Σάββατο, Αυγούστου 22, 2015

Γιατί δεν υπάρχει ΙΚΕΑ στην εκπαίδευση ;


Του Anders Hultin

Όταν ο Ingvar Kamprad ίδρυσε το  ΙΚΕΑ το 1943, κανείς δεν περίμενε ότι η ιδέα του να προσφέρει στους καταναλωτές την αυτο-συναρμολόγητη σχεδιασμένη επίπλωση επίπεδης συσκευασίας θα είχε αντίκτυπο σε εκατομμύρια νοικοκυριά σε όλο τον κόσμο. Πενήντα χρόνια μετά, όμως, το ΙΚΕΑ όχι μόνο ανοίγει νέες αποθήκες, αλλά έχει τώρα 127.000 εργαζόμενους και ετήσια έσοδα 23,5 δις ευρώ και έχει μετατραπεί σε μια παγκόσμια βιομηχανία κάνοντας τα φθηνά, λειτουργικά και σχεδιασμένα έπιπλα διαθέσιμα σε ανθρώπους που προηγουμένως δεν μπορούσαν να τα πληρώσουν. Γιατί, λοιπόν, δεν έχουμε παρόμοιες με του ΙΚΕΑ ιστορίες επιτυχίας  στον κόσμο της εκπαίδευσης;

Τρεις βασικές προσεγγίσεις

Υπάρχουν τρεις βασικές προσεγγίσεις ή συστήματα κινήτρων που εφαρμόζονται στη λειτουργία των κρατικώς χρηματοδοτούμενων σχολείων: Ένα κρατικό μοντέλο καθοδηγούμενο από πολιτικές πεποιθήσεις υπέρ της εκτεταμένης εμπλοκής του κράτους στην εκπαίδευση. Μια ημιιδιωτική προσέγγιση καθοδηγούμενη από φιλανθρωπικά κίνητρα όπου τα σχολεία ανήκουν σε φιλανθρωπικές οργανώσεις συνεργαζόμενες με το κράτος. Και ένα μοντέλο της αγοράς, καθοδηγούμενο από το κίνητρο του κέρδους, βασισμένο στον ανταγωνισμό, την επιλογή και τις ιδιωτικές επενδύσεις.

Η πρόθεση του κρατικού μοντέλου είναι να διασφαλιστεί ότι η ποιοτική εκπαίδευση παρέχεται σε όλους ανεξάρτητα από το οικονομικό τους υπόβαθρο. Η κρατική εμπλοκή θεωρείται  εγγύηση ότι όλα τα σχολεία παρέχουν την ελάχιστη βασική εκπαίδευση. Το κράτος προσπαθεί να το πετύχει αυτό, θεσπίζοντας επίπεδα ποιότητας και αναπτύσσοντας προγράμματα που στοχεύουν στην ισότητα πρόσβασης στην εκπαίδευση. Έτσι, για παράδειγμα, το κράτος επενδύει περισσότερους πόρους εκεί που οι περιστάσεις είναι πιο δύσκολες.

Υπάρχουν δύο βασικά πράγματα που δεν ενθαρρύνονται με το κρατικό μοντέλο: Ο ανταγωνισμός και η επιλογή. Γιατί θα πρέπει να ανταγωνίζονται τα σχολεία ; Οι διευθυντές και οι δάσκαλοι θα πρέπει να συνεργάζονται - και όχι να ανταγωνίζονται - και να δουλεύουν μαζί για τον κοινό σκοπό της προετοιμασίας νέων ανθρώπων για το μέλλον τους στα πλαίσια του εθνικού προγράμματος σπουδών. Όσο για την επιλογή, αυτή υπονομεύει όλη την ιδέα του κρατικού μοντέλου εκπαίδευσης αφού εμμέσως επιβεβαιώνει ότι η ποιοτική εκπαίδευση δεν είναι εξίσου κατανεμημένη σε όλα τα κρατικά σχολεία.

Δυστυχώς όμως, η ποιοτική εκπαίδευση δεν είναι εξίσου κατανεμημένη. Τα καλά σχολεία αποκτούν καλή φήμη και γίνονται περιζήτητα. Ως εκ τούτου, γίνονται πιο επιλεκτικά σχετικά με το ποιους δέχονται και οι τιμές των κατοικιών στην περιοχή τους φτάνουν σε επίπεδα που μόνο λίγοι άνθρωποι μπορούν να αντέξουν οικονομικά. Αυτά τα σχολεία βρίσκονται σε συνεχή θετική πορεία και καταλαμβάνονται, στο σύνολό τους, από περισσότερο εύπορες οικογένειες. Τα προβληματικά σχολεία   που λειτουργούν σε καθεστώς "χρηματοδότησης ανά μαθητή" προσπαθούν απεγνωσμένα  να  καλύψουν τις θέσεις τους και καταλήγουν να δέχονται μαθητές που δεν έχουν άλλες εναλλακτικές λύσεις ή έχουν απορριφθεί από τα καλά σχολεία. Πέφτουν σε μια συνεχή αρνητική πορεία. Συχνά, είναι οι φτωχότερες οικογένειες που έχουν απομείνει αναγκασμένες να γράψουν τα παιδιά τους σε αυτά τα σχολεία.

Η δυναμική της πορείας κάθε σχολείου είναι εμφανής στην καθημερινή ζωή πολλών διευθυντών. Η δυναμική επιδεινώνεται για δύο λόγους. Ο ένας είναι ότι η πλευρά της προσφοράς είναι πολύ στατική. Η εισροή και η εκροή είναι πολύ περιορισμένες, έτσι ώστε τα σχολεία με θετική πορεία σπάνια αμφισβητούνται και εκείνα με αρνητική πορεία υποβοηθούνται με όλων των ειδών τις παρεμβάσεις και υποστηρικτικές πρωτοβουλίες. Ο άλλος λόγος είναι επειδή οι άνθρωποι τείνουν να παρακολουθούν και να επαναλαμβάνουν αυτό που κάνουν οι άλλοι προκειμένου να αποφύγουν τα ρίσκα και να κάνουν τη ζωή τους πιο άνετη. Οι γονείς είναι επιφυλακτικοί με τα σχολεία που δεν γεμίζουν, ενώ εντυπωσιάζονται με τα σχολεία που  έχουν μεγάλες λίστες αναμονής. Για να αντισταθμίσουν την έλλειψη γνώσεων και πληροφοριών, εμπιστεύονται τη συμπεριφορά των άλλων και έτσι ενεργούν ως μέρος ενός πακέτου.

Το πρόβλημα είναι ότι το κρατικό μοντέλο λειτουργεί σαν ένα στατικό παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Ο ρόλος των αρχών είναι να συνταιριάξουν την προσφορά με τη ζήτηση. Το φυσικό τους ένστικτο είναι να καθιερώσουν την τέλεια ισορροπία μεταξύ των δύο. Η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα θεωρείται αδυναμία σχεδιασμού στα πλαίσια του κρατικού μοντέλου και αντιμετωπίζεται ως σπατάλη χρημάτων. Η εισαγωγή της ανάγκης να λαμβάνεται υπόψη η γονική επιλογή είναι γι’ αυτό όχι μόνο περιττή απόσπαση από τα καθήκοντα, αλλά επίσης και μια λοταρία που παράγει νικητές και ηττημένους. Οι εκτεταμένες ευκαιρίες των γονέων να επιλέξουν το σχολείο των παιδιών τους μέσα σε αυτό το περιβάλλον είναι πολύ πιο πιθανό να διαστρωματώσουν περαιτέρω κοινωνικά το σύστημα και να προκαλέσουν μια απειλή για την ιδέα και την αξία της κρατικής εκπαίδευσης.

Παρά τα επιτεύγματα ενός καθαρά κρατικού μοντέλου σε χώρες όπως η Φινλανδία (η οποία είναι η πρωταθλήτρια στο Πρόγραμμα για τη Διεθνή Μαθητική Αξιολόγηση, γνωστό ως PISA), ορισμένοι έχουν αρχίσει να θέτουν υπό αμφισβήτηση αυτή την προσέγγιση. Τα κρατικά μονοπώλια δεν φαίνεται να είναι ο μόνος τρόπος για να οργανωθεί η παροχή της εκπαίδευσης του 21ου αιώνα με την πολυμορφία και την πολυφωνία που ολοένα απαιτούνται για την ικανοποίηση των αναγκών μιας συνεχώς πολυπλοκότερης κοινωνίας και συνθετότερου μέλλοντος. Αυτός είναι πιθανώς ο λόγος που πολλά εκπαιδευτικά συστήματα κατά τις πρόσφατες δεκαετίες έχουν αλλάξει τους κανόνες και τον τρόπο λειτουργίας τους. Έχουν αρχίζει να κοιτάζουν προς τον ιδιωτικό τομέα και, βήμα-βήμα, έχουν εισαγάγει όλο και περισσότερα χαρακτηριστικά ενός μοντέλου της αγοράς.


Απορρύθμιση και φιλανθρωπικό μοντέλο

Ακόμα κι αν το σύστημα χρηματοδότησης σε πολλές χώρες βασίζεται στη φορολόγηση, πολλά εκπαιδευτικά συστήματα προχωρούν προς την απορρύθμιση και περισσότερη δύναμη και αυτονομία δίνονται στα σχολεία. Κατά συνέπεια,  το κράτος επαναπροσδιορίζει τον ρόλο του – από εκείνον του επιχειρηματία σε εκείνον του διαμεσολαβητή – και αυτή η μετάβαση σημαίνει ότι τώρα είμαστε κάπου ανάμεσα στο παλαιομοδίτικο κρατικό μοντέλο και στο μη δοκιμασμένο μοντέλο της αγοράς. Αυτός ο συμβιβασμός είναι που εγώ αποκαλώ «φιλανθρωπικό μοντέλο».
Ένα ενδεικτικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης για την κρατική εκπαίδευση ήταν η εισαγωγή του προγράμματος Ακαδημιών στην Αγγλία το 2003. Σε γενικές γραμμές, ένα αποτυχημένο κρατικό σχολείο απλά έκλεινε και τη θέση του έπαιρνε ένα νέο σχολείο, συνήθως σε ένα ακριβό καινούριο κτήριο. Παράλληλα, δημιουργούταν ένα νέο νομικό πρόσωπο, συχνά ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα, και ένας σπόνσορας οριζόταν ως ανάδοχος για να διοικεί το σχήμα. Το κίνητρο για αυτή την κίνηση ήταν να βελτιωθούν τα πιο αδύναμα σχολεία παρέχοντας την ευκαιρία σε άτομα, εταιρείες και οργανισμούς να αποδώσουν κοινωνικά οφέλη. Στην πρώτη φάση του προγράμματος, οι ανάδοχοι έπρεπε να συμβάλουν με 2 εκ. λίρες και να παρέχουν δωρεάν την εμπειρία τους στο σχολείο. Στο πλαίσιο αυτής της πρωτοβουλίας άτομα από τομείς όπως οι βιομηχανίες αυτοκινήτων και βιοτεχνίες χαλιών έγιναν σχολικοί επιχειρηματίες. Θεωρήθηκε ότι η επιτυχία τους στον ιδιωτικό τομέα θα ωφελούσε τα σχολεία και ότι η επιθυμία τους να προσφέρουν στην κοινωνία θα ενεργούσε ως οδηγός για την μακροπρόθεσμη συμμετοχή τους.
Από τον σχηματισμό της τον Μάιο του 2010, η συγκυβέρνηση έχει παραθέσει νέες προϋποθέσεις για τα άτομα ή τις ομάδες που επιθυμούν να αναλάβουν μια Ακαδημία. Είναι σημαντικό ότι αυτές περιλαμβάνουν την ικανότητα των νέων αναδόχων να παρουσιάζουν ένα αποδεδειγμένα επιτυχημένο ιστορικό στον χώρο της εκπαίδευσης. Αν και αυτό έχει κάνει πιο δύσκολη τη συμμετοχή των φιλάνθρωπων στον εκπαιδευτικό χώρο, έχει επίσης εγκαινιάσει τις χορηγίες των Ακαδημιών οδηγώντας σε πανεπιστήμια και ποιοτικά σχολεία που αναζητούν χορηγούς. Η αύξηση του αριθμού των σχολείων που πιστοποιούνται ως Ακαδημίες δείχνει όλο και περισσότερα σχολεία δεν εξαρτώνται από τις τοπικές αρχές τους και ότι ένα νέο επίπεδο ποικιλομορφίας στην παροχή εκπαίδευσης αρχίζει να εισάγεται.
Ένα δεύτερο πρόγραμμα που έχει εισαχθεί είναι τα «ελεύθερα σχολεία». Στα πλαίσια αυτού του προγράμματος, ομάδες γονέων μπορούν να δημιουργήσουν μια εταιρεία για την ίδρυση ενός σχολείου και στη συνέχεια να απευθυνθούν στο Υπουργείο Παιδείας για χρηματοδότηση. Η αριθμητική εξέλιξη μετά από αυτή την πρωτοβουλία ήταν χαμηλότερη από ότι αναμενόταν, αλλά τα πρώτα σχολεία άνοιξαν τον Σεπτέμβριο του 2011. Αυτή η εξέλιξη αντιπροσωπεύει μια θεμελιώδη αλλαγή στο αγγλικό εκπαιδευτικό σύστημα. Γίναμε μάρτυρες ενός σημαντικού μετασχηματισμού των σχολείων από τον κρατικό έλεγχο προς την ανεξαρτησία και από την κρατική ιδιοκτησία προς ένα είδος ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Για τους υπεύθυνους, ο σκοπός αυτού του μετασχηματισμού είναι να εκμεταλλευτεί την «καλή» πλευρά της αγοράς, π.χ. την εισαγωγή της ποικιλομορφίας και της επιλογής, προστατεύοντας παράλληλα τα σχολεία και τους μαθητές από αυτό που οι πολιτικοί φαίνεται να θεωρούν ως «κακό» : το κίνητρο του κέρδους.
Μπορούμε όμως να είμαστε σίγουροι ότι αυτό το καθεστώς θα επιφέρει πράγματι τα οφέλη της αγοράς και θα αποφύγει τα μειονεκτήματα ; Ή μήπως υπάρχει ο κίνδυνος όταν εισάγεται ένα μείγμα κρατικής συμμετοχής, φιλανθρωπίας και ιδεών φιλικών προς την αγορά, να μην αποδοθούν τα πλεονεκτήματα ούτε του κρατικού μοντέλου ούτε της αγοράς ;

Σπουδαία σχολεία και πώς να τα δημιουργήσετε
Αν και μερικοί άνθρωποι το βρίσκουν δύσκολο να συμφωνήσουν σχετικά με το τι ακριβώς είναι ένα καλό σχολείο, και πολλοί γονείς βρίσκουν ότι οι πίνακες κατάταξης που δημιουργούνται από  τις κυβερνήσεις δεν είναι επαρκής τρόπος περιγραφής αυτού που πραγματικά κάνει ένα καλό σχολείο, η έννοια ενός σπουδαίου σχολείου είναι σχετικά καλά εδραιωμένη σε εθνικό και διεθνές επίπεδο νοοτροπίας. Υπάρχουν χιλιάδες σπουδαία σχολεία στον κόσμο. Το πρόβλημα είναι ότι  απλά δεν έχουμε επεξεργαστεί έναν τρόπο να αναπαράγουμε τα σπουδαία σχολεία που έχουμε. Καθώς γνωρίζω καλά την αγορά της εκπαίδευσης της Σουηδίας,  θέλω να αναδείξω αυτό το σημείο αφηγούμενος την ιστορία του Carlsson School στη Στοκχόλμη.
Το Carlsson School στη Στοκχόλμη δημιουργήθηκε περισσότερα από 100 χρόνια πριν. Ήταν ένα από τα λίγα ιδιωτικά σχολεία που επέζησε από το κύμα εθνικοποιήσεων που έπληξε τα ιδιωτικά σχολεία στις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Όταν εισήχθη η μεταρρύθμιση των ελεύθερων σχολείων το 1992, το Carlsson School άλλαξε μορφή και έγινε κρατικώς χρηματοδοτούμενο. Το σχολείο είναι πολύ δημοφιλές και βρίσκεται πάντα στην κορυφή των εθνικών πινάκων κατάταξης. Δεδομένου ότι το σύστημα κουπονιών εκπαίδευσης απαιτεί τα σχολεία να υιοθετούν πολύ αυστηρές αρχές αποδοχής, το Carlsson School έχει δημιουργήσει μια λίστα αναμονής για γονείς. Η λίστα, βασισμένη στην αρχή χρονικής προτεραιότητας, εφαρμόζεται απαρέγκλιτα από το σχολείο.
Η λίστα αναμονής δείχνει ότι , το Carlsson School μπορεί να είναι ένα από τα σπουδαία σχολεία. Η πρόκληση που αντιμετωπίζουμε ότι αυτά τα σπουδαία σχολεία τείνουν να μην επεκτείνονται για να κάνουν την επιτυχία τους διαθέσιμη σε περισσότερους μαθητές. Αντίθετα, απολαμβάνουν την ανοδική τους πορεία και την άνεση της λίστας αναμονής τους και στη συνέχεια επικεντρώνονται σε άλλα πράγματα. Γιατί να διακινδυνεύσουν την επιτυχία τους με νέες περιπέτειες και προκλήσεις σε άλλους τόπους ; Τα Carlsson schools δεν έχουν κανένα κίνητρο για ανάπτυξη. Για αυτά η ανάπτυξη σημαίνει ρίσκο, όχι ευκαιρία. Επιπλέον, η επιτυχία τους και η τεχνογνωσία τους είναι κλειδωμένα σε ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα, ελεγχόμενο από τους διαχειριστές του και καθοδηγούμενο από τα φιλανθρωπικά συντάγματα που έχουν διατυπωθεί πάνω από 100 χρόνια πριν.
 Ένα βασικό ερώτημα στο πλαίσιο αυτό είναι: Είναι τα σπουδαία σχολεία αναπαραγόμενα ή η επιτυχία τους είναι, κυρίως,  μια αντανάκλαση των μεγάλων ηγετών και ως εκ τούτου είναι δύσκολο ή αδύνατο να αναπαραχθούν; Το ερώτημα αυτό είναι ιδιαίτερα σχετικό με το σημερινό πολιτικό πλαίσιο. Η κατεύθυνση της βρετανικής  κυβερνητικής πολιτικής είναι να καταργήσει την κεντρική διαχείριση των σχολείων από το κράτος και να προωθήσει τη  «γόνιμη αλληλεπίδραση» ως έναν τρόπο για τη βελτίωση των σχολείων σε μεγαλύτερη κλίμακα. Η επιτυχία αυτής της στρατηγικής θα εξαρτηθεί από το αν αυτά τα σχολεία είναι σε θέση να κατανοήσουν τις βασικές κινητήριες δυνάμεις της επιτυχίας τους, να περιγράψουν και να αποκωδικοποιήσουν αυτές τις μεθοδολογίες, να τις τυποποιήσουν και να τις κάνουν διαθέσιμες στους συναδέλφους τους σε  άλλα σχολεία.
Ευτυχώς, αρχίζουμε να διακρίνουμε την ανάδυση ορισμένων στρατηγικών για επιτυχημένα σχολεία. Ο όμιλος ARK Group of Academies μπορεί να είναι ένα από αυτά. Ισχυρίζονται ότι έχουν αναπτύξει μια συνταγή για το μετασχηματισμό των αποτυχημένων σχολείων στα προάστια του Λονδίνου. Αν υπάρχει τέτοια συνταγή, τότε υπάρχουν εκατομμύρια παιδιά που ζουν σε φτωχό περιβάλλον στα προάστια μεγάλων πόλεων σε όλο τον κόσμο που υποφέρουν από κακή εκπαίδευση και βρίσκονται σε απελπιστική ανάγκη για μετασχηματιστικά σχολεία και παρόμοιες συνταγές επιτυχίας. Η δυσκολία είναι ότι το ARK, ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα δεν προσδοκά να επεκταθεί πέρα από τα δεκαπέντε σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Δεκαπέντε σχολεία σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα με πάνω από τρεις χιλιάδες δευτεροβάθμια σχολεία, δεν θα έχουν συστημικό αντίκτυπο.
 Δεν είναι όλοι οι όμιλοι Ακαδημιών τόσο ταπεινοί όσο το ARK. Μερικοί από αυτούς έχουν πραγματικά ως στόχο την ανάπτυξη κλίμακας και μιλούν για εκατοντάδες σχολεία υπό την αιγίδα τους. Αλλά γιατί συμβαίνει αυτό; Μερικές φορές είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί αυτοί οι όμιλοι, συχνά καθοδηγούμενοι από καλά αμειβόμενους διευθυντές, είναι τόσο πρόθυμοι να γίνουν μεγαλύτεροι. Για έναν ξένο είναι συχνά δύσκολο να κατανοήσει τον πραγματικό σκοπό και τα κίνητρα ενός φιλανθρωπικού ιδρύματος. Γνωρίζουμε ότι οι εταιρείες είναι κερδοσκοπικές και ως εκ τούτου κατανοούμε τον σκοπό τους. Γνωρίζουμε ότι οι κρατικές δραστηριότητες καθοδηγούνται από τους πολιτικούς και οι πολιτικοί είναι υπόλογοι στους ψηφοφόρους και τους φορολογούμενους, έτσι μπορούμε σε γενικές γραμμές να κατανοήσουμε τα κίνητρα για ένα κρατικό σχολείο. Αλλά τα πράγματα είναι πολύ λιγότερο σαφή με ένα φιλανθρωπικό  ίδρυμα.
Αυτό που γνωρίζουμε σίγουρα είναι ότι η ανάπτυξη αυτών των ομίλων Ακαδημιών δεν καθοδηγείται από τη ζήτηση που εκφράζουν οι γονείς και οι μαθητές, αλλά καθοδηγείται κυρίως από το Υπουργείο Παιδείας. Ο Υπουργός έχει βρει λόγους και αποδείξεις για να μεταφέρει τη διοίκηση των σχολείων από τον κρατικό τομέα στα φιλανθρωπικά ιδρύματα και τους διευθυντές. Δεν υπάρχει λόγος να αναρωτηθεί κανείς αν αυτά τα ιδρύματα έχουν επιλεγεί προσεκτικά από τον Υπουργό. Αλλά υπάρχουν πολλοί λόγοι να αναρωτηθούμε αν αυτή η μεταφορά θα αποδειχθεί αποτελεσματική σε βάθος χρόνου. Τι θα συμβεί όταν οι ιδρυτές ή οι άνθρωποι-κλειδιά των επιτυχημένων ομίλων έχουν φύγει ή όταν ο διαχειριστής ενός σχολείου δεν ενδιαφέρεται περισσότερο ή δεν έχει την ικανότητα να παίξει τον ρόλο του διαχειριστή ;
Η πρόκληση σε μακροοικονομικό επίπεδο πρέπει να είναι η εφεύρεση ενός μηχανισμού που θα εγγυάται ότι η αριστεία που επιτυγχάνεται σε ένα σχολείο μπορεί να μεταφέρεται και σε ένα άλλο, ότι η επιτυχία επαναλαμβάνεται και κλιμακώνεται έτσι ώστε όσο το δυνατόν περισσότερα σχολεία μπορούν να επωφεληθούν από τα επιτεύγματα των άλλων και να αποφεύγεται η επανάληψη λαθών και η επανανακάλυψη του τροχού. Θα πρέπει να δημιουργήσουμε μια φόρμουλα για την επίτευξη πραγματικής και διαρκούς βελτίωσης σε συστημικό επίπεδο, αλλά η πολυπλοκότητα αυτής της αποστολής δεν πρέπει να υποτιμάται. Ο μετασχηματισμός του εκπαιδευτικού μας συστήματος σύμφωνα με τον τρόπο αυτό θα απαιτήσει επίσης  δεξιότητες και μια νέα ομάδα ηγετών διαφορετικών από εκείνους που συνήθως συναντούμε στην εκπαίδευση.
Αν υποθέσουμε ότι η φόρμουλα για τη δημιουργία σπουδαίων σχολείων όντως υπάρχει, έχουμε ένα εξελικτικό σύστημα που να διαβεβαιώνει ότι αυτή η συνταγή θα εξαπλώνεται και θα ακμάζει ενώ όσες αποδεικνύονται αποτυχημένες θα εξαφανίζονται ;

Επιχειρήματα εναντίον του μοντέλου της αγοράς
Το κύριο επιχείρημα εναντίον της εισαγωγής του μοντέλου της αγοράς στο εκπαιδευτικό σύστημα είναι η αίσθηση ότι υπάρχει αντίθεση μεταξύ των συμφερόντων των επενδυτών και των ενδιαφερόντων των μαθητών. Δεδομένου ότι το κίνητρο του κέρδους στην εκπαίδευση σπάνια έχει υποστηρικτές, αυτό το επιχείρημα δεν έχει αμφισβητηθεί ποτέ σοβαρά, ούτε έχει διερευνηθεί. Η έλλειψη οποιασδήποτε πραγματικής συζήτησης έχει αφήσει το πεδίο ανοιχτό για τα πολύ απλά, λαϊκιστικά, επιχειρήματα
να ανθίσουν. Το κεντρικότερο από αυτά είναι το επιχείρημα που καθιστά το κέρδος και την καταβολή μερισμάτων στους μετόχους να αντιπροσωπεύουν μια χαμένη ευκαιρία για τη βελτίωση της εκπαίδευσης ενός παιδιού. Η υπόθεση που γίνεται είναι ότι υπάρχει μια ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της ποιότητας της εκπαίδευσης και των δαπανών, καθώς και ότι τα χρήματα που δαπανώνται αποτελούν τη βασική προϋπόθεση της επιτυχίας.
Οι έρευνες που έχουν διεξαχθεί, για παράδειγμα από τον ΟΟΣΑ / PISA, δείχνουν ότι η συσχέτιση μεταξύ των χρημάτων που δαπανώνται και της ποιότητας είναι αδύναμη και όχι πολύ προφανής. Πράγματι, οι εργασίες τους δείχνουν ότι υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες που είναι πιο σημαντικοί για τα αποτελέσματα από το ποσό των χρημάτων που δαπανάται. Πολυάριθμες μελέτες δείχνουν ότι το μέγεθος της τάξης δεν έχει πραγματικά μεγάλο αντίκτυπο στα αποτελέσματα (μόνο όταν το μέγεθος των τάξεων κατέβει στο επίπεδο των δώδεκα και δεκατριών αρχίζει να επιδρά), ή τουλάχιστον ότι υπάρχουν και  πολλοί άλλοι παράγοντες που έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο πόσο καλά οι μαθητές μαθαίνουν: η ποιότητα των δασκάλων, η ηγεσία του σχολείου, η στήριξη που παρέχεται στους μαθητές και τους καθηγητές, κ.λπ. Αυτό είναι καλή είδηση. Ακόμα και με περιορισμένα ποσά μπορεί να παρασχεθεί υψηλής ποιότητας εκπαίδευση, υπό τις σωστές συνθήκες.
Ως Διευθύνων Σύμβουλος της Kunskapsskolan, της αλυσίδας σχολείων που περιγράφεται από τον Peje Emilsson σε άλλο κεφάλαιο αυτού του βιβλίου, είχα τη μοναδική ευκαιρία να διερευνήσω τη συσχέτιση μεταξύ των δαπανών και της σχολική επίδοσης. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το μοντέλο του Kunskapsskolan είναι ένα μοντέλο αλυσίδας που έχει εφαρμοσθεί σε όλα τα σχολεία , ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλο είναι το κουπόνι εκπαίδευσης (χρηματοδότηση ανά μαθητή) από κάθε τοπικό δήμο. Η εξάπλωση των κουπονιών εκπαίδευσης ήταν τεράστια, ώστε
να μπορούν να συγκριθούν. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου βρήκα ότι το πιο κερδοφόρο σχολείο ήταν ένα που λάμβανε μόνο τον μέσο όρο χρηματοδότησης ανά μαθητή από τον τοπικό δήμο. Το ίδιο σχολείο, ωστόσο, είχε τα καλύτερα ακαδημαϊκά αποτελέσματα και τους πιο ικανοποιημένους μαθητές, γονείς και δασκάλους. Η επιτυχία του ήταν όχι μόνο σε σχέση με τα άλλα σχολεία, καθώς οι βαθμοί των μαθητών το κατατάσσουν ως ένα από τα 30 κορυφαία  σχολεία στη Σουηδία.
Αυτό ήταν απλά ένα σπουδαίο σχολείο και αφού το σχολείο ήταν καλό σε όλες τις πτυχές του δεν σπατάλησε χρήματα. Δεν υπήρξε καμία χαλαρότητα στο σύστημα. Αντίθετα, υπήρχε μια σφιχτή ομάδα εκπαιδευτικών που εργάζονταν μαζί για μια κοινή αποστολή. Το σχολείο φρόντιζε να έχει πάντα τους μαθητές που χρειάζεται και να διατηρεί την καλή φήμη του στους μελλοντικούς γονείς, έτσι ώστε πάντα να έχει αρκετές εγγραφές για το επόμενο έτος.

Κίνητρο του κέρδους και ακαδημαϊκά αποτελέσματα
Σε όλη την ομάδα των 27 σχολείων, θα μπορούσαμε να δούμε ένα παρόμοιο μοτίβο μεταξύ των κερδών και των ακαδημαϊκών αποτελεσμάτων, καθώς και μεταξύ των ασθενών κερδών ( και ζημιών μερικές φορές) και κακών ακαδημαϊκών αποτελεσμάτων. Τα καλά σχολεία ήταν κερδοφόρα  σε αντίθεση με ορισμένα από τα σχολεία χαμηλών επιδόσεων που δεν προσέλκυαν αρκετές οικογένειες (φυσικά) και παρείχαν ασθενέστερες οικονομικές αποδόσεις για τους επενδυτές (αξίζει να σημειωθεί ότι οι περισσότερες συγκρίσεις των σχολείων εντός της ομάδας ήταν σε σχετική βάση και ότι οι τοπικές συνθήκες δεν θεωρήθηκαν ως δικαιολογία για την κακή επίδοση). Η απόλυτη απόδοση της ομάδας είναι ισχυρή: το 90% των σχολείων της είναι μεταξύ των τριών πρώτων στους δήμους τους και το 50% των σχολείων είναι μεταξύ των 100 κορυφαίων στη χώρα.
Στην καρδιά του μοντέλου του Kunskapsskolan είναι το ημερολόγιο μαθητή. Αυτό χρησιμεύει ως βάση για τον σχεδιασμό για κάθε μαθητή και τις στρατηγικές μάθησης. Θυμάμαι έναν από τους συναδέλφους μου που κατέληξε στο συμπέρασμα όλων των τρεχουσών συζητήσεων στην ομάδα διαχείρισης για την ποιότητα συσχετίσεων λέγοντας «αγνοήστε το βιβλίο του ταμείου, επικεντρωθείτε στο ημερολόγιο». Αυτή η σύντομη φράση συνοψίζει το επιχείρημά μου. Σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, το κέρδος αντανακλά την ποιότητα, δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Οπλισμένος με αυτή την εμπειρία, θεωρώ ότι είναι δύσκολο να πιστέψω πως υπάρχει μια εγγενής σύγκρουση μεταξύ του κέρδους και της ποιότητας. Στην πραγματικότητα, ισχύει το αντίθετο: χωρίς το κίνητρο του κέρδους, η ποιότητα της εκπαίδευσης μπορεί να κινδυνεύει.
Το κίνητρο του κέρδους μας εξυπηρέτησε θαυμάσια σε άλλους κοινωνικούς τομείς,  οδηγώντας πολλές από τις πιο προηγμένες, περίπλοκες και αξιοθαύμαστες εξελίξεις και τεχνολογίες. Γιατί λοιπόν να παραμένει η πεποίθηση ότι είναι ωραίο να δημιουργούνται κέρδη από μια κατασκευαστική εταιρεία  σχολικών κτηρίων, αλλά όχι από μια εταιρεία η οποία επενδύει στο πιο σημαντικό στοιχείο από όλα:  την εκπαίδευση που γίνεται σε αυτά τα κτήρια ;  Γιατί δεχόμαστε, και θαυμάζουμε  ακόμα, τους ανθρώπους που κατορθώνουν να πλουτίσουν από όλα τα άλλα είδη των κλάδων και τομέων, αλλά κάνουμε ηθικές επικρίσεις εναντίον των ανθρώπων που κάνουν το ίδιο σε κάτι που είναι σημαντικό για το κοινό καλό: το μέλλον των παιδιών μας ;

Θάρρος της γνώμης ή συμβιβασμός ;
Όταν οι πολιτικοί βρίσκονται αντιμέτωποι με την επιλογή μεταξύ του κρατικού μοντέλου και του μοντέλου της αγοράς, πρέπει να έχουν το θάρρος της γνώμης τους. Εάν η ατζέντα περιλαμβάνει την παροχή επιλογής και την ποικιλία εναλλακτικών λύσεων για τους γονείς, την ποικιλομορφία  στην παροχή και τον ανταγωνισμό μεταξύ των σχολείων, τότε αξίζει να αναγνωριστεί ότι οι πτυχές αυτές είναι μέρος ενός ευρύτερου, πιο σύνθετου και ιδιαίτερα εξελιγμένου οικοσυστήματος το οποίο δεν είναι εύκολο για τους πολιτικούς να σχεδιάσουν και να επιβάλουν. Το μοντέλο της αγοράς παρέχει το σύστημα κινήτρων που διασφαλίζει τη συνεχή και συστηματική βελτίωση, αλλά οδηγεί επίσης σε νέες προκλήσεις, καθώς και στην υποχρέωση για το κράτος να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο και τις ευθύνες του.
Εάν η ατζέντα είναι να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση μεταξύ των δύο μοντέλων, υπάρχουν σαφείς κίνδυνοι. Περισσότερη επιλογή χωρίς περισσότερα σχολεία θα μπορούσε να έχει το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, τη δημιουργία περαιτέρω κοινωνικής διαστρωμάτωσης και διεύρυνση του χάσματος μεταξύ φτωχών και πλουσίων, καθώς και τη μείωση της συνολικής απόδοσης του συστήματος. Η εισαγωγή του ανταγωνισμού όταν τα βασικά στοιχεία του συστήματος απαιτούν συνεργασία μεταξύ γειτονικών σχολείων μπορεί να είναι αντιπαραγωγική και να διατηρεί το υψηλό επίπεδο κατακερματισμού στο εκπαιδευτικό σύστημα.  Όμως, το πιο σημαντικό, η επιτυχία που κατορθώνεται από φιλανθρωπικά ιδρύματα τα οποία χρηματοδοτούνται από τους φορολογούμενους χωρίς να ελέγχονται, κάνει δυσκολότερη την επιβεβαίωση ότι αυτά τα παραδείγματα προόδου και αριστείας θα συμβάλουν στη βελτίωση όλου του συστήματος.

Επιστρέφοντας στην αρχική μου ερώτηση, γιατί δεν έχουμε κανένα IKEA στον κόσμο της εκπαίδευσης; Η απλή απάντηση είναι ότι οι πραγματικοί επιχειρηματίες είναι αποκλεισμένοι από τον καίριο αυτό τομέα δεδομένου ότι τα κίνητρά τους θεωρούνται ως απειλή, τόσο για τα  σχολεία και για τους μαθητές. Αναρωτιέμαι, όμως,  πόση θα ήταν η επέκταση του ΙΚΕΑ αν είχε συσταθεί ως φιλανθρωπικό ίδρυμα με τον σκοπό να βοηθήσει τους ανθρώπους να πάρουν φθηνά έπιπλα. Και αναρωτιέμαι πώς θα ήταν αυτά τα έπιπλα σήμερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: