Δευτέρα, Αυγούστου 03, 2015

Η ιστορία μιας δασκάλας που έγινε σχολική επιχειρηματίας.


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑ

Tης Barbara Bergstom, στο "The Profit Motive in Education: Continuing the Revolution", ed. IEA.

Όταν η σουηδική μη-σοσιαλιστική κυβέρνηση εισήγαγε τη «μεταρρύθμιση των ελεύθερων σχολείων» το 1992, η λέξη «ελεύθερος» είχε τέσσερις σημασίες: Ως εκπαιδευτικός, ήσουν ελεύθερος να ιδρύσεις το δικό σου σχολείο, εφόσον κάλυπτες τις βασικές προδιαγραφές που έθετε η Εθνική Σχολική Επιθεώρηση. Δεύτερον, ως γονέας ή ως μαθητής, ήσουν ελεύθερος να επιλέξεις ένα σχολείο με το προφίλ της προτίμησής σου και όχι εξαναγκασμένος να παρακολουθήσεις το κρατικό σχολείο της τοπικής αρχής. Τρίτον, το σχολείο της επιλογής σου θα ήταν εντελώς ελεύθερο από δίδακτρα και έτσι δεν θα υπήρχε πρόσθετο κόστος όταν η επιλογή προσφερόταν από έναν συνεταιρισμό, σωματείο ή εταιρεία. Τέλος, τα ελεύθερα σχολεία θα είχαν περισσότερη ελευθερία στις παιδαγωγικές μεθόδους και στην καθημερινή τους λειτουργία, όπως και αυτονομία από τις δημοτικές σχολικές επιτροπές. Όλες αυτές οι ελευθερίες αλληλεπιδρούν: η ελεύθερη επιλογή γίνεται πραγματικότητα μόνο όταν υπάρχει η ελευθερία προσφοράς εναλλακτικών επιλογών. Εξίσου, η ελεύθερη επιλογή γίνεται πραγματικότητα μόνο όταν η εκπαίδευση είναι δωρεάν. Και ένας βαθμός αυτονομίας στη λειτουργία του σχολείου είναι αναγκαίος αν θέλει κανείς να δημιουργήσει ένα σχολείο συμβατό με τις προσωπικές του αντιλήψεις.



Ιδρύοντας ένα νέο σχολείο
Πάντα είχα τέτοιες αντιλήψεις, έτσι όταν το Κοινοβούλιο αποφάσισε να εισαγάγει τη μεταρρύθμιση παραιτήθηκα από τη θέση μου ως δασκάλα δημόσιου σχολείου για να ξεκινήσω τη δική μου σχολική μονάδα. Βρήκα ένα κατάλληλο κτήριο στη Στοκχόλμη και στη συνέχεια αιτήθηκα και απέκτησα άδεια. Αφού προσκάλεσα έναν πρώην συνάδελφο να συνεργαστούμε, ίδρυσα μια εταιρεία επειδή πιστεύαμε ότι αυτή ήταν η πιο αποτελεσματική μορφή διοίκησης και ηγεσίας ενός τέτοιου οργανισμού. Όταν ιδρύσαμε το πρώτο σχολείο τον Αύγουστο του 1993, είχα τρεις κύριες πεποιθήσεις:
  • Η αγγλική είναι η διεθνής γλώσσα και τα παιδιά της Σουηδίας πρέπει να τη μαθαίνουν σε μικρή ηλικία. Αυτό γίνεται καλύτερα με γλωσσική εξοικείωση από αγγλόφωνους εκπαιδευτικούς και με επέκταση σε αντικείμενα όπως τα Μαθηματικά και οι Φυσικές Επιστήμες.
  • ·   Η πειθαρχία και το ήρεμο και ασφαλές περιβάλλον στο σχολείο είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για τη μάθηση. Δυναμικοί  διευθυντές πρέπει να δημιουργούν ένα οργανωμένο περιβάλλον στο οποίο οι εκπαιδευτικοί θα μπορούν να διδάσκουν και οι μαθητές να μαθαίνουν. «Σκληρή αγάπη» είναι το σύνθημα του σχολείου μας το οποίο είναι αυστηρό στους κανόνες συμπεριφοράς, αλλά γεμάτο αγάπη για τους μαθητές και με απόλυτη αφοσίωση στον στόχο της επιτυχίας για κάθε παιδί.
  • Πρέπει να υπάρχουν υψηλές σχολικές προσδοκίες από τους μαθητές. Η αντίληψη πρέπει να είναι ότι κάθε παιδί μπορεί να πετύχει, ανεξάρτητα από το κοινωνικό του υπόβαθρο. Επίσης, οι πιο ταλαντούχοι μαθητές πρέπει να υποβοηθούνται για να φτάνουν στο πλήρες δυναμικό τους. Η τακτική αξιολόγηση θέτει τη βάση για την έγκαιρη αξιολόγηση των προβλημάτων. Οι δάσκαλοι-μέντορες, υπεύθυνοι για δεκαπέντε μαθητές ο καθένας, καλούν τους γονείς κάθε δεύτερη εβδομάδα για ενημέρωση και ανατροφοδότηση.


Για να πετύχουμε αυτούς τους στόχους, ήταν αναγκαίο να διαθέτουμε ισχυρή και ξεκάθαρη ηγεσία, να προσλάβουμε τους καλύτερους εκπαιδευτικούς και να τους δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις να συγκεντρωθούν στη διδασκαλία εξασφαλίζοντας ένα οργανωμένο περιβάλλον χωρίς ενοχλήσεις. Υπάρχει αυστηρός ενδυματολογικός κώδικας και δεν επιτρέπονται κινητά τηλέφωνα, συσκευές μουσικής και τσίχλες. Αυτοί οι κανόνες σύντομα γενικεύθηκαν και έγιναν για εμάς αναπόσπαστο συστατικό για ένα οργανωμένο περιβάλλον, επικεντρωμένο στον μαθητή.
Η εναλλακτική λύση  που προσφέραμε με το “Engelska Skolan” (Αγγλικό Σχολείο) , όπως λεγόταν τότε, αποδείχθηκε δημοφιλής μεταξύ των γονέων και έτσι οι εγγραφές μαθητών καλύφθηκαν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Βασική αιτία ήταν ότι το προϊόν μας ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τα «προγράμματα γενικής ικανοποίησης» και τις νοοτροπίες του «τα πάντα εξελίσσονται από μόνα τους» και «καμία εποπτεία από ενήλικες» οι οποίες ήταν τότε κυρίαρχες στα κρατικά σχολεία. Ακολουθώντας το αντιαυταρχικό κύμα του 1968, οι απόψεις του Ρουσσώ για το καλό παιδί που μπορούσε μόνο να πληγωθεί από τις παρεμβάσεις των ενηλίκων κυριάρχησαν στις σχολές εκπαιδευτικών, στα κρατικά σχολεία και στις σχολικές αρχές της Σουηδίας. Οι περισσότεροι γονείς δυσφορούσαν έντονα με αυτή την εξέλιξη.
Παρόλο που καλύψαμε τις εγγραφές από την αρχή, τα οικονομικά μας δεν ήταν ακόμη ασφαλή. Χωρίς δικά μας αρχικά κεφάλαια, ήμασταν υποχρεωμένοι να περιορίσουμε τα κόστη όσο μπορούσαμε. Για παράδειγμα, για να αποφύγουμε το κόστος καθαρισμού πήγαινα στο σχολείο τα Σαββατοκύριακα και καθάριζα μόνη μου. Και πριν ανοίξει το σχολείο, προσέγγισα τράπεζες, ταχυδρομεία και άλλες επιχειρήσεις στη Στοκχόλμη προκειμένου να τους ζητήσω να δωρίσουν στο σχολείο μας μεταχειρισμένη επίπλωση. Έτσι μπορέσαμε να εξοπλίσουμε όχι μόνο τα γραφεία μας αλλά και τις σχολικές αίθουσες με μεταχειρισμένα έπιπλα καλής ποιότητας. Επίσης, πληρωνόμουν προσωπικά με πολύ χαμηλές αποδοχές κατά τα πρώτα χρόνια, μέχρι να βρούμε έναν πιο σταθερό οικονομικό βηματισμό.
Τα αναφέρω αυτά, όχι για να παρουσιάσω τον εαυτό μου σαν «γυναίκα-ηρωίδα», αλλά σαν κάτι συνηθισμένο για πολλούς επιχειρηματίες. Επικεντρώνεσαι στα βασικά και ελαχιστοποιείς τα κόστη μέχρι να είσαι βέβαιος, μετά από αρκετά χρόνια, ότι έχεις εξασφαλίσει τη βάση της επιτυχίας. Και επιτυχία, όπως το έβλεπα εγώ, ήταν να αποδείξω ότι οι ιδέες και η προσπάθειά μου θα οδηγούσαν σε ένα πραγματικά σπουδαίο σχολείο. Δεν το έκανα για να κερδίσω πολλά χρήματα. Το όνειρό μου ήταν να δημιουργήσω το δικό μου σχολείο, με το σχήμα και τη δομή που πίστευα έντονα. Αυτό δεν θα ήταν δυνατό αν είχα παραμείνει στο κρατικό εκπαιδευτικό σύστημα. Μόνο ιδρύοντας το δικό μου σχολείο, με ελευθερία κινήσεων, θα μπορούσα να πετύχω ό,τι πέτυχα.
Το 1998, το Σχολείο μεταφέρθηκε σε μια περιοχή μεταναστών νότια της Στοκχόλμης όπου ξεκίνησα και ένα σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Έπειτα, το 2002, ειδοποιήθηκα από τον Δήμο της Järfälla, βόρεια της Στοκχόλμης, ότι επιθυμούσε να αναλάβω και να μετασχηματίσω ένα αποτυχημένο κρατικό σχολείο, επίσης σε περιοχή μεταναστών, κάτι το οποίο δέχθηκα και πραγματοποίησα. Το 2003, δέκα χρόνια μετά την ίδρυση του πρώτου μας σχολείου, αποφασίσαμε να επεκτείνουμε την επιχείρηση, παρά το οικονομικό ρίσκο που υπήρχε: Ξεκινήσαμε την ίδρυση τριών νέων σχολείων σε πόλεις που απείχαν περίπου 2 ώρες από τη Στοκχόλμη, στηριζόμενοι μόνο στα περιορισμένα κεφάλαια από το μητρικό σχολείο. Ευτυχώς, το βασικό μοτίβο (Αγγλικά και Πειθαρχία) αποδείχθηκε ελκυστικό και σύντομα καλύψαμε και τα νέα σχολεία με εγγραφές μαθητών. Το 2011, το Διεθνές Αγγλικό Σχολείο (IES) δίδασκε περισσότερους από 11.000 μαθητές σε 17 σχολεία της Σουηδίας – όντας έτσι ο μεγαλύτερος ελεύθερος εκπαιδευτικός οργανισμός στο επίπεδο της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Ξεκινάμε επίσης καλοκαιρινά σχολεία στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο και επιλεγήκαμε να διευθύνουμε το πρώτο μας ελεύθερο σχολείο στην Αγγλία. Το 2012-13 προσδοκούμε να φτάσουμε σε έσοδα το 1 δις. Σουηδικές κορώνες (περίπου 100 εκ. λίρες Αγγλίας).
Ο λόγος για τον οποίο αφηγήθηκα την προσωπική μου ιστορία ως σχολική επιχειρηματίας είναι ότι αντανακλά πολλές βασικές πλευρές της απελευθέρωσης της ιδιωτική επιχειρηματικότητας στα πλαίσια του μοντέλου των κουπονιών εκπαίδευσης (school vouchers). Η μία πλευρά είναι ότι πολλοί επιχειρηματίες της εκπαίδευσης δεν ξεκινούν με την ιδέα ότι θα γίνουν πλούσιοι. Αντίθετα, η κινητήριος δύναμη είναι κάτι εντελώς διαφορετικό: Η ελευθερία της δημιουργίας των δικών τους προσωπικών σχεδίων και η μεταμόρφωση των πεποιθήσεών τους σε πραγματικότητα.
Στενά συνδεδεμένη με αυτό, είναι η πίστη μου ότι η αλλαγή είναι σχεδόν αδύνατη στα πλαίσια του υπάρχοντος εκπαιδευτικού συστήματος. Γι’ αυτό, αν οι κυβερνήσεις θέλουν να αφήνουν νέες ιδέες να δοκιμάζονται, θα πρέπει να επιτρέπουν την εφαρμογή παρόμοιων σχεδίων εκτός των ορίων του υπάρχοντος κρατικού συστήματος. Και όσοι έχουν τις νέες ιδέες πρέπει να μπορούν να απευθύνονται στους γονείς σαν να είναι οι «πελάτες» τους και όχι να εξαναγκάζονται και να εξαρτώνται από τοπικά σχολικά συμβούλια, τα οποία σχεδόν πάντα σαμποτάρουν τέτοιες προσπάθειες. Είναι μεγάλη παρεξήγηση να περιγράφουμε την οικονομία της αγοράς μόνο ως «καθοδηγούμενη από το κέρδος». Συχνά ξεχνάμε ότι μία κρίσιμη παράμετρος της «αγοράς» είναι ότι ενθαρρύνει τους πειραματισμούς και δίνει τη δυνατότητα σε ανθρώπους με ιδέες να τις εφαρμόσουν στην πράξη. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από την αξία των ιδεών και την ικανότητα των ανθρώπων πίσω από αυτές. Χωρίς την ελευθερία της αγοράς, όμως, πολλές εξαιρετικές ιδέες και όνειρα δεν θα έφταναν ποτέ στην υλοποίηση και επιχειρήσεις όπως το IES δεν θα υπήρχαν.

Το δικαίωμα δημιουργίας κέρδους
Μια τρίτη πλευρά, είναι ότι καμία επέκταση δεν θα ήταν εφικτή χωρίς το δικαίωμα δημιουργίας κέρδους. Ο λόγος είναι διπλός: η ικανότητα και το κίνητρο. Μόνο αν μπορείς να συγκεντρώσεις κέρδη από τα πρώτα σου σχέδια είσαι ικανός να αποκτήσεις την οικονομική δύναμη για να επεκταθείς. Η επέκταση κοστίζει και πριν αποκτήσεις εισόδημα από ένα νέο σχολείο πρέπει να επενδύσεις ένα σεβαστό ποσό. Πρέπει να προσλάβεις διευθυντή και γραμματέα μισό χρόνο πριν, για να αναλάβουν τον σχεδιασμό του ερχόμενου σχολικού  έτους. Υπάρχουν διαφημιστικά κόστη και επιπλέον πρέπει να αγοράσεις επίπλωση, εξοπλισμό, ηλεκτρονικά συστήματα και βιβλία. Πρέπει να μπορείς να συνάπτεις συμβόλαια για ανακαινίσεις, κτήρια, κ.ο.κ. Όταν ξεκινήσαμε την επέκτασή μας το 2003, ούτε ένα συμβόλαιο δεν γινόταν δεκτό από τους πωλητές και τους ιδιοκτήτες κτηρίων, χωρίς την υπογραφή και την οικονομική εγγύηση της μητρικής εταιρείας, καθιερωμένης μέσα από 10 έτη σκληρής δουλειάς και δημιουργίας οικονομικής σταθερότητας. Αν δεν μας είχε επιτραπεί να παράξουμε και να διατηρήσουμε κέρδη κατά τα πρώτα δέκα έτη, καμία επέκταση δεν θα είχε πραγματοποιηθεί.
Τα κίνητρα είναι εξίσου αναγκαία. Είναι συχνά πολύ πιο εύκολο να διατηρήσεις την υπάρχουσα κατάσταση και να μην επεκταθείς, καθώς η επέκταση φέρνει καινούρια προβλήματα και πρόσθετες ευθύνες. Αυτός είναι και ο λόγος που πολλά εξαιρετικά σχολεία στη Σουηδία, διοικούμενα από οργανισμούς και κοινοπραξίες, δεν έχουν επεκταθεί. Οι εταιρείες αναλαμβάνουν σημαντικά ρίσκα και τα ποικίλα προβλήματα που συνοδεύουν την επέκταση αξίζουν τον κόπο μόνο αν αντισταθμίζονται από την πιθανότητα μελλοντικής υπεραξίας, συμπεριλαμβανομένης και της οικονομικής.
Σε αυτό το σημείο της ζωής του IES, δέκα χρόνια μετά τη δημιουργία του, έλαβα υπόψη την πιθανή δημιουργία υπεραξίας, κάτι που δεν είχα κάνει αρχικά. Τείνω να πιστέψω ότι και αυτό το σημείο είναι συνηθισμένο για πολλούς επιχειρηματίες: μετά από πολλά χρόνια σκληρής δουλειάς για την εκπλήρωση ενός ονείρου, και με λίγες υλικές ανταμοιβές, όταν παρουσιάζεται η ευκαιρία για επέκταση εξετάζεις αν θα παραχθεί αξία από την επέκταση ή όχι. Η επιχείρηση πρέπει να δρα για ενισχύει και όχι να καταστρέφει ό,τι έχει ήδη χτιστεί. Χωρίς την προοπτική της δημιουργίας υπεραξίας, είναι πολύ πιο πιθανό να μείνει στάσιμη.
Μια άλλη πλευρά, πιθανόν εξίσου σημαντική, είναι η απόδειξη της επιτυχίας ότι είσαι ικανός να δημιουργήσεις μια μεγάλη επιχείρηση. Τι θα κάνεις αργότερα στη ζωή με τα κεφάλαια που θα έχεις κερδίσει από την πώληση της εταιρείας, είναι μια άλλη ιστορία. Οι επιχειρηματίες δεν επιθυμούν απαραίτητα να συνταξιοδοτηθούν μέσα σε προσωπικές πολυτέλειες. Ένα από τα οράματά μου είναι να βοηθήσω τη Σουηδο-Θιβετιανή Ένωση να δημιουργήσει σχολεία και να προσφέρει υποτροφίες στο Θιβέτ: μια ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση στην οποία έχω αφοσιωθεί εδώ και πολύ καιρό.
 Οι γονείς ως πρωταγωνιστές
Το τέταρτο πλεονέκτημα των ελεύθερων σχολείων έχει να κάνει με τη σημασία του γεγονότος να είναι οι γονείς οι πραγματικοί καθοδηγητές για την επιτυχία ενός σχολείου ή μιας εκπαιδευτικής εταιρείας. Μόνο μέσω της γονικής επιλογής στην καρδιά του συστήματος μπορεί να ξεπεραστεί η ριζωμένη πολιτική ορθότητα, οι αριστερίστικες νοοτροπίες και τα γραφειοκρατικά εμπόδια που διαφορετικά θα σταματούσαν αναπόφευκτα κάθε πραγματική καινοτομία – ή απλά κάθε εφαρμογή τη κοινής λογικής στην εκπαίδευση. Οι πολιτικές απόψεις και οι κυρίαρχες κουλτούρες δημιουργούν μεγάλες προκαταλήψεις. Ενώ εδώ και πολύ καιρό η μοντέρνα νευρολογική έρευνα, όπως και η έρευνα στα εκπαιδευτικά συστήματα, έχει αποδείξει ότι οι εκπαιδευτικοί «μεταρρυθμιστές» της γενιάς του 1968 είναι επικίνδυνα λανθασμένοι, αυτοί οι ίδιοι «μεταρρυθμιστές» ακόμα κρατούν σφιχτά τους θεσμούς που έχουν κατακτήσει. Στη Σουηδία, για παράδειγμα, διατηρούν υπό τον απόλυτο έλεγχό τους τα υπηρεσιακά εκπαιδευτικά συμβούλια και τις περισσότερες σχολές εκπαιδευτικών. Μόνο παραχωρώντας την πλήρη δύναμη της επιλογής στα χέρια των γονέων, και παρέχοντας το δικαίωμα να προσφέρονται εναλλακτικές λύσεις στους γονείς, μπορούν να αντιμετωπιστούν οι στρεβλώσεις των καθιερωμένων εκπαιδευτικών αντιλήψεων. Μόνο ένα πλήρες σύστημα κουπονιών εκπαίδευσης – βασισμένο στη γονική επιλογή και με τη χρηματοδότησή του να ακολουθεί τον μαθητή – μπορεί να το πετύχει αυτό.

Η ποιότητα φέρνει κέρδη
Το πέμπτο και τελευταίο πλεονέκτημα των ελεύθερων σχολείων στο οποίο θα ήθελα να δώσω έμφαση έχει να κάνει με την ποιότητα της εκπαίδευσης εντός των πλαισίων της γονικής επιλογής, των κουπονιών και των εκπαιδευτικών επιχειρήσεων. Στον δημόσιο διάλογο, ακούμε συνέχεια ότι τα κέρδη στερούν πόρους από τα σχολεία εις βάρος της εκπαιδευτικής ποιότητας και ότι το οικονομικό πλεόνασμα μπορεί να επιτυγχάνεται μόνο με περικοπές δαπανών απαραίτητων για την επιτυχία των μαθητών. Αυτή είναι μια καθαρή παρεξήγηση η οποία αποδεικνύει ότι όσοι κάνουν παρόμοιους ισχυρισμούς έχουν ελάχιστη γνώση για την εκπαιδευτική λειτουργία στην πράξη.
Όπως ανέφερα παραπάνω, η δυνατότητα να δημιουργείς κέρδη προϋποθέτει τη δυνατότητα να μπορείς να επεκταθείς. Αλλά πώς δημιουργείται το κέρδος σε μια εκπαιδευτική αγορά βασισμένη στη γονική επιλογή και στην εξαργύρωση κουπονιών ; Σίγουρα όχι αφαιρώντας απαραίτητους εκπαιδευτικούς πόρους, ούτε θυσιάζοντας την ποιότητα. Μόνο ένας τρόπος υπάρχει για τη δημιουργία κέρδους: η παροχή ποιοτικής εκπαίδευσης. Και η οικονομική λογική είναι η εξής: με το σύστημα κουπονιών τα οικονομικά αποτελέσματα εξαρτώνται από την ικανότητα να καλύπτεται ο αριθμός των μαθητών ανά τάξη. Αφού κάθε μαθητής έρχεται με ένα κουπόνι αξίας περίπου 75.000 σουηδικές κορώνες (περίπου 7.500 λίρες Αγγλίας), είναι τεράστια η διαφορά αν έχεις 27 αντί για 30 μαθητές ανά τάξη. Γι’ αυτό, προκειμένου να καλύπτονται οι τάξεις, πρέπει το σχολείο να είναι ελκυστικό ώστε πολλοί γονείς να επιθυμούν να φέρουν εκεί τα παιδιά τους: με τα κουπόνια εκπαίδευσης (school vouchers), δεν υπάρχει χρηματικός περιορισμός για τους γονείς – η ποιότητα του σχολείου είναι ο μοναδικός παράγοντας αξιολόγησης, πέρα από τη χιλιομετρική απόσταση. Χρειάζεται επίσης να δημιουργηθεί μία λίστα αναμονής για μαθητές ώστε να καλύπτεται το κενό όταν κάποιος μαθητής φεύγει.
Πώς επιτυγχάνεται μια τέτοια ζήτηση για το σχολείο ; Υπάρχει μόνο ένας δυνατός τρόπος: αποκτώντας άριστη φήμη, έτσι ώστε πολλοί μαθητές και γονείς να κάνουν αίτηση εγγραφής. Η εκπαίδευση είναι σοβαρή υπόθεση για τους περισσότερους γονείς και γι’ αυτό  δεν παίρνουν την επιλογή σχολείου στα αστεία. Αντιθέτως, μιλούν με άλλους γονείς, σχολιάζουν ό,τι έχουν δει και έχουν ακούσει και εξετάζουν λεπτομερώς αν το σχολείο έχει καλό ιστορικό. Το IES μπόρεσε να επεκταθεί επειδή η βασική μας εκπαιδευτική πρόταση ήταν ξεκάθαρη, ισχυρή και ελκυστική. Επίσης, οι γονείς μας βλέπουν σαν ένα σοβαρό σχολείο κρίνοντας από τους ανθρώπου του IES που συναντούν και από τα επιτεύγματά μας. Τα αποτελέσματα είναι πολύ πιο ψηλά από τον εθνικό μέσο όρο της Σουηδίας, αλλά και πολύ καλύτερα από τα ελεύθερα σχολεία γενικά, παρόλο που τα σχολεία μας έχουν μεγαλύτερο ποσοστό αλλοδαπών μαθητών από τον μέσο όρο.
Εκτός από την ικανότητα να καλύπτονται οι εγγραφές ανά τάξη (όχι όμως πέραν του ορίου που θα επηρέαζε την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης), οι πιο υψηλοί παράγοντες για υψηλά οικονομικά αποτελέσματα είναι η ποιοτική οργάνωση και διοίκηση του σχολείου και της τάξης. Η ποιότητα δημιουργεί κέρδη και όχι το αντίστροφο.
Υπάρχει και μια άλλη και πιθανώς ζωτικότερη πλευρά στην παραδοχή ότι τα πάντα αρχίζουν με την ποιότητα: Τα καλά σχολεία βρίσκουν καλούς ανθρώπους. Γι’ αυτό, για να δημιουργήσεις ένα πραγματικά καλό σχολείο πρέπει να προσλάβεις τον καλύτερο διευθυντή ο οποίος στη συνέχεια θα προσλάβει και θα διευθύνει τους  καλύτερους δασκάλους. Για να προσλάβεις ανώτερους ανθρώπους να δουλέψουν για σένα, πρέπει να είσαι ικανός να τους πείσεις ότι είσαι άξιος και εκείνοι πρέπει να πιστέψουν σε αυτό που πρεσβεύεις. Ειδάλλως δεν θα έρθουν, ή δεν θα μείνουν. Δεν είναι τα κέρδη ο κινητήριος παράγοντας που παρωθεί τους καλύτερους εκπαιδευτικούς να έρθουν και να δουλέψουν για την επιχείρησή σου. Οι κινητήριοι παράγοντες είναι η διαύγεια του σκοπού και του σχεδίου, η εμπιστοσύνη στη σοβαρότητα του ιδρυτή και του ιδιοκτήτη, η έντονη αίσθηση του ανήκειν σε μια ενδιαφέρουσα επαγγελματική κοινότητα και η δυνατότητα επίτευξης αποτελεσμάτων πέρα και πάνω από τον μέσο όρο. Η εμπιστοσύνη είναι το κλειδί: εμπιστοσύνη στην αφοσίωση, τις ικανότητες και τα βασικά ιδεώδη του οργανισμού. Αυτή η εμπιστοσύνη πρέπει να κερδίζεται κάθε μέρα του έτους.


Κατά τη διάρκεια μιας ομιλία στη Σουηδία, ο αείμνηστος C. Northcote Pakinson παρουσίασε τον «Σουηδικό Νόμο» του για τη σχέση μεταξύ ανάπτυξης και εργασίας.  Δήλωσε το εξής: «Οι πολιτικές που σχεδιάζονται για να αυξήσουν την παραγωγικότητα, αυξάνουν και την εργασία. Ενώ οι πολιτικές που σχεδιάζονται για να αυξήσουν την εργασία, κάνουν οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό». Ο δικός μου «Σουηδικός Νόμος» για την εκπαιδευτική αγορά θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: «Οι σχολικές επιχειρήσεις που επιτυγχάνουν την ποιότητα στην εκπαίδευση θα αποκομίσουν και κέρδη. Οι επιχειρήσεις που πρωταρχικά αποσκοπούν στα κέρδη μειώνοντας την ποιότητα, δεν θα αποκομίσουν τίποτα».

Δεν υπάρχουν σχόλια: