Παρασκευή, Αυγούστου 28, 2015

Οι σχολές διοίκησης επιχειρήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου χρειάζονται μια ενίσχυση του κινήτρου του κέρδους.

Του J. R. Shackleton

 Εισαγωγή
Οι σχολές διοίκησης επιχειρήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου  φαίνεται να αποτελούν μια επιτυχημένη ιστορία. Περισσότερες από εκατό τέτοιες σχολές διδάσκουν περίπου το 15% όλων των φοιτητών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Περιλαμβάνουν ένα μεγάλο ποσοστό ξένων φοιτητών που σπουδάζουν στο Ηνωμένο Βασίλειο και μέσω κοινοπραξιών και αλυσίδων επιχειρήσεων σε δεκάδες χώρες σε όλο τον κόσμο συμβάλλουν περαιτέρω στο εμπορικό ισοζύγιο του Ηνωμένου Βασιλείου (Williams, 2010). Έχουν αυξηθεί ραγδαία κατά τα τελευταία 25 χρόνια  και η ζήτηση για τα προπτυχιακά και μεταπτυχιακά τους προγράμματα παραμένει έντονη.
Εκτός από τα προγράμματα σπουδών, οι σχολές αυτές παρέχουν σημαντική ποσότητα επαγγελματικής και διοικητικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, ταχύρρυθμα προγράμματα και συμμετοχή στην παροχή συμβουλών σε όλο τον κόσμο. Πολλές ασχολούνται με την ίδρυση νέων επιχειρήσεων και πραγματοποιούν μια σειρά από άλλες συνεισφορές στην περιφερειακή και τοπική οικονομική ανάπτυξη (Cooke και Galt, 2010). Παράγουν μεγάλη ποσότητα έρευνας υψηλού επιπέδου, όπως φαίνεται από τις υψηλές θέσεις που κατέχουν οι βρετανικές σχολές διοίκησης επιχειρήσεων στις διεθνείς κατατάξεις.
Αλλά τα πράγματα δεν είναι όλα τόσο ρόδινα όσο φαίνονται. Θα δείξω σε αυτό το κεφάλαιο ότι οι πανεπιστημιακές μας σχολές διοίκησης επιχειρήσεων είναι πολύ αποκομμένες από τις επιχειρήσεις, υπερβολικά ακαδημαϊκές και αδικαιολόγητα ακριβές. Δεν προσφέρουν στους μαθητές και τους εργοδότες τόσο καλές υπηρεσίες όσο θα περίμενε κανείς, δεν ανταποκρίνονται αρκετά γρήγορα στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς και οι σημαντικές αποδοχές τους συχνά χρησιμοποιούνται με ακατάλληλο τρόπο για την οριζόντια χρηματοδότηση άλλων πανεπιστημιακών αντικειμένων.
Θα υποστηρίξω την αποδέσμευση των σχολών από τον πανεπιστημιακό χώρο και την  ανάπτυξη του κινήτρου του κέρδους στις δραστηριότητές τους. Επίσης, θα προτείνω τρόπους με τους οποίους αυτό μπορεί να υλοποιηθεί.

Τι πάει λάθος ;
Οι σχολές διοίκησης επιχειρήσεων απέχουν, στην πραγματικότητα, πολύ από το τέλειο. Οι εργοδότες παραπονούνται ότι οι πτυχιούχοι τους δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι για εργασία και ότι πολλοί ενδιαφέρονται μόνο για μια καλή θέση. Σύμφωνα με την Στατιστική Υπηρεσία Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, το ποσοστό ανεργίας των αποφοίτων διοίκησης επιχειρήσεων για το 2009/10, έξι μήνες μετά την αποφοίτηση, ανέρχεται στο 10,5%, πάνω από το μέσο όρο του 9,1% όλων των αποφοίτων. Οι βάσεις εισαγωγής δεν είναι ιδιαίτερα υψηλές και η ποιότητα του ακαδημαϊκού έργου που παράγεται μερικές φορές είναι αμφιλεγόμενη. Οι μαθητές διαμαρτύρονται ότι ένα μεγάλο μέρος των σπουδών τους είναι άνευ σημασίας και ότι διδάσκονται από ανθρώπους που έχουν μικρή εμπειρία στις επιχειρήσεις, αλλά σίγουρα υψηλού επιπέδου. Αν και μπορούν να αναφερθούν πολλές καλές πρακτικές, οι αξιολογήσεις από την Εθνική Έρευνα Ικανοποίησης Φοιτητών δείχνουν ότι η διδασκαλία της διοίκησης επιχειρήσεων, σε προπτυχιακό επίπεδο ειδικότερα, δεν είναι πάντα πολύ ενθαρρυντική. Επίσης, αυτή η διδασκαλία είναι σχετικά λίγη (12,3 ώρες την εβδομάδα έναντι γενικού μέσου όρου για όλα τα αντικείμενα 14,2 ώρες το 2007) και πραγματοποιείται σε δυσανάλογα μεγάλες ομάδες. Ούτε οι φοιτητές αντισταθμίζουν με έντονη προσωπική μελέτη: Το συνολικό ποσό των ωρών μελέτης των φοιτητών  είναι το δεύτερο χαμηλότερο στη γενική κατάταξη.
Το προσωπικό  προσλαμβάνεται, ολοένα και περισσότερο, βάσει των ακαδημαϊκών του προσόντων και τις ικανότητές του για είδη έρευνας που  δημοσιεύονται σε υψηλής εγκυρότητας περιοδικά ή προσελκύουν το Συμβούλιο Ερευνητικής Χρηματοδότησης, αλλά μάλλον έχει μικρή σχέση με την επιχείρηση ή τη διδασκαλία. Η διασύνδεση με τις επιχειρήσεις είναι σε ορισμένες περιπτώσεις σπασμωδική και περιορισμένη. Οι άνθρωποι των επιχειρήσεων έχουν  μικρή ή καμία επίδραση στη λειτουργία των σχολών διοίκησης επιχειρήσεων και προτιμούν να ξοδεύουν τους προϋπολογισμούς κατάρτισης ή συμβουλευτικής σε εμπορικούς φορείς αντί στις εν λόγω σχολές, οι οποίες συχνά είναι αργές και άκαμπτες στην ικανοποίηση της  ταχέως μεταβαλλόμενης ζήτησης.
Στο προπτυχιακό επίπεδο, η πρακτική εξάσκηση σε θέσεις εργασίας,  αν και ευρέως αναγνωρίζεται ως ένας από τους καλύτερους τρόπους για την προετοιμασία των φοιτητών για την εργασία, έχει μειωθεί σε δημοτικότητα, καθώς οι φοιτητές που αντιμετωπίζουν υψηλά δίδακτρα αναζητούν συντομότερη εκπαίδευση και την ευκαιρία να εργαστούν με μερική απασχόληση σε μπαρ και καταστήματα λιανικής πώλησης. Οι πανεπιστημιακές σχολές διοίκησης επιχειρήσεων έχουν αργήσει  να προσαρμοστούν σε αυτή την πραγματικότητα και να καινοτομήσουν για την υποστήριξη των νέων τρόπων ζωής των σπουδαστών.
Στο μεταπτυχιακό επίπεδο, τα μαθήματα συχνά κυριαρχούνται από τους φοιτητές του εξωτερικού, ενώ οι φοιτητές του Ηνωμένου Βασιλείου είναι είτε αδιάφοροι για τα μαθήματα που προσφέρονται είτε δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά τα υψηλά δίδακτρα που χρεώνονται. Σε κανένα πρόγραμμα δεν είναι  πιο φανερό αυτό από ό, τι στην πάλαι ποτέ ναυαρχίδα των σχολών επιχειρήσεων, το Μεταπτυχιακό στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (MBA). Αυτό εισήχθη από τις ΗΠΑ με  την πρόθεση της αναζωογόνησης και αναβάθμισης των δεξιοτήτων της έμπειρης βρετανικής διοίκησης. Το κορυφαίο MBA στη χώρα πλήρους απασχόλησης από το London Business School,  δέχθηκε μόλις το 9% των εγγραφών του 2010-11 με φοιτητές του Ηνωμένου Βασιλείου. Και οι περισσότερες από τις  άλλες σχολές σχηματίζουν μια παρόμοια εικόνα, εκτός από το ότι το ακαδημαϊκό υπόβαθρο και η ποιότητα της προγενέστερης επιχειρηματικής εμπειρίας των εισαχθέντων τους είναι κατά ένα μεγάλο μέρος ασθενέστερη.
Πολλά από αυτά τα προβλήματα προκύπτουν από τη θεσμική θέση των σχολών διοίκησης επιχειρήσεων. Με έναν περιορισμένο αριθμό εξαιρέσεων, οι περισσότερες σχολές του Ηνωμένου Βασιλείου είναι απολύτως ενσωματωμένες στον πανεπιστημιακό τομέα. Αυτό έχει μια σειρά από οφέλη - τα γενικά έξοδα είναι κοινόχρηστα, τα προσόντα έχουν ευρεία αξιοπιστία και το προσωπικό είναι ενταγμένο σε μια ευρύτερη ακαδημαϊκή κοινότητα, με παραδόσεις υποτροφίας,  ευρύτητας πνεύματος και ηθικής συμπεριφοράς - αλλά έχει και ένα σημαντικό μειονέκτημα. Αν και για λογιστικούς λόγους - οι οποίοι εκτείνονται πέρα από το Ηνωμένο Βασίλειο και έχουν σχέση με την κατάταξη του ΟΟΣΑ - τα πανεπιστήμια υπολογίζονται στον ιδιωτικό τομέα, με πολλούς τρόπους τα πανεπιστήμιά μας συμπεριφέρονται περισσότερο σαν δημόσιες υπηρεσίες.
Αυτό σημαίνει ότι έχουν γίνει υπερβολικά εξαρτημένα από την κυβερνητική χρηματοδότηση, και ανησυχούν συνεχώς για τις «περικοπές». Μεγάλο μέρος του προσωπικού παραμένει αντίθετο στην έννοια της κυριαρχίας των καταναλωτών. Αυτοί έχουν γενναιόδωρες συντάξεις και  άλλες  υπηρεσίες, με σταδιακές μισθολογικές κλίμακες που δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια  ανταμοιβής για εξαιρετικές επιδόσεις. Αντίθετα, η κακή απόδοση είναι πολύ συχνά ανεκτή. Αυτό συμβαίνει εν μέρει επειδή το  ακαδημαϊκό προσωπικό είναι σε μεγάλο βαθμό οργανωμένο συνδικαλιστικά και οι συλλογικές διαπραγματευτικές διαδικασίες για τη διαχείριση της χαμηλής απόδοσης είναι δυσκίνητες και αναποτελεσματικές, προς μεγάλη ενόχληση του προσωπικού με τον μεγαλύτερο ζήλο. Οι ακαδημαϊκοί απαιτούν να επιλέγουν έναν περιορισμένο αριθμό διδακτικών υποχρεώσεων, πολύ καλά προκαθορισμένων και μόνο μεταξύ Οκτωβρίου και Μαΐου. Τα συνδικάτα επιμένουν ως προς την πληρωμή υπερωριών για  διδασκαλίες «εκτός της εθνικής σύμβασης», δηλαδή τα σαββατοκύριακα ή το καλοκαίρι.
Ως οιονεί κρατικοί φορείς, οι πανεπιστημιακές σχολές υπόκεινται επίσης σε μια σειρά από κυβερνητικές οδηγίες για θέματα όπως η διεύρυνση της συμμετοχής,  το Καθήκον του Δημόσιου Τομέα για την Ισότητα, τις υποχρεώσεις προμηθειών, την περιβαλλοντική αειφορία και ούτω καθεξής. Αυτό αυξάνει το κόστος και εμποδίζει την προσήλωση στις βασικές επιχειρηματικές δραστηριότητες.
Τέλος, στο πανεπιστημιακό πλαίσιο, οι σχολές διοίκησης επιχειρήσεων έχουν λίγη ανεξαρτησία και υπόκεινται σε μια ποικιλία ενοχλητικών θεσμικών πολιτικών σε σχέση με σημαντικά πρακτικά ζητήματα, όπως η ακίνητη περιουσία, το μάρκετινγκ, η πρόσληψη και διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού,  οι τεχνολογίες πληροφοριών, η χρηματοδότηση και η στέγαση των φοιτητών, καθώς και με ακαδημαϊκά θέματα όπως η υπηρεσιακή δομή, η παροχή ενδιάμεσων διπλωμάτων, η πιστωτικές δομές και το μήκος του ακαδημαϊκού έτους.
Οι πρυτάνεις έχουν περιορισμένη εξουσία και υπόκεινται σε ανωτέρω πιέσεις από αξιωματούχους  και σε κατωτέρω πιέσεις από το ανοιχτόμυαλο και ειλικρινές προσωπικό και από απαιτητικούς φοιτητές. Οι περισσότεροι δεν έχουν την εξουσία να καθορίζουν δίδακτρα και έχουν μικρό έλεγχο των προϋπολογισμών, που συνήθως καθορίζονται σε επίπεδο πανεπιστημίου και παρουσιάζουν ελάχιστες προοπτικές για την προσέλκυση επιπλέον κονδυλίων ή για την παροχή προϊόντων υψηλότερης ποιότητας για τους πελάτες της επιχείρησης.
Πιστεύεται ευρέως (Matthews, 2011) ότι είναι κοινή πρακτική για τις σχολές επιχειρήσεων να αντιμετωπίζονται ως «αγελάδες μετρητών» από τα υπόλοιπα τμήματα των πανεπιστημίων, με τα πλεονάσματά τους να επιδοτούν άλλες σχολές οι οποίες για ιστορικούς λόγους (ή λόγω της κυβερνητικής πολιτικής χρηματοδότησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης) έχουν συχνά περισσότερο γενναιόδωρες αναλογίες προσωπικού και / ή καλύτερες εγκαταστάσεις. Εκτός από τα προβλήματα που αυτό δημιουργεί για τις σχολές επιχειρήσεων, είναι αναμφισβήτητα μια αθέμιτη  εμπορική  πρακτική, δεδομένου ότι οι μεταπτυχιακοί φοιτητές του εξωτερικού, για παράδειγμα, συχνά πληρώνουν πολύ υψηλά τέλη που θα περιμέναμε εύλογα να δούμε να αντανακλώνται στη διδασκαλία τους και τις εγκαταστάσεις τους.
Ίσως πιο ουσιαστικά, υπάρχει σίγουρα κάτι παράδοξο στο γεγονός ότι η βασική εκπαίδευση επιχειρήσεων σε αυτή τη  χώρα - με κύριο στόχο την προετοιμασία των νέων ανθρώπων (νέων ανθρώπων που εμφανίζουν μια ισχυρή επιθυμία να γίνουν επιχειρηματίες, με πολλούς από αυτούς να επιθυμούν τελικά να αρχίσουν τις δικές τους εταιρείες) για την εργασία σε μια οικονομία της αγοράς – βρίσκεται στα χέρια  θεσμικών οργάνων τα οποία δεν συμμετέχουν πλήρως σε αυτή την οικονομία και για τα οποία δεν υπάρχει ο στόχος του κέρδους για να επικεντρώνονται και να πειθαρχούν τις συλλογικές τους προσπάθειες. Υποστηρίζω ότι αυτό έχει επιφέρει περιορισμένες επιλογές για τα άτομα  και έχει αυξήσει το κόστος των σπουδών, σε μια εποχή που οι τεχνολογικές  και οργανωτικές εξελίξεις στην ευρύτερη οικονομία θα έπρεπε να το είχαν μειώσει. Αυτό ωφελεί τους «παραγωγούς» εις βάρος των «καταναλωτών», είτε αυτοί είναι φοιτητές, είτε οι οικογένειές τους, είτε οι μελλοντικοί εργοδότες.

Η πρώιμη ανάπτυξη των πανεπιστημιακών επιχειρηματικών σχολών
Πώς φτάσαμε σε αυτή την κατάσταση;  Τα εμπορικά θέματα διδάσκονται σε υψηλό επίπεδο στα βρετανικά κολέγια και πανεπιστήμια εδώ και πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα,  περίπου από τον δέκατο ένατο αιώνα. Αυτά τα θέματα διδάχτηκαν σε διάφορα πλαίσια: σε πανεπιστημιακές σχολές ανθρωπιστικών, μηχανικών ή  οικονομικών σπουδών. Σε δημόσιες και ιδιωτικές εμπορικές σχολές. Και στα πρώιμα πολυτεχνεία της πρώτης δεκαετίας του εικοστού αιώνα. Η σύγχρονη έννοια της σχολής διοίκησης επιχειρήσεων είναι, ωστόσο, μια μεταπολεμική εξέλιξη σε αυτή τη χώρα χώρα. Ως εκ τούτου, είναι μια εξέλιξη της εποχής της σε δύο σημεία: Πρώτον, πρόκειται για μια σκόπιμη κυβερνητική παρέμβαση, λόγω της πίστης στην αδυναμία της αγοράς. Και, δεύτερον, είναι μια άκριτη εισαγωγή από τις ΗΠΑ.
Οι αρχές της δεκαετίας του 1960 ήταν μια περίοδος που οι πολιτικοί και των δύο μερών υποστήριξαν νέες μορφές κρατικής παρέμβασης στην οικονομία ανταποκρινόμενοι στη σχετικά φτωχή απόδοση του Ηνωμένου Βασιλείου σε σύγκριση με άλλες οικονομίες. Ένα χαρακτηριστικό αυτής της συνεννόησης  ήταν η δημιουργία του τριμερούς - μεγάλες επιχειρήσεις, μεγάλα σωματεία , μεγάλη κρατική εκπροσώπηση – Εθνικού Συμβουλίου Οικονομικής Ανάπτυξης  (NEDC). Τον Απρίλιο του 1963 το NEDC, αφού διέγνωσε την κακή διαχείριση ως μία από τις αδυναμίες της χώρας και υποστηρίζοντας ότι η ανεπαρκής εκπαίδευση και κατάρτιση ήταν μέρος του προβλήματος, πρότεινε τη δημιουργία μιας υψηλού επιπέδου σχολής επιχειρήσεων, κατ 'απομίμηση του μοντέλου των ΗΠΑ με την Harvard Business School. Την ίδια χρονιά, η επιτροπή Robbins εισηγήθηκε τη σύσταση δύο μεταπτυχιακών σχολών. Υπήρχε κάποια διαφωνία για τη μορφή του προτεινόμενου θεσμικού οργάνου. Πολλοί βιομήχανοι δεν ήθελα να δουν τις σχολές ως μέρος του πανεπιστημιακού τομέα, αλλά περισσότερο ως αυτοτελείς οντότητες παρόμοιες με το Κολλέγιο Διοικητικού Προσωπικού, το οποίο είχε ιδρυθεί στο Henley τη δεκαετία του 1940. Ήταν διατεθειμένοι να τοποθετήσουν χρήματα για να γίνει αυτό.
Η Έκθεση Franks, όμως, που συντάχθηκε εσπευσμένα για να αποφανθεί για το θέμα αυτό, τάχθηκε υπέρ της δημιουργίας δύο μεταπτυχιακών σχολών (στο Λονδίνο και το Μάντσεστερ) ως μέρος των υφιστάμενων πανεπιστημίων, αν και με σημαντικό βαθμό αυτονομίας. Στη συνέχεια, η  London Business School ανέπτυξε πολύ μεγαλύτερη ελευθερία από το ομόλογό του στο Μάντσεστερ, αποσπάστηκε από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και πήρε το δικό του Βασιλικό Διάταγμα το 1986. Παρά τη γενναιόδωρη παροχή αρχικής χρηματοδοτικής στήριξης (ύψους ισοδύναμου με πάνω από £ 60.000.000 σε σημερινά χρήματα), οι επιχειρήσεις άσκησαν μικρή επίδραση στην μετέπειτα ανάπτυξη των δύο σχολών, οι οποίες προσάρμοσαν συνειδητά τις προσφορές τους – ιδίως  το MBA – σύμφωνα με τις πανεπιστημιακές σχολές των ΗΠΑ.  Άλλα πιθανά μοντέλα, όπως οι γαλλικές περιφερειακές σχολές που είναι οργανικά συνδεδεμένες με τα εμπορικά επιμελητήρια και λειτουργούν έξω από το πανεπιστημιακό σύστημα, δεν λήφθηκαν υπόψη.
Τα είκοσι χρόνια που ακολούθησαν,  ο χαρακτήρας των σχολών του Λονδίνου και του Μάντσεστερ δέχθηκε αρκετές αλλαγές. Οι αριθμοί των φοιτητών τους αυξήθηκαν πολύ αργά και από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 ήταν πολύ χαμηλότεροι από τα επίπεδα που είχε προβλέψει ο Franks γι' αυτές. Από την άλλη πλευρά, περισσότερες από είκοσι άλλες επιχειρηματικές σχολές ή σχολές διοίκησης δίδασκαν τώρα μεταπτυχιακούς φοιτητές πανεπιστημίων, όπως το Warwick, το City University (αργότερα Cass Business School), τοAston και σε άλλα νέα πανεπιστήμια και πρώην Κολέγια Προηγμένης Τεχνολογίας. Επιπλέον, στη δεκαετία του 1970 υπήρξε ταχεία επέκταση των προπτυχιακών σπουδών επιχειρήσεων, ιδιαίτερα στον πολυτεχνικό τομέα, όπου το Συμβούλιο Βραβείων της Εθνικής Ακαδημίας (CNAA) επικύρωσε πολλά από αυτά τα προγράμματα. Μέχρι στιγμής, πάντως, οι προπτυχιακές σπουδές επιχειρήσεων, λογιστικής και οικονομικών συχνά διδάσκονται από διαφορετικό προσωπικό από εκείνο που διδάσκει τους μεγαλύτερους μεταπτυχιακούς  και μετα-επαγγελματικούς φοιτητές στις επιχειρήσεις και τη διοίκηση (σε προγράμματα όπως το Δίπλωμα Διοικητικών Σπουδών ή επαγγελματικών προσόντων). Αυτοί οι προπτυχιακοί καθηγητές ήταν συνήθως τοποθετημένοι σε άλλες θέσεις των πανεπιστημίων, όπως σε σχολές κοινωνικών ή εμπορικών σπουδών.
Παρά τις θετικές αυτές εξελίξεις, η κριτική για τις σχολές επιχειρήσεων αυξήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 καθώς έγινε φανερό ότι δεν είχαν πετύχει σημαντικά επιτεύγματα στην εκπαίδευση διοικητικών στελεχών ούτε είχαν βελτιώσει αισθητά την ποιότητα των επιχειρηματικών στρατηγικών. Το MBA δεν συνδεόταν πραγματικά με τους εργοδότες και υπήρχε η πεποίθηση ότι μεγάλο μέρος του προσωπικού ήταν απόμακρο, τυπολατρικό και υπερβολικά ενδιαφερόμενο για την εσωτερική έρευνα. Προστατευόμενες με την κρατική χρηματοδότηση, οι πανεπιστημιακές επιχειρηματικές σχολές  θεωρήθηκαν ως μη ευαίσθητες για τις ανάγκες των επιχειρήσεων και των φοιτητών τους. Ενεργούσαν ως σιωπηρό καρτέλ και δεν ανταγωνίζονταν για τα δίδακτρα καθιερώνοντας μια αναποτελεσματικότητα και αύξηση του κόστους. Θεωρήθηκε από κάποιους ότι ένα θεμελιώδες λάθος είχε γίνει από τον Franks με την ενσωμάτωση των σχολών στον πανεπιστημιακό τομέα.
Σε αντίθεση με αυτή την κατάσταση, το Ινστιτούτο Οικονομικών Μελετών δημοσίευσε την Έκθεση Hobart, από δύο ακαδημαϊκούς των επιχειρήσεων, τον Brian (αργότερα Λόρδος) Griffiths και τον Hugh Murray, από το City University. Οι δύο καθηγητές πρότειναν την ιδιωτικοποίηση των μεταπτυχιακών σπουδών της διοίκησης επιχειρήσεων, τη δημιουργία διακριτών σχολών με τη μορφή ανεξάρτητων νομικών προσώπων εκτός του κρατικού τομέα και, μετά από μια τριετή μεταβατική περίοδο, να μη λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση για τη διδασκαλία παρά μόνο ένα αρχικό κεφάλαιο για να χαράξουν τον δρόμο τους. Υποστήριξαν επίσης ότι η έρευνα ήταν  δημόσιο αγαθό και ότι οι νέες σχολές θα πρέπει να δικαιούνται επιχορηγήσεις από το τότε Συμβούλιο Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών (Griffiths and Murray, 1985).
Οι μισθοί και οι όροι απασχόλησης θα πρέπει να καθορίζονται από τις ίδιες τις σχολές, χωρίς διαπραγμάτευση με το  πανεπιστήμιο. Ειδικότερα, υποστήριξαν ένα ευρύτερο φάσμα τύπων σύμβασης και την κατάργηση της ημιαυτόματης θητείας.
Οι προτάσεις Griffiths / Murray προκάλεσαν ένα σημαντικό ρήγμα στην κρατικιστική συναίνεση γύρω από τις σχολές διοίκησης επιχειρήσεων και τον πανεπιστημιακό τομέα γενικότερα. Προσέλκυσαν μεγάλη προσοχή, ιδίως από τον Sir Keith Joseph,  Υπουργό Παιδείας και Επιστημών εκείνη την εποχή και έγκαιρο υπέρμαχο των πολλών αλλαγών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση οι οποίες έχουν γίνει κοινός τόπος σήμερα. Παρά την υποστήριξη σε τόσο υψηλό επίπεδο, οι προτάσεις για ιδιωτικοποίηση παρέμειναν στο περιθώριο. Κατόπιν σκέψεως, αν και ήταν ένα χρήσιμο βήμα προς τα εμπρός, μπορεί να υποστηριχθεί ότι ήταν αδύναμες με τρεις τρόπους.
Πρώτον, οι Griffiths και Murray ενδιαφέρθηκαν μόνο για τη μεταπτυχιακή εκπαίδευση, αφήνοντας τη πολύ μεγαλύτερη αριθμητικά περιοχή των προπτυχιακών σπουδών στον παλιά πανεπιστημιακό τομέα. Όμως τα επιχειρήματα για τη στενή διασύνδεση της επιχειρηματικής εκπαίδευσης με τις πραγματικές επιχειρήσεις είναι το ίδιο ισχυρά - ενδεχομένως ισχυρότερα - στο προπτυχιακό επίπεδο από ότι στο μεταπτυχιακό. Όταν έγραφαν οι Griffiths και Murray, οι περισσότεροι μεταπτυχιακοί φοιτητές είχαν κάποια σημαντική εργασιακή εμπειρία, αλλά ήταν δυνατό (και μάλιστα εξακολουθεί να είναι) σε πολλές σχολές διοίκησης επιχειρήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου οι προπτυχιακοί και μερικοί μεταπτυχιακοί φοιτητές να πάρουν τα πτυχία τους χωρίς καμία ουσιώδη επαφή με τους ανθρώπους των επιχειρήσεων. Αυτό σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής προετοιμασία για επαγγελματική σταδιοδρομία.
Δεύτερον, οι προτείνοντες έβλεπαν ακόμα την ανάγκη κρατικής υποστήριξης, μέσω κεφαλαίων χρηματοδότησης της έρευνας. Αλλά η εμπειρία έχει δείξει ότι αυτή η χρηματοδότηση συνοδεύεται πάντα από ένα πλέγμα δεσμεύσεων. Ειδικότερα, είναι απίθανο οι δωρεές μεγάλων κεφαλαίων να διατίθενται χωρίς τη στενή παρακολούθηση των χρήσεων για τις οποίες θα διατεθούν τα κεφάλαια αυτά.
Τρίτον, η μορφή που θα λάμβαναν οι ιδιωτικοποιημένες σχολές παρέμενε ασαφής: μόνο μία παράγραφος ήταν αφιερωμένη σε αυτή. Η συγκεκριμένη πρόταση (ibid .: 53) φαίνεται να αφορά τα σχολεία «που επιθυμούν να αποκτήσουν φιλανθρωπική δομή και να γίνουν εταιρείες περιορισμένης ευθύνης με την εγγύηση του London Business School», αν και «οι ιδιωτικές εταιρείες ή οι συνεταιρισμοί εργαζομένων », αναφέρονταν ως δυνατότητες.
Είναι σαφές, ωστόσο, είναι ότι οι ιδιωτικές κερδοσκοπικές σχολές δεν είχαν ακόμη επιλεγεί ως  μοντέλο. Η ιδιωτικοποίηση θεωρήθηκε ως ένα μέσο περικοπής της κρατικής χρηματοδότησης,  εξαναγκασμού των μεταπτυχιακών φοιτητών και των εργοδοτών να πληρώσουν περισσότερα και αποδέσμευσης των σχολών από τις πανεπιστημιακές δομές. Όμως, οι προτεινόμενες ανεξάρτητες σχολές επιχειρήσεων δεν θεωρούνταν ως φορείς κερδοσκοπικού χαρακτήρα από μόνες τους.

Εξελίξεις μετά τη δεκαετία του 1980
Από τότε που οι Griffiths και Murray έγραφαν τα παραπάνω, οι σχολές διοίκησης επιχειρήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου έχουν αλλάξει και η κλίμακα είναι πολύ διαφορετική. Οι αριθμοί των προπτυχιακών και μεταπτυχιακών φοιτητών έχουν αυξηθεί περισσότερο από το τριπλάσιο, ενώ ο αριθμός των σχολών έχει επίσης αυξηθεί σημαντικά, με  πάνω από εκατό σχολές σήμερα να είναι μέλη του Συλλόγου Επιχειρηματικών Σχολών (Williams, 2010). Ένα μεγάλο μέρος αυτής της αύξησης έχει πραγματοποιηθεί μετά το 1992. Τα περισσότερα από τα ταχέως αυξανόμενα πρώην πολυτεχνεία και τα νεότερα κολλέγια επέλεξαν τη δεκαετία του 1990 να παγιώσουν τη διδασκαλία των προπτυχιακών και μεταπτυχιακών τους σπουδών επιχειρήσεων και διαχείρισης,  με τη μορφή της ενιαίας σχολής διοίκησης επιχειρήσεων. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980,  η Manchester Business School είχε λιγότερους από τριακόσιους χιλιάδες φοιτητές, όλοι μεταπτυχιακοί, και σαράντα εργαζόμενους. Μία από τις μεγαλύτερες νέες πανεπιστημιακές σχολές επιχειρήσεων μπορεί να έχει 3.000-4.000 προπτυχιακούς και άλλους 1.000-1.500 μεταπτυχιακούς φοιτητές  στην πανεπιστημιούπολη και πολύ περισσότερους εξ αποστάσεως  ή σε παραρτήματα. Θα απασχολεί πάνω από διακόσια άτομα ακαδημαϊκό προσωπικό.
Αυτό το προσωπικό είναι διαφορετικό από εκείνο που διοριζόταν στο παρελθόν. Η τάση προς μια έμφαση στην ακαδημαϊκή αντί της πρακτικής
μάθησης ήταν εμφανής από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, αλλά έχει ενισχυθεί σημαντικά ως αποτέλεσμα της αλλαγής των γενεών. Οι νεοεισερχόμενοι τώρα ολοένα και προέρχονται από ένα ακαδημαϊκό, παρά επιχειρηματικό, περιβάλλον. Ένα διδακτορικό και μια σειρά από ερευνητικές δημοσιεύσεις θεωρούνται από πολλές, ίσως τις περισσότερες, πανεπιστημιακές σχολές  επιχειρήσεων βασικά κριτήρια πρόσληψης. Αυτό ορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την Επιτροπή Αξιολόγησης Ερευνών (μετονομαζόμενη σήμερα σε Πλαίσιο Ερευνητικής Αριστείας), η  οποία απονέμει  κρατική χρηματοδότηση με βάση την ποιότητα της έρευνας, όπως αυτή εκτιμάται από επιτροπές αξιολόγησης από ακαδημαϊκούς που δίνουν έμφαση περισσότερο στην πρωτοτυπία της τεχνικής (ιδιαιτέρως την ποσοτική τεχνική) παρά στην  πρακτική χρησιμότητα της έρευνας. Τα χρηματικά ποσά που λαμβάνονται από τις περισσότερες σχολές  επιχειρήσεων ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης της έρευνας είναι ασήμαντα, στις περισσότερες περιπτώσεις, αλλά όλα τα πανεπιστήμια θεωρούν ότι πρέπει να επενδύουν δυσανάλογους πόρους στην προσπάθεια να κερδίσουν την υψηλότερη δυνατή κατάταξη. Αυτό συμβαίνει περισσότερο για λόγους ακαδημαϊκού κύρους παρά εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων: μια συνηθισμένη καταγγελία, ιδιαίτερα για τις σχολές με την πιο εντατική έρευνα, είναι ότι οι φοιτητές διδάσκονται από μεταπτυχιακούς φοιτητές και χαμηλόβαθμο προσωπικό, χωρίς ποτέ να βλέπουν τους αστέρες της έρευνας για τους οποίους το ίδρυμα υπερηφανεύεται.
Μια άλλη δραματική αλλαγή είναι η διεθνοποίηση των σχολών διοίκησης επιχειρήσεων, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης παγκοσμιοποίησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει κερδίσει αρκετά από αυτή, με τη Βρετανία να είναι ο δεύτερος προορισμός φοιτητών μετά τις ΗΠΑ και με τις επιχειρηματικές σχολές της να έχουν εξελιχθεί σε σημαντικούς παράγοντες σε διεθνές επίπεδο. Οι διεθνείς αξιολογήσεις των σχολών παρακολουθούνται προσεκτικά και οι περισσότερες από τις κορυφαίες σχολές είναι  διαπιστευμένες από εξωτερικούς φορείς, όπως ο Σύλλογος για την Προώθηση των Συλλογικών Σχολών Επιχειρήσεων (AACSB) των ΗΠΑ και το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Διαχείριση της Ανάπτυξης (EFMD). Επίσης, και το προσωπικό προέρχεται ολοένα και περισσότερο από το εξωτερικό,  αφού προσελκύεται εν μέρει από τις ευκαιρίες για έρευνα, η οποία είναι υποβαθμισμένη σε πολλά ιδρύματα του εξωτερικού.
Αυτή η διεθνοποίηση σημαίνει ότι η αρχική εστίαση των βρετανικών σχολών διοίκησης επιχειρήσεων - η βελτίωση της βρετανικής διαχειριστικής ελίτ όπως προτείνεται από τo Εθνικό Συμβούλιο Οικονομικής Ανάπτυξης (NEDC) και την Έκθεση Franks - έχει μετατοπιστεί. Η ανάγκη πλέον είναι περισσότερο να εκπαιδεύσουν ένα πολύ ευρύ φάσμα  φοιτητών, Βρετανών και διεθνών, για μια αγορά εργασίας η οποία συνεχώς μεταβάλλεται και είναι περισσότερο παγκόσμια παρά τοπική. Περισσότερες από τις σημερινές σχολές διοίκησης επιχειρήσεων δραστηριοποιούνται τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό του Ηνωμένου Βασιλείου – είτε εκτελώντας άμεσα προγράμματα και μαθήματα στο εξωτερικό, είτε προσφέροντας πτυχία μέσω θυγατρικών κολλεγίων σε όλο τον κόσμο. Είναι μια αγορά η οποία δίνει αυξανόμενη έμφαση στα επαγγελματικά προσόντα, ακόμη και όταν πρόκειται για ατομική επιχείρηση, παρά στην προετοιμασία για ένα καθορισμένο σύνολο απασχολήσεων και ρόλων.
Μια ακόμη σημαντική αλλαγή, σχετική με τον αυξανόμενο αριθμό των διεθνών φοιτητών, είναι η μείωση της εξάρτησης των επιχειρηματικών σχολών από την άμεση χρηματοδότηση της κυβέρνησης μέσω του Συμβουλίου Χρηματοδότησης της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης για την Αγγλία (HEFCE) και άλλων ισοδύναμων θεσμών σε άλλα μέρη του Ηνωμένου Βασιλείου. Ακόμη και πριν από τον τρέχοντα γύρο περικοπών των δαπανών, ο οποίος μειώνει σχεδόν στο μηδέν την άμεση υποστήριξη που λαμβάνουν  οι επιχειρηματικές οντότητες στην Αγγλία, οι περισσότερες σχολές διοίκησης επιχειρήσεων - σε αντίθεση με άλλα τμήματα των μητρικών τους πανεπιστημίων - λάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους από τα δίδακτρα, τα θυγατρικά κολλέγια, τη δημόσια και  ιδιωτική χρηματοδότηση για έρευνα, καθώς επίσης και από τις  πληρωμές για κατάρτιση, συμβουλευτική, συνέδρια και ταχύρρυθμα μαθήματα. Υπό την έννοια αυτή είναι πολύ καλύτερα θωρακισμένες από τα υπόλοιπα πανεπιστημιακά τμήματα για να αντιμετωπίσουν το νέο χρηματοδοτικό καθεστώς για την  τριτοβάθμια εκπαίδευση - και καλύτερα προετοιμασμένες  για ενδεχόμενη ιδιωτικοποίηση από ότι στην εποχή των Griffiths και Murray.
Ακόμα μία - και, στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης, πολύ σημαντική - αλλαγή από το 1980 υπήρξε η σταδιακή είσοδος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση των ιδιωτικών παρόχων. Σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει υπολογιστεί ότι περίπου το 30 % των συνολικών εγγραφών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση γίνονται πλέον στον ιδιωτικό (μη-κρατικό)  τομέα (Universities UK, 2010: 61). Αυτό έχει συμβεί πιο έντονα, αν και σε καμία περίπτωση αποκλειστικά,  στην εκπαίδευση των επιχειρήσεων. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της παροχής γίνεται  από μη κερδοσκοπικά ιδρύματα, αλλά το ταχύτερα αναπτυσσόμενο μέρος της αγοράς των ΗΠΑ κατά τα τελευταία χρόνια, για παράδειγμα, ήταν τα κερδοσκοπικά ιδρύματα - που σήμερα αντιπροσωπεύουν περίπου το 20 % του συνόλου της ιδιωτικής αμερικανικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (Taylor, 2009).

Ιδιωτικοί πάροχοι στο Ηνωμένο Βασίλειο
Οι ιδιωτικές σχολές επιχειρήσεων αποτελούν  ιδρύματα αυξημένου κύρους στη Γαλλία, όπου το HEC Paris και το INSEAD κυριαρχούν στις αξιολογήσεις, αλλά και σε μικρότερο βαθμό στην Ισπανία και τη Γερμανία. Στο Ηνωμένο Βασίλειο παραμένουν κάτι το καινοφανές, αν και ορισμένες από αυτές λειτουργούν για πολλά χρόνια.
Το ανεξάρτητο Πανεπιστήμιο του Buckingham έχει μια μικρή σχολή επιχειρήσεων που είναι ένα από τα ελάχιστα μέλη των μη κυβερνητικών μελών του Συλλόγου Επιχειρηματικών Σχολών του Ηνωμένου Βασιλείου. Το Buckingham έχει γίνει ιδιωτικός πάροχος μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με Βασιλικό Διάταγμα από το 1983, και είναι το «δημόσιο πρόσωπο» της ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε αυτή τη χώρα. Αυτό είναι κατά κάποιον τρόπο παραπλανητικό. Το  Buckingham έχει αποδείξει ξεκάθαρα, αντιμετωπίζοντας με επιτυχία (και εθελοντικά) τους ελέγχους της Αρχής Διασφάλισης Ποιότητας και ολοκληρώνοντας την Εθνική Έρευνα Φοιτητικής Ικανοποίησης, ότι τα πρότυπά του είναι ισοδύναμα  ή υψηλότερα από ότι των  περισσοτέρων κρατικών παρόχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Επίσης, έχει εισάγει κάποιες ελκυστικές καινοτομίες στην παροχή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπως το διετές πτυχίο και η δυνατότητα τετραετούς διδασκαλίας με παράλληλη διεξαγωγή έρευνας. Το ίδρυμα δεν είναι τυπικός εκπρόσωπος των ιδιωτικών φορέων παροχής, ωστόσο: παραμένει μικρό, με λιγότερους από χίλιους φοιτητές συνολικά, και δεν έχει πολύ μεγάλη επιρροή στους υπόλοιπους παρόχους του χώρου.
Το Buckingham είναι ένα «μη-κερδοσκοπικό» με περιορισμένες φιλοδοξίες για επέκταση, ίδρυμα. Μια άλλη σχολή μικρής κλίμακας και μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα είναι η Ashridge Business School, η οποία απονέμει τα δικά της πτυχία μεταπτυχιακών και έχει τη δίκαιη φήμη των κορυφαίων εταιρειών του FTSE, για τον οποίο παρέχει εκπαίδευση διοικητικών στελεχών και συμβούλων. Υπάρχουν και άλλες μη κερδοσκοπικών επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών που κατέχουν διαφορετική θέση στην αγορά, όπως το  European London Business School, (EBS), που είναι μέρος της ομάδας Regent’s College, η οποία δεν χορηγεί  δικά της πτυχία αλλά διδάσκει προγράμματα  επικυρωμένα από  άλλα ιδρύματα - στην περίπτωση του EBS από το Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Υπάρχει επίσης μια σειρά από πανεπιστήμια του εξωτερικού που προσφέρουν πτυχία διοίκησης επιχειρήσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Υπάρχουν τουλάχιστον άλλες τριάντα ιδιωτικές σχολές διοίκησης επιχειρήσεων στo Ηνωμένο Βασίλειο, πολλές από τις οποίες είναι κερδοσκοπικές που ειδικεύονται στην παροχή θέσεων για ξένους φοιτητές σε εξωχώρια βρετανικά προγράμματα με σημαντικά χαμηλότερο κόστος από τα αντίστοιχα προγράμματα που λαμβάνουν χώρα επί τόπου στα πανεπιστήμια. Είναι είναι σε θέση να το κάνουν αυτό, επειδή είναι συνήθως μικρές επιχειρήσεις, χρησιμοποιούν λιγότερο δαπανηρές εγκαταστάσεις πιο εντατικά από τις υπόλοιπες βρετανικό σχολές, έχουν  πολλά χρονικά σημεία εισόδου στη διάρκεια του έτους και διδάσκουν τα Σαββατοκύριακα. Το προσωπικό τους, αν και αρκετά καλά αμειβόμενο, έχουν ατομικές συμβάσεις διδάσκει όλο το χρόνο. Κάνουν σημαντική χρήση του προσωπικού μερικής απασχόλησης. Οι καλύτερες από αυτές τις σχολές κάνουν καλή χρήση των τεχνολογιών και προσφέρουν ισχυρή υποστήριξη στους φοιτητές, ελαχιστοποιώντας ταυτόχρονα τα επίπεδα διοίκησης και τις εσωτερικές λειτουργίες (ανθρώπινο δυναμικό, μάρκετινγκ κ.ο.κ.), που έχουν οδηγήσει πολλές πανεπιστημιακές σχολές να είναι υπερφορτωμένες και δύσκαμπτες.
Υπάρχει μία  κερδοσκοπική σχολή επιχειρήσεων που απονέμει τα δικά της πτυχία. Αυτή είναι η BPP, η οποία έχει επί σειρά ετών μια εξαιρετική φήμη για την ποιότητα της προετοιμασίας για τις εξετάσεις  επαγγελματιών των επιχειρήσεων και της νομικής. Τώρα έχει τη μορφή πανεπιστημιακής σχολής. Η BPP, η οποία αναπτύχθηκε με γοργά βήματα στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά τώρα έχει αποκτηθεί από το αμερικανικής ιδιοκτησίας  Apollo Group, έχει τέσσερις πανεπιστημιουπόλεις στο Ηνωμένο Βασίλειο και έχει υπάρξει πρωτοπόρος στις καινοτομίες για πολύ ευέλικτα προπτυχιακά και μεταπτυχιακά διπλώματα που επιτρέπουν στους φοιτητές να προχωρούν με τους δικούς τους ρυθμούς και να συνδυάζουν  τη διδασκαλία πρόσωπο με πρόσωπο σε μικρές ομάδες με το  e-learning. Διαθέτει έναν ισχυρό πυρήνα μόνιμου προσωπικού, το οποίο μπορεί να απασχολείται στην έρευνα, αλλά ταυτόχρονα συνεργάζεται και με μερικώς απασχολούμενους επαγγελματίες των επιχειρήσεων. Προσφέρει πτυχία στο ίδιο κόστος με τα τρέχοντα επίπεδα διδάκτρων Ηνωμένου Βασιλείου / ΕΕ, αλλά δεν λαμβάνει καμία άμεση κρατική χρηματοδότηση μέσω HEFCE.
Έχει ήδη εγγεγραμμένους πολλούς βρετανούς φοιτητές, σε αντίθεση με τους περισσότερους άλλους κερδοσκοπικούς παρόχους, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε πολύ ισχυρή θέση να ανταγωνίζεται τις πανεπιστημιακές σχολές ως προς τα δίδακτρα.
Ο πίνακας 1 συνοψίζει το εύρος των παρόχων που δραστηριοποιούνται σήμερα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτή τη στιγμή, ίσως το 10-15 % του συνόλου των φοιτητών διοίκησης επιχειρήσεων φοιτούν σε ιδιωτικές σχολές. Εκτός από τη διδασκαλία των φοιτητών, ωστόσο, υπάρχουν και άλλοι τρόποι με τους οποίους οι ιδιωτικές επιχειρήσεις εμπλέκονται στην παροχή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Για παράδειγμα, υπάρχουν διάφορες εταιρείες του ιδιωτικού τομέα που υποστηρίζουν πλατφόρμες εξ αποστάσεως εκπαίδευσης για τις πανεπιστημιακές επιχειρηματικές σχολές οι οποίες προσφέρουν μαθήματα εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας για τους διεθνείς φοιτητές ή βοηθούν στην εγγραφή των φοιτητών (κυρίως στις αγορές του εξωτερικού, όπου τα τοπικά μέσα είναι καθοριστικά).
Υπάρχει μια αξιοσημείωτη αλλαγή στη στάση απέναντι στην ιδιωτική και, ειδικότερα, την κερδοσκοπική παροχή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τα τελευταία χρόνια. Ήταν η τελευταία κυβέρνηση των Εργατικών που ανέλαβε το πολιτικό ρίσκο εισαγωγής συμπληρωματικών διδάκτρων, κάνοντας το πρώτο διστακτικό βήμα υπέρ της τόνωσης του ιδιωτικού τομέα όταν έδωσε στην BPP το δικαίωμα να απονέμει τίτλους σπουδών το 2007. Προς το τέλος της κυβερνητικής της θητείας, στο έγγραφο Υψηλών Φιλοδοξιών της σημείωνε:
Παράλληλα με την ανάπτυξη των δημόσιων πανεπιστημίων και κολλεγίων μας,  διακρίνουμε επίσης έναν σημαντικό ρόλο για τους ιδιωτικούς φορείς παροχής για τα επόμενα 10-15 χρόνια Η Κυβέρνηση κατέστησε δυνατό για τους συγκεκριμένους παρόχους να αποκτήσουν δικαιώματα απονομής πτυχίων. Δεν βλέπουμε κανέναν λόγο για τον οποίο αυτός ο τρόπος παροχής δεν πρέπει να αυξηθεί στο μέλλον και να παράσχει περισσότερες επιλογές για τους φοιτητές και τους εργοδότες, προσθέτοντας στην καινοτομία και την ποικιλομορφία των διαθέσιμων επιλογών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.[1]

Ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη προκαλεί ίσως το γεγονός ότι τον Μάρτιο του 2010 το σωματείο «Βρετανικά Πανεπιστήμια», εξέδωσε μια έκθεση σχετικά με την ιδιωτική και την κερδοσκοπική παροχή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης η οποία αντιμετώπιζε με ευνοϊκή διάθεση  τις υφιστάμενες δραστηριότητες και παρέθετε διάφορα σενάρια για τη μελλοντική επέκταση της ιδιωτικής παροχής που περιλάμβαναν και την απόκτηση κρατικώς χρηματοδοτούμενων ιδρυμάτων από ιδιωτικούς φορείς. Κατέληγε με 22 συστάσεις για τις ομάδες αντιπροσώπων, τα κρατικώς χρηματοδοτούμενα ιδρύματα, τους οργανισμούς διαπίστευσης και τους κρατικούς και ιδιωτικούς παρόχους (Universities UK, 2010). Το Ινστιτούτο Πολιτικής Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης έχει επίσης δημοσιεύσει πρόσφατα μία έκθεση (Middlehurst και Fielden, 2011) που υποστηρίζει ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο για τον ιδιωτικό τομέα, αναγνωρίζοντας τον πολύτιμο ρόλο των κερδοσκοπικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών.
Kαι η κυβέρνηση συνασπισμού έχει ξεκαθαρίσει ότι υποστηρίζει έναν πιο ενισχυμένο ρόλο για τους ιδιωτικούς παρόχους. Ο David Willetts έχει δηλώσει:
Είναι θεμιτό να έχουμε έναν υγιή ιδιωτικό τομέα που θα εργάζεται παράλληλα με τα παραδοσιακά πανεπιστήμιά μας. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι ένα ευρύ φάσμα παρόχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης βοηθά στο να διευρύνεται η πρόσβαση, επικεντρώνει την προσοχή στην ποιότητα της διδασκαλίας και προωθεί καινοτόμες μεθόδους μάθησης.[2]

Ο δρόμος προς τα εμπρός
Σε αυτό το συναρπαστικό φόντο, ποια συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε για το μέλλον των σχολών επιχειρήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου ;
Η συνέχιση της κρατικής συμμετοχής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η αγορά αποτυγχάνει κατά βάση με τρεις τρόπους:  Καταρχάς, υπάρχουν ζητήματα ποιότητας, λόγω της ασύμμετρης πληροφόρησης. Δεύτερον, υπάρχουν σημαντικές εξωτερικότητες. Και τρίτον, υπάρχουν αδυναμίες στην αγορά κεφαλαίων που αποτρέπουν  την είσοδο των  φτωχότερων υποψήφιων σπουδαστών στο πανεπιστήμιο, επειδή δεν διαθέτουν επαρκή κεφάλαια για να καλύψουν τις δαπάνες καθώς στερούνται δανειακών εγγυήσεων. Είναι αυτοί αρκετά ισχυροί λόγοι για να παραμείνουν οι πανεπιστημιακές σχολές διοίκησης επιχειρήσεων στον ημι-κρατικό τομέα ;
Το πρώτο επιχείρημα είναι πολύ λιγότερο πειστικό από ό, τι μπορεί να ήταν στο παρελθόν, ως αποτέλεσμα της διάδοσης των πληροφοριών μέσω του Διαδικτύου. Είναι επίσης σαφές ότι, στην εκπαίδευση των επιχειρήσεων, τουλάχιστον, ο χώρος είναι σε άνετη θέση να παράγει μηχανισμούς πιστοποίησης χωρίς την ανάγκη των κρατικώς χρηματοδοτούμενων οργανισμών όπως το QAA.
Έχουμε ήδη αναφερθεί στα διεθνή συστήματα πιστοποίησης σχολών, όπως αυτό της AACSB και της EFMD, αλλά η εκπαίδευση των επιχειρήσεων περιλαμβάνει επίσης και εντυπωσιακά συστήματα για συγκεκριμένες ειδικότητες, όπως εκείνα που διατίθενται από το Association of MBAs, το Chartered Institute of Personnel and Development και από τους ποικίλους επαγγελματικούς λογιστικούς φορείς.
Υπάρχουν εξωτερικότητες ; Υπάρχουν μερικές φορές ισχυρισμοί για εξωτερικά πολιτισμικά οφέλη που προκύπτουν από τα αντικείμενα των τεχνών και των ανθρωπιστικών επιστημών, αλλά στις επιχειρήσεις το βασικό επιχείρημα φαίνεται να είναι ότι η καλής ποιότητας εκπαίδευση στη διοίκησή τους μπορεί να δώσει ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη. Ενώ μπορεί ενδεχομένως να υπάρχει κάποια δόση αλήθειας σε αυτό, δεν προκύπτει ότι η εν λόγω εκπαίδευση πρέπει να παρέχεται από ιδρύματα τα οποία χρηματοδοτούνται και ελέγχονται από το κράτος. Η τεράστια ζήτηση για την εκπαίδευση των επιχειρήσεων, που επεκτείνεται στον ιδιωτικό τομέα, δεν σημαίνει ότι πρέπει να τονωθεί τεχνητά από το κράτος με τον τρόπο που επιδοτούνται, ας πούμε, οι φυσικές επιστήμες, η τεχνολογία, η μηχανική και τα μαθηματικά.
Το ζήτημα σχετικά με τη χρηματοδότηση των φοιτητών είναι σημαντικό, και πρέπει πράγματι να υπάρχει μια υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει εξασφαλίζει ότι όλοι εκείνοι που έχουν τα προσόντα να εισαχθούν στην ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να έχουν πρόσβαση σε δάνεια. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι τα δάνεια αυτά θα πρέπει απαραιτήτως να προέρχονται από τα χρήματα των φορολογουμένων – ιδίως σε αυτόν τον τομέα. Οι φοιτητές διοίκησης επιχειρήσεων είναι οι πιο προσανατολισμένοι σε υψηλά αμειβόμενες σταδιοδρομίες από ό, τι πολλές άλλες ομάδες φοιτητών: Αυτοί, συνήθως,  δεν μελετούν τα μαθήματά τους με το ίδιο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον όπως, για παράδειγμα οι φοιτητές των καλών τεχνών. Υπάρχει ήδη κάποια στήριξη του ιδιωτικού τομέα για χορήγηση δανείων σταδιοδρομίας προς μεταπτυχιακούς φοιτητές διοίκησης επιχειρήσεων και, κατ 'αρχήν, θα πρέπει αυτή να επεκταθεί πολύ ευρύτερα.
Υπάρχει επίσης ένα πολύ ισχυρό επιχείρημα που λέει ότι κάποιο μέρος του ρίσκου της αποτυχίας των φοιτητών στα προγράμματα,  της αθέτησης υποχρεώσεων των δανείων, ή  της αδυναμίας αποπληρωμής θα πρέπει να βαρύνει τον φορέα που δέχεται τον φοιτητή (βλ Shephard, 2010). Αυτό θα μπορούσε να δράσει υπέρ της αναβάθμισης του επιπέδου των σχολών και επίσης θα μπορούσε να αποτρέψει μερικές από τις απάτες που έχουν συμβεί με τα φοιτητικά δάνεια σε ιδιωτικές κερδοσκοπικές σχολές στις ΗΠΑ (βλ Middlehurst και Fielden, 2011). Αυτό σημαίνει ότι η κρατική στήριξη για τα δάνεια προς τους φοιτητές επιχειρήσεων θα μπορούσαν να μειωθούν σημαντικά, αν όχι να καταργηθεί πλήρως.
Ωστόσο, τα θεωρητικά επιχειρήματα για την αδυναμία της αγοράς δεν συνιστούν επαρκή λόγο για τη διατήρηση των σχολών διοίκησης επιχειρήσεων εντός του πλαισίου του κρατικού πανεπιστημιακού τομέα. Τα επιχειρήματα των Griffiths και Murray για την ιδιωτικοποίηση, που διατυπώθηκαν  πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα πριν, έχουν ενισχυθεί από τον τρόπο με τον οποίο πανεπιστημιακές σχολές διοίκησης επιχειρήσεων έχουν αναπτύξει τόσο ακριβές λειτουργίες με τόσο ανεπαρκείς συνδέσεις με τις επιχειρήσεις, από την υπερβολική έμφαση στην εσωτερική έρευνα και από την ανεπαρκή εξυπηρέτηση των πελατών. Ωστόσο, παραδόξως, είναι πολύ ωριμότερες για  ιδιωτικοποίηση από τους προκατόχους τους, καθώς η  κρατική χρηματοδότηση έχει περιοριστεί, η παγκόσμια αγορά τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχει ανοίξει και οι σχολές είναι πλέον αναγκασμένες να διερευνούν νέες πηγές χρηματοδότησης.
Θα έλεγα ότι η καλύτερη μορφή για αυτή την ιδιωτικοποίηση θα ήταν η επιχείρηση μεγιστοποίησης του κέρδους, το θεσμικό σχήμα που έχει αποδειχθεί πιο επιτυχημένο ιστορικά σε ένα ευρύ φάσμα αγαθών και  υπηρεσιών. Αυτό που μπορεί να φέρει στην εκπαίδευση επιχειρήσεων είναι η ισχυρότερη εστίαση στον πελάτη, ο έλεγχος του κόστους, η εμπειρία από άλλους τομείς, οι σχέσεις με άλλες επιχειρήσεις και οι νέες πηγές κεφαλαίου. Σαφώς, και άλλες ανεξάρτητες μορφές είναι  εφικτές, και ίσως ακόμη και επιθυμητές ως πρώτο βήμα προς μια πιο ελεύθερη αγορά στην εκπαίδευση των επιχειρήσεων. Αλλά τα μη-κερδοσκοπικά ιδρύματα  τείνουν να επικεντρώνονται σε εξειδικευμένα αντικείμενα (για παράδειγμα, Ashridge και Buckingham) αντί για τη μαζική αγορά η οποία είναι ο φυσικός χώρος της εκπαίδευσης των επιχειρήσεων του σήμερα. Επίσης, τα μη-κερδοσκοπικά ιδρύματα υποφέρουν από έλλειψη νέων κεφαλαίων.
Οι ιδιωτικές δωρεές αποφοίτων αποτελούν σημαντική πηγή κεφαλαίου στις ΗΠΑ, αλλά στο Ηνωμένο Βασίλειο τέτοιες δωρεές έχουν «παραγκωνιστεί» από την προσδοκία της κρατικής παροχής και από το δυσμενές φορολογικό καθεστώς. Όπως έχει παρατηρηθεί και στην παρόμοια περίπτωση των Ακαδημιών, οι μεγάλες δωρεές είναι λίγες και αραιές. Όταν υπάρχουν, συχνά φέρνουν προβλήματα. Οι δυσκολίες του LSE με την υποστήριξη από τη Λιβύη, ή η ατυχής εμπειρία του Imperial College με τον Gary Tanaka, δεν αποτελούν ελκυστικά προηγούμενα.
Αν ο στόχος είναι να μετατρέψουμε τις σχολές επιχειρήσεων σε κερδοσκοπικές, πώς θα φτάσουμε εκεί; Η κυβέρνηση δεν έχει στην ιδιοκτησία της τα πανεπιστήμια και δεν μπορεί να τα αναγκάσει να ιδιωτικοποιήσουν τις επιχειρηματικές σχολές τους. Μπορεί, ωστόσο, να χρησιμοποιήσει την επιρροή της για να κάνει μια ελκυστική πρόταση στα πανεπιστήμια, τονίζοντάς τους  ότι μπορούν να έχουν έσοδα από τις πωλήσεις σχολών ή τμημάτων  προς εξωτερικές επιχειρήσεις, είτε μέσω εξαγοράς είτε με οποιαδήποτε άλλη μορφή κριθεί καταλληλότερη. Μπορεί να αποσαφηνίσει ή να τροποποιήσει τη νομική μορφή των πανεπιστημίων και των τμημάτων τους προκειμένου να τους δώσει μεγαλύτερη ελευθερία από τις προδιαγραφές ευρωπαϊκών διαγωνισμών και από άλλες περιοριστικές ρυθμίσεις.
Η κυβέρνηση μπορεί να τονίσει ότι αυτός είναι ο τρόπος που επιθυμεί για την ανάπτυξη του κλάδου και ότι δεν θα υπάρξει περαιτέρω κρατική χρηματοδότηση των σχολών διοίκησης επιχειρήσεων. Μπορεί να ενθαρρύνει άλλες επιχειρήσεις να επενδύσουν στον χώρο, ίσως αρχικά ως εταίροι και όχι ως πλήρεις δικαιούχοι, και μπορεί να κάνει πιο εύκολη την είσοδο νέων επιταχύνοντας, για παράδειγμα, τις αδειοδοτήσεις εμπορικών παρόχων για να αποκτήσουν δικαιώματα απονομής τίτλων σπουδών. Θα μπορούσε επίσης να εντείνει την ανταγωνιστική πίεση, επιτρέποντας Βρετανούς φοιτητές να χρησιμοποιούν τα φοιτητικά δάνεια από το Ηνωμένο Βασίλειο (με την προϋπόθεση αυτά να συνεχιστούν) για να πληρώνουν τα δίδακτρα των σπουδών σε περισσότερα ιδιωτικά κερδοσκοπικά διεθνή πανεπιστήμια που δραστηριοποιούνται στο Ηνωμένο Βασίλειο, ή και σε πανεπιστήμια του εξωτερικού.
Βραχυπρόθεσμα, μπορεί να ασκήσει πίεση στις σχολές για να γίνουν πιο οικονομικά αποδοτικές και να ενθαρρύνει τους υπάρχοντες ιδιωτικούς παρόχους να επεκταθούν, διοχετεύοντας ένα ποσοστό του αριθμού των φοιτητών σε παρόχους υπηρεσιών που θα χρεώνουν χαμηλότερες αμοιβές, όπως ο David Willetts έχει ήδη αρχίσει να κάνει. Αυτή δεν είναι μια βιώσιμη πρόταση μακροπρόθεσμα. Περισσότερο είναι μια βραχυπρόθεσμη σκοπιμότητα, ως αποτέλεσμα της απερίσκεπτης κίνησης του συγκυβέρνησης  να απορρίψει τις προτάσεις της Έκθεσης Browne σχετικά με τα δίδακτρα. Αλλά αυτό δείχνει ότι η κυβέρνηση ενδιαφέρεται σοβαρά για την κατεύθυνση προς την οποία θα ήθελε να κινηθεί αυτός ο κλάδος.
Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται σαν πολιτικός δυναμίτης αυτή τη στιγμή. Αλλά η τριτοβάθμια εκπαίδευση στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει περάσει από πολλές αλλαγές τα τελευταία χρόνια και τα όρια του εφικτού έχουν επεκταθεί σημαντικά. Παρά τις καλές προθέσεις, ο χώρος βρίσκεται σήμερα σε κάπως χαοτική κατάσταση. Οι σχολές διοίκησης επιχειρήσεων  έχουν ενδεχομένως βρει μια διέξοδο από αυτό το χάος προς ένα καλύτερο μέλλον που θα ωφελήσει τις σχολές, τους φοιτητές, τους εργοδότες και την ευρύτερη οικονομία. Αν έχουν το θάρρος να εκμεταλλευτούν αυτή την ευκαιρία, θα  μπορέσουν να προσφέρουν μαθήματα για τον πανεπιστημιακού τομέα στο σύνολό του.

Βιβλιογραφία
Bennis, W. G. and J. O’Toole (2005), ‘How business schools lost their way’, Harvard Business Review, May.
Cooke, A. and V. Galt (2010), The Impact of Business Schools in the UK, Nottingham: Nottingham Business School and Association of Business Schools.
Davies, J. and H. Thomas (2009), ‘What do business school deans do? Insights from a UK study’, Management Decision, 47(9): 1396–1419.
Department for Business Innovation and Skills (2009), Higher Ambitions: The future of universities in a knowledge economy, London: BIS.
Dolton, P. and G. Makepeace (2011), ‘Public and private sector labour markets’, in P. Gregg and J. Wadsworth (eds), The Labour Market in Winter, Oxford: Oxford University Press.
Griffiths, B. and H. Murray (1985), Whose Business? A Radical Proposal to Privatise British Business Schools, Hobart Paper 102, London: Institute of Economic Affairs.
 Ivory, C., P. Miskell, H. Shipton, A. White, K. Moeslin and A. Neely (2006), UK Business Schools: Historical Contexts and Future Scenarios, Advanced Institute of Management Research.
Khurana, R. (2007), From Higher Aims to Hired Hands: The Social Transformation of American Business Schools and the Unfulfilled Promise of Management as a Profession, Princeton, NJ: Princeton University Press.
Matthews, D. (2011), ‘Business schools object to scale of cross-subsidisation’, Times Higher Education, www. timeshighereducation.co.uk/ story.asp?sectioncode=26&storycode=417626
 Middlehurst, R. and J. Fielden (2011), Private Providers in UK Higher Education: Some Policy Options, Oxford: Higher Education Policy Institute.
Robinson, V. (2010), How Do UK Business Schools Maintain Loyalty amongst Undergraduates? A Relationship-based Approach, London: Association of Business Schools
Sastry, T. and B. Bekhradnia (2007), The Academic Experience of Students in English Universities, Oxford: Higher Education Policy Institute.
Shackleton, J. R. (2003), ‘Opening up trade in higher education: a role for GATS?’, World Economics, 4(4): 55–77.
Shephard, N. (2010), ‘Deferred fees for universities’, Economic Affairs,30(2): 40–44.
Stanfield, J. (2009), The Broken University, London: Adam Smith Institute.
Taylor, C. (2009), How English Universities Could Learn from the American Higher Education System, IEA Discussion Paper 25, London: Institute of Economic Affairs.
Times Higher Education (2010), ‘David Willetts acts on pledge to boost private providers’, www.timeshighereducation.co.uk/ story.asp?storycode=412737
Universities UK (2010), The growth of private and for-profit higher education providers in the UK, London: Universities UK.
Williams, A. O. P. (2010), The History of UK Business and Management Education, Bingley: Emerald.













[1] Department for Business Innovation and Skills (2009), p. 104.
[2] Times Higher Education (2010).

Δεν υπάρχουν σχόλια: