) μόνο του να συγκεντρώνει πάνω από το 21% της αγοράς. Αυτό δείχνει ότι η αγορά της ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης παρουσιάζει μεγάλο ποσό συγκέντρωσης στις μεγαλύτερες εταιρείες της. Αυτό έχει επιτρέψει στον χώρο να ακολουθήσει μια στρατηγική μαζικής αγοράς και να επωφεληθεί από οικονομίες κλίμακος στην παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Για να απεικονίσουμε την επιτυχία της ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, δημιουργήσαμε έναν Δείκτη Κερδοσκοπικής Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (FPHI) ο οποίος περιλαμβάνει τις δώδεκα μεγαλύτερες (στην κεφαλαιοποίηση αγοράς) εισηγμένες στο χρηματιστήριο κερδοσκοπικές εταιρείες των ΗΠΑ. Αξιολογήσαμε την τριμηνιαία απόδοση του δείκτη FPHI έναντι εκείνης του δείκτη S&P500 από τον Ιούνιο του 1996 έως τον Ιούνιο του 2010. Όπως φανερώνει η Εικόνα 4, η αξία του FPHI αυξήθηκε κατά σχεδόν 700% σε αυτή την περίοδο, ενώ η αξία του S&P500 αυξήθηκε μόνο περίπου 50%.


Μερικοί παρατηρητές υποστηρίζουν ότι το κέρδος δεν έχει καμία απολύτως θέση στην εκπαιδευτική διαδικασία και ισχυρίζονται ότι τα κερδοσκοπικά ιδρύματα μοιάζουν με κομπογιαννίτες που δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να πουλάνε στους φοιτητές την ιδέα ότι όλα τα προβλήματά τους μπορούν να λυθούν με την απόκτηση ενός πτυχίου (το οποίο μερικές αφορά εκπροσωπεί μια αμφιλεγόμενη γνώση) και τελικά τους αφήνει χωρίς αξία και γεμάτους χρέη. Τελικά, αυτού του είδους η επιχειρηματολογία – εκπεφρασμένη με πιο επίσημο τρόπο – βρίσκεται στη ρίζα των πολιτικών κριτικών.
Αν και είναι πιθανό να υπάρχει μια μικρή ποσότητα αλήθειας σε αυτή την πολύ αρνητική γενίκευση ενός χώρου που χρηματοδοτείται αδρά από το χρήμα των φορολογουμένων, η έρευνά μας, η οποία περιλαμβάνει συνεντεύξεις με μία σειρά στελεχών του χώρου, δείχνει ότι η κερδοσκοπική τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει αποδειχθεί επιτυχής στη διατήρηση αυξανόμενης ζήτησης και αυξανόμενου μεριδίου δαπανών από την ομοσπονδιακή βοήθεια ακριβώς επειδή λειτουργεί με ένα μοντέλο παρωθούμενο από το κέρδος. Αυτό το μοντέλο απαιτεί μια αποστολή η οποία είναι απολύτως διαφορετική από την παραδοσιακή τριτοβάθμια εκπαίδευση στο ότι αυτή προϋποθέτει οικονομική αποτελεσματικότητα και επικέντρωση στον φοιτητή ως πελάτη για να μεγιστοποιήσει τα μακροπρόθεσμα κέρδη.
Οι εταιρείες ιδιωτικής εκπαίδευσης  εφαρμόζουν ένα επιχειρηματικό μοντέλο το οποίο απαιτεί αποτελεσματική διαχείριση των πόρων για να παραμείνει ανταγωνιστικό. Ως αποτέλεσμα, τα ιδιωτικά ιδρύματα συχνά εκτελούν λιγότερο σπάταλες – σε κεφάλαια και εργατικά χέρια –λειτουργίες από τα παραδοσιακά κολλέγια, τα οποία συχνά κατέχουν μεγάλο αριθμό ακινήτων για τη στέγαση εκτεταμένων κατοικήσιμων πανεπιστημιουπόλεων και απασχολούν μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων ανά φοιτητή. Τα κερδοσκοπικά ιδρύματα, από την άλλη πλευρά, κατέχουν πολύ μικρά ακίνητα, συχνά ενοικιάζοντας χώρους σε κτήρια γραφείων. Ρωτήσαμε πολλά στελέχη του χώρου, «Γιατί ενοικιάζετε τους περισσότερους χώρους που χρησιμοποιείτε, αντί να τους αγοράσετε;» Η μία απάντηση ήταν αυτή που περιμέναμε: «Εμείς είμαστε ειδικοί στις εκπαιδευτικές επιχειρήσεις, όχι στις επιχειρήσεις ακινήτων». Μια άλλη ήταν: «Σε αυτό το περιβάλλον πληθώρας χώρων εμπορικών γραφείων, είμαστε κερδισμένοι με την ενοικίαση, διατηρώντας το κεφάλαιό μας». Ακόμα, μια τρίτη απάντηση εστίασε στην ευελιξία: «Αν αγοράζεις κτήρια έχεις ένα τεράστιο πάγιο κόστος, το οποίο μειώνεται πάρα πολύ με μεσοβραχυπρόθεσμα μισθωτήρια συμβόλαια. Η ενοικίαση επιτρέπει στις σχολές να ανταποκρίνονται στις χωροταξικές ανάγκες πιο γρήγορα όταν οι φοιτητές απαιτούν αλλαγές, τόσο ως προς την τοποθεσία όσο και ως προς τα αντικείμενα που θέλουν να διδαχθούν.
Μια άλλη σημαντική λειτουργική διαφορά ανάμεσα στα κερδοσκοπικά και τα παραδοσιακά ιδρύματα είναι στη χρήση των ανθρώπινων πόρων. Τα κρατικά και τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα γενικά απασχολούν μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων ανά φοιτητή από τα κερδοσκοπικά. Τα ομοσπονδιακά δεδομένα δείχνουν ο ιδιωτικός τομέας απασχολούσε περίπου 11,5 υπαλλήλους ανά 100 φοιτητές, ενώ ο κρατικός και ο μη κερδοσκοπικούς τομέας απασχολούσαν περίπου 18,7 και 27,4 υπαλλήλους ανά 100 φοιτητές το 2007/08, αντίστοιχα (Benett, 2009). H διαφορά υπάρχει κυρίως επειδή τα ιδιωτικά τείνουν να απασχολούν μικρότερο αριθμό μη εκπαιδευτικού προσωπικού ανά φοιτητή από τα παραδοσιακά κολλέγια, και απαιτούν μεγαλύτερο φόρτο διδασκαλίας από το προσωπικό χωρίς καθόλου σχεδόν ερευνητική εργασία (Ruch, 2001).
Τα ιδιωτικά επωφελούνται επίσης και από οικονομίες κλίμακος με πρακτικές όπως να συνεργάζονται με ειδικούς προγραμμάτων σπουδών για να καθορίζουν την ποσότητα της ύλης ανά τομέα και προσφέροντας τα περισσότερα μαθήματα είτε αποκλειστικά είτε εν μέρει εξ αποστάσεως με ηλεκτρονικό τρόπο. Τα καθορισμένα προγράμματα σπουδών επιτρέπουν στους διδάσκοντες να μειώσουν την ποσότητα του χρόνου που απαιτείται για διδακτική προετοιμασία και αυξάνουν τον χρόνο για διδασκαλία και για συναντήσεις με τους φοιτητές. Η εξ αποστάσεως διδασκαλία προσφέρεται με χαμηλό κόστος και παρέχει στα ιδρύματα τη δυνατότητα να προσφέρουν μεγαλύτερη ευελιξία στο πρόγραμμα και να εξυπηρετούν μεγαλύτερο αριθμό μελλοντικών φοιτητών. Αν και η εξ αποστάσεως εκπαίδευση έχει κατακριθεί από πολλούς ως υποδεέστερη από την εκπαίδευση στη σχολική αίθουσα, οι περισσότερες έρευνες δείχνουν ότι η ηλεκτρονική διδασκαλία είναι εξίσου αποτελεσματική, αν όχι περισσότερο αποτελεσματική, από την παραδοσιακή, πρόσωπο με πρόσωπο, διδασκαλία (cf. Means et al., 2009; Twigg, 2005). Αυτές οι μέθοδοι κόστους-αποτελεσματικότητας έχουν αποδειχθεί πολύ επωφελείς και χρησιμοποιούνται συχνά για να χρηματοδοτήσουν  εργασίες ανοικοδόμησης εκπαιδευτικών κτηρίων, που ορισμένοι γνώστες του κλάδου υποστηρίζουν ότι παρέχουν τεράστια αξία μάρκετινγκ που αυξάνει το αντιληπτό κύρος ενός ιδρύματος.
Επιπλέον της χρήσης επιχειρηματικού μοντέλου στηριζόμενου στην αποτελεσματικότητα, τα κερδοσκοπικά κολλέγια διαφέρουν από τα παραδοσιακά στον τρόπο αντιμετώπισης των φοιτητών ως πελάτες. Ενώ τα παραδοσιακά πανεπιστήμια γενικά παίρνουν μόνο ένα μέρος της χρηματοδότησής τους από τους φοιτητές τους, σχεδόν όλα τα εισοδήματα στην ιδιωτική εκπαίδευση προέρχονται από τα δίδακτρα. Αυτό σημαίνει ότι τα κερδοσκοπικά ιδρύματα πρέπει να είναι προσεκτικά με τις ανάγκες των φοιτητών τους και να τους μεταχειρίζονται ως πολύτιμους πελάτες που πληρώνουν. Ένας τρόπος με τον οποίο έχουν αποδειχθεί επιτυχημένα να το κάνουν, είναι η προσφορά προγραμμάτων επαγγελματικών πτυχίων και πιστοποιητικών, όπως  πληροφορική, ιατρικές υπηρεσίες και διοίκηση επιχειρήσεων, που έχουν μετρήσιμα αποτελέσματα δεξιοτήτων και μπορούν να περατωθούν σε λιγότερο χρόνο από τα παραδοσιακά προγράμματα πτυχίων (Turner, 2006). Oι κερδοσκοπικές λειτουργίες παρέχουν επίσης πολύ μεγαλύτερη ευελιξία για τους μελλοντικούς φοιτητές μέσω απογευματινών μαθημάτων και μαθημάτων τα σαββατοκύριακα που πραγματοποιούνται σε κατάλληλες τοποθεσίες, καθώς επίσης και μαθήματα online τα οποία διδάσκονται εξ αποστάσεως, σύμφωνα με τις ανάγκες κάθε φοιτητή. Τέτοιες καινοτομίες έχουν επιτρέψει στις ιδιωτικές σχολές να προσελκύουν πολλούς μη παραδοσιακούς φοιτητές, καθώς επίσης και έναν αυξανόμενο αριθμό φοιτητών ηλικίας παραδοσιακού κολλεγίου, και έτσι να κερδίζουν μια λογική απόδοση της επένδυσης.
Αν και πολλοί πιστεύουν ότι τα βελτιωμένα εκπαιδευτικά αποτελέσματα  μπορούν να προκύψουν μόνο με αυξανόμενα επίπεδα δαπανών των ιδρυμάτων, αυτό είναι μία εσφαλμένη αντίληψη που πολλοί στην εκπαιδευτική κοινότητα έχουν εκμεταλλευτεί για να αποκτήσουν πρόσβαση σε περισσότερες κρατικές επιδοτήσεις. Τα κερδοσκοπικά κολλέγια, χρησιμοποιώντας ένα ουσιώδες και αποτελεσματικό επιχειρηματικό μοντέλο, έχουν κατορθώσει να παράγουν παρόμοια, και σε μερικές περιπτώσεις καλύτερα αποτελέσματα, με όρους ποσοστών διατήρησης και αποφοίτησης, ειδικά σε ό,τι αφορά τους αδύναμους φοιτητές (Watson, 2009), συχνά προσφέροντας «μεγαλύτερη κέρδη εισοδήματος … σε ένα συγκρίσιμο κοινωνικό κόστος» με τα κρατικά ιδρύματα (Lytle, 2010). Κάνοντας αυτό, έχουν κατορθώσει να κερδίζουν ελκυστικά ποσοστά απόσβεσης για τους επενδυτές τους.

Μαθήματα για το Ηνωμένο Βασίλειο
Η ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση στις ΗΠΑ έχει πολλαπλασιαστεί τις τελευταίες δεκαετίες διατηρώντας ένα σημαντικό μερίδιο της αυξανόμενης ζήτησης για τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ενώ αυτή η αυξανόμενη ζήτηση οφείλεται τουλάχιστον εν μέρει στις γενναιόδωρες πολιτικές ομοσπονδιακής οικονομικής βοήθειας, είναι αναμφισβήτητο ότι ο ιδιωτικός τομέας έχει αποδειχθεί απίστευτα ικανός στην ικανότητα να επεκτείνεται και να ανταγωνίζεται τους παραδοσιακούς τομείς τριτοβάθμιας εκπαίδευσης προσφέροντας επαγγελματικά προσανατολισμένα προγράμματα τα οποία έχουν υψηλή ζήτηση. Το έχει κατορθώσει, κατά ένα μεγάλο μέρος επειδή καθοδηγείται από το κίνητρο του κέρδους που έχει αποδειχθεί αποτελεσματικό και έχει προσελκύσει πόρους από τις αγορές κεφαλαίων. Αυτό βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον κρατικό τομέα, ο οποίος είναι έντονα εξαρτημένος από τα χρήματα των φορολογουμένων που έχουν χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση δαπανών μεγάλων πανεπιστημίων τα οποία δεν είναι πλέον οικονομικά βιώσιμα. Οι ΗΠΑ δεν είναι μόνες στην αντιμετώπιση της σοβαρής πρόκλησης για χρηματοδότηση της ζήτησης για τριτοβάθμια εκπαίδευση, καθώς διάφορες χώρες στον κόσμο, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, αντιμετωπίζουν μια παρόμοια πραγματικότητα σε μια εποχή ανταγωνιστικής αναζήτησης  περιορισμένων κρατικών πόρων.
Οι φοιτητές στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν επί μακρόν απολαύσει πολύ χαμηλά δίδακτρα χάρη στις γενναιόδωρες κρατικές επιδοτήσεις που έφτασαν συνολικά τα 14,3 δισεκατομμύρια λίρες το 2007/08. Αυτό το μοντέλο χρηματοδότησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όμως, με πολλές ομοιότητες με εκείνο των ΗΠΑ, δεν είναι οικονομικά βιώσιμο. Οι πολιτικοί της Βρετανίας το αναγνωρίζουν αυτό. Απόδειξη, η μεγάλη τους προθυμία να επιτρέψουν στα κολλέγια τη χρέωση υψηλότερων διδάκτρων για προπτυχιακά μαθήματα, καθώς επίσης και η επιβολή ενός βαθμιαίου φόρου στους φοιτητές μέσω ενός συστήματος δανείων σύμφωνα με το οποίο λαμβάνεται ένα μερίδιο από τα κέρδη των φοιτητών, αλλά είναι επιεικές με τα χρέη διδάκτρων για τους φοιτητές με χαμηλές αποδοχές. Αν και είμαστε της γνώμης ότι οι φοιτητές αποκομίζουν σημαντικά οφέλη από την τριτοβάθμια εκπαίδευση και θα έπρεπε να πληρώνουν τουλάχιστον μια συμμετοχή στο κόστος της, τα νέα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης, όπως η επιβολή του φόρου εγγραφής, δεν είναι πολύ πιθανό να συμβάλουν στην καινοτομία και την αποτελεσματικότητα. Μάλλον, αποτελούν έναν άλλο τρόπο για να διατηρηθεί το κατεστημένο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Χρειάζονται πιο ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις για να χαλιναγωγηθεί το αυξανόμενο κόστος της ανώτερης εκπαίδευσης, αποτέλεσμα κυρίως της κρατικά επιβαλλόμενης μεταβίβασης πλούτου. Ένα σκέλος αυτής της μεταρρύθμισης θα στοχεύει προς την κατεύθυνση πιο αποτελεσματικών, προσανατολισμένων στην αγορά, εκπαιδευτικών παρόχων, όπως κερδοσκοπικά ιδρύματα που θα προσφέρουν επαγγελματικές σπουδές.
Παρόμοιες μεταρρυθμίσεις θα κάνουν πιο πιθανή την καινοτομία και την αποτελεσματικότητα στον κλάδο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης η οποία διαχρονικά έχει αποφύγει τις ανταγωνιστικές πιέσεις της αγοράς. Ένα μέρος αυτών των λύσεων περιλαμβάνει την ενθάρρυνση της δημιουργίας νέων, ιδιωτικών, ιδρυμάτων καταργώντας τα εμπόδια εισόδου και τον όγκο της γραφειοκρατίας που απαιτείται για τη δημιουργία μιας νέας επιχείρησης. Επιπλέον, πρέπει να προωθηθεί η ιδιωτικοποίηση των οικονομικά προβληματικών ιδρυμάτων. Πολιτικές που απαγορεύουν τέτοιες δράσεις λειτουργούν σαν προστατευτικά μέτρα που προασπίζονται ειδικά συμφέροντα, συμβάλλουν στη διατήρηση του κατεστημένου και στρεβλώνουν τις δυνατότητες της δημιουργικής καταστροφής να κατευθύνει τους πόρους να κατευθύνει τους πόρους σε παραγωγικές χρήσεις και να βελτιώσει τη γενική ευημερία της κοινωνίας. Επίσης, επιβάλλουν αχρείαστα κόστη και αναποτελεσματικότητα σε ένα ολοένα και πιο σημαντικό πεδίο της οικονομίας.
Η κυβερνητική πολιτική θα πρέπει να δημιουργεί ίσους όρους παιχνιδιού που θα αποφεύγουν να ευνοούν κάποια ιδρύματα εις βάρος άλλων. Μια πολιτική που θα το επετύγχανε αυτό είναι η εξάλειψη των άμεσων επιδοτήσεων σε ιδρύματα και η μετάβαση σε ένα πρόγραμμα κουπονιών εκπαίδευσης όπου οι φοιτητές θα επιλέγουν το ίδρυμα της προτίμησής τους, συμπεριλαμβανομένων και των κερδοσκοπικών και των επαγγελματικών ιδρυμάτων.
Οικονομολόγοι όπως ο νομπελίστας Milton Friedman έχουν υποστηρίξει εδώ και πολύ καιρό τα οφέλη των κουπονιών εκπαίδευσης για τη δημιουργία ενός αποτελεσματικότερου και ποιοτικότερου εκπαιδευτικού συστήματος μέσω της ενδυνάμωσης των φοιτητών να «ψηφίζουν» ποιο ίδρυμα αξίζει τους πόρους τους. Μακροπρόθεσμα, όμως, με δεδομένη την ιδιωτική φύση των περισσότερων εκπαιδευτικών πλεονεκτημάτων, είναι προτιμότερο να καταργηθούν οι περισσότερες κρατικές επιχορηγήσεις για τριτοβάθμια εκπαίδευση με μοναδική εξαίρεση εκείνες που δίνονται σε άριστους φοιτητές που έχουν οικονομική ανάγκη. Αυτό θ δημιουργούσε μια αποτελεσματικότερη και λειτουργικότερη αγορά τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από την υπάρχουσα και θα καθιστούσε αβάσιμες μερικές από τις επικρίσεις εναντίον των ιδιωτικών κολλεγίων.
Επίσης, οι ρυθμίσεις για τα ιδρύματα που λαμβάνουν κρατική υποστήριξη θα ήταν δικαιότερο να επιβάλλουν τους ίδιους κανόνες σε  όλο τον χώρο έτσι ώστε να μη δημιουργούν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα για ορισμένους παρόχους έναντι άλλων. Η υιοθέτηση φιλικών προς τον ανταγωνισμό πολιτικών θα επέτρεπε στους καταναλωτές, και όχι στους κρατικούς γραφειοκράτες, να κρίνουν την επιτυχία ενός ιδρύματος και την τοποθέτηση των διαθέσιμων πόρων για την εκπαίδευση.
Έχουν υπάρξει παρατυπίες στα ιδιωτικά κολλέγια των ΗΠΑ και οι επικριτές τους στο Ηνωμένο Βασίλειο το επισημαίνουν. Το αποτέλεσμα αυτών των παρατυπιών στις ΗΠΑ ήταν οι πολιτικές παρεμβάσεις , ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο η επιβράδυνση των μεταρρυθμίσεων. Οι επικρίσεις για τον κερδοσκοπικό τομέα, ωστόσο, στερούνται οποιασδήποτε οξυδέρκειας που θα περίμενε κανείς από μια ακαδημαϊκή ανάλυση. Αν και η ικανότητα των ιδιωτικών ιδρυμάτων να επωφελούνται από κρατικές επιδοτήσεις, ενώ έχουν χαμηλά ποσοστά ολοκλήρωσης σπουδών, είναι ένα από τα μειονεκτήματά τους, οι επικριτές αγνοούν τα τεράστια οφέλη που οι φορείς αυτοί φέρουν στο άνοιγμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε μειονότητες, στους λιγότερο εύπορους και σε εκείνους των οποίων η οικογένεια δεν είχε καμία σχέση με τον κλάδο. Πράγματι, αυτό το άνοιγμα του κλάδου είναι βασική αιτία των χαμηλών ποσοστών ολοκλήρωσης. Τα κερδοσκοπικά ιδρύματα συχνά δραστηριοποιούνται εκεί που άλλα ιδρύματα δεν το κάνουν. Επιπλέον, ενώ τα ελαττώματα ορισμένων πτυχών των κερδοσκοπικών ιδρυμάτων μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω της καλύτερης παροχής πληροφοριών, καλύτερα αποτελέσματα θα μπορούσαν να επιτυγχάνονται μέσω της αλλαγής του μηχανισμού παροχής κρατικής χρηματοδότησης.
Ενώ υποστηρίζουμε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει να θεσπίσει πολιτικές που θα κάνει πιο ελκυστικές τις ιδιωτικές επενδύσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η εμπειρία των ΗΠΑ δείχνει ότι μια τέτοια πολιτική πρέπει να είναι προσεκτικά κατασκευασμένη για να ελαχιστοποιεί περιπτώσεις αντιδεοντολογικής και κακώς εννοούμενης κερδοσκοπικής συμπεριφοράς σε βάρος των φορολογουμένων. Όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα που λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση θα πρέπει να λογοδοτούν για την εκπαιδευτική τους αξία. Αν και ο καθορισμός της εκπαιδευτικής αξίας είναι ένα δύσκολο έργο, θα ήταν σοφό να ενσωματώνει μέτρα με γνώμονα το αποτέλεσμα, όπως τα ποσοστά οικονομικής επιτυχίας, η ακαδημαϊκή επίδοση και η επιτυχία μετά την αποφοίτηση. Επιπλέον, τα ιδρύματα θα πρέπει να υποχρεώνονται να δημοσιεύουν αυτές τις πληροφορίες έτσι ώστε, οι υποψήφιοι φοιτητές, οι πολιτικοί φορείς και οι εργοδότες να μπορούν να λαμβάνουν καλύτερες αποφάσεις σχετικά με την τοποθέτηση των περιορισμένων πόρων. Όμως, όπως αναφέρθηκε, αν μειώσουμε τις κρατικές επιδοτήσεις θα μειώσουμε αυτόματα και τα προβλήματα στα οποία αυτές οδηγούν τόσο τον ιδιωτικό όσο και τον κρατικό τομέα. Οι επιδοτήσεις τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανταμείβουν τη φοιτητική αποτυχία και τιμωρούν την επιτυχία – όπως αυτές που εισάγει το Ηνωμένο Βασίλειο – είναι εντελώς περιττές. Οι κυβερνητικές επιδοτήσεις ενθαρρύνουν τον ηθικό κίνδυνο από την πλευρά του φοιτητή και αυτό δεν συμβάλλει στη λήψη των καλύτερων αποτελεσμάτων ούτε για τον κερδοσκοπικό ούτε για τον μη κερδοσκοπικό τομέα.

Βιβλιογραφία

Bennett, D. L. (2009), ‘Trends in the higher education labor force: identifying changes in worker composition and productivity’, Washington, DC: The Center for College Affordability and Productivity, April.
Bennett, D. L., A. R. Lucchesi and R. K. Vedder (2010), ‘For-profit higher education: growth innovation and regulation’, Washington, DC: The Center for College Affordability and Productivity, July.
Brinner, R. (2010), ‘Assessment of Missouri estimate of impact’, Boston, MA: The Parthenon Group, 9 September.
Cellini, S. R., and C. Goldin (2012), ‘Does federal student aid raise tuition? New evidence on for-profit colleges’, NBER working paper 17827, February.
Guryan, J., and M. Thompson (2010), ‘Report on gainful employment: executive summary’, Charles River Associates, 29 March.
Kantrowitz, M. (2010), ‘What is gainful employment? What is affordable debt?’, student aid policy analysis, 1 March.
Kinser, K. (2006), From Main Street to Wall Street: The Transformation of For-Profit Higher Education, Hoboken: Wiley.
Lytle, R. (2010), ‘Private sector post-secondary schools: do they deliver value to students and society?’, Boston, MA: The Parthenon Group, March.
Mead, B., et al. (2009), Evaluation of Evidence-Based Practices in Online Learning: A Meta-Analysis and Review of Online Learning Studies, Washington, DC: US Department of Education, Office of Planning, Evaluation, and Policy Development.
Miller, B. (2010), ‘Are you gainfully employed? Setting standards for for-profit degrees’, Washington, DC: Education Sector, September.
Moore, R. W. (2005), ‘The illusion of convergence: federal student aid policy in community colleges and proprietary schools’, in Community Colleges and Proprietary Schools: Conflict or Convergence?, ed. D. A. Clowes and E. M. Hawthorne, San Francisco: Jossey-Bass, pp. 71–80.
Ruch, R. S. (2001), Higher Ed, Inc.: The Rise of the For-Profit University, Baltimore: Johns Hopkins University Press.
Turner, S. E. (2006), ‘For-profit colleges in the contest of the market for higher education’, in Earnings from Learning: The Rise of For-Profit Universities, ed. D. W. Breneman, B. Pusser and S. E. Turner, Albany: State University of New York Press.
Twigg, C. A. (2005), ‘Course redesign improves learning and reduces cost’, The National Center for Public Policy and Higher Education, June.
Watson, S. S. (2009), ‘Graduating at-risk students: a crosssector analysis’, Washington, DC: Imagine America Foundation.


[1] Cf. Bennett et al. (2010); Brinner (2010); Guryan και Thompson (2010); Kantrowitz (2010); Miller (2010).
[2] ‘Scapegoating For-Profit Colleges’, Wall Street Journal, 27 August 2010.
[3] Richard Vedder, ‘Is Obama at War with For-Profit Universities?’, The Chronicle of Higher Education, 30 August 2010.
[4] Ibid


[1] Oι Cellini και Goldin (2012) εκτιμούν ότι οι τρέχουσες εγγραφές στους κερδοσκοπικούς θεσμούς είναι 2,5 εκατομμύρια, προσμετρώντας τους φοιτητές που παρακολουθούν θεσμούς οι οποίοι δεν συμμετέχουν σε ομοσπονδιακά προγράμματα οικονομικής βοήθειας και δεν περιλαμβάνονται στις κρατικές στατιστικές.

Δεν υπάρχουν σχόλια: