Κυριακή, Αυγούστου 02, 2015

Το κίνητρο του κέρδους στη σουηδική εκπαίδευση.


Του Peje Emilsson, στο "Τhe Profit Motive in Education: Continuing the Revolution", ed. IEA.

Υπέβαλα για πρώτη φορά το σχέδιό μου για την ίδρυση ανεξάρτητου σχολείου στο Συμβούλιο της Σουηδικής Αρχής Ανεξάρτητων Επιχειρήσεων τον Οκτώβριο του 1999 – οχτώ χρόνια μετά την εισαγωγή του θεσμού των κουπονιών εκπαίδευσης στη Σουηδία. Στη συζήτηση του Συμβουλίου, υποστήριξα ότι ήταν η κατάλληλη χρονική στιγμή για να ξεκινήσω μία αλυσίδα σχολείων και να της δώσω το φιλόδοξο όνομα “Kunskapsskolan” (που σημαίνει “Το Σχολείο της Γνώσης”). Μία από τις συνομιλήτριές μου στο Συμβούλιο, γνωστή οικονομολόγος που αργότερα έγινε βουλευτής, αντέδρασε αμέσως. “Μα Peje”, μου είπε, “δεν μπορείς να λειτουργείς σχολεία με σκοπό το κέρδος – δεν ταιριάζει με την εκπαίδευση”. 


Ακόμη και η υπόθεση ότι θα μπορούσες να αποκομίσεις κέρδη από ένα κρατικώς  χρηματοδοτούμενο σχολείο, όπως ακριβώς αποκομίζεις κέρδη αν είσαι κατασκευαστής που του έχει ανατεθεί να χτίσει ένα δημόσιο σχολείο, θεωρούταν εξωπραγματική. 

Αλλά γιατί το άκουσμα του κινήτρου του κέρδους στην εκπαίδευση έχει τόσο αρνητική χροιά, όταν τα γεγονότα αποδεικνύονται διαφορετικά ; Η εργασία του καθηγητή James Tooley δείχνει ότι τα ιδιωτικά και κερδοφόρα σχολεία πετυχαίνουν πολύ καλυτερα αποτελέσματα στην εκπαίδευση φτωχών παιδιών στις χώρες του Τρίτου Κόσμου από ό,τι τα κρατικά σχολεία. Μία μελέτη του Πανεπιστημίου Harvard το 2009 (των Paul E. Peterson και  Matthew M. Chingos) για τη σχολική επίδοση στα κερδοσκοπικά και μη-κερδοσκοπικά ελεύθερα σχολεία των ΗΠΑ αποδεικνύει ότι τα σχολεία αποδίδουν πολύ καλύτερα με κερδοσκοπικό παρά με μη-κερδοσκοπικό μάνατζμεντ. Η σουηδική εμπειρία προσθέτει αξιοσημείωτα δεδομένα σε αυτά τα ευρήματα και πιστεύω ότι η “σοφία” να μην αναμιγνύεται το κίνητρο του κέρδους με την εκπαίδευση τείνει τώρα να εκτίθεται ως αβάσιμη.


Το μονολιθικό σύστημα “ένα-μοντέλο-ταιριάζει-παντού”

Στη Σουηδία κατά τη δεκαετία του '70, τα κρατικά σχολεία είχαν γίνει εργαλεία κοινωνικής πολιτικής για την προώθηση της ισότητας και όχι της εκπαίδευσης. Η πολιτική του “ένα-μοντέλο-ταιριάζει-παντού” σχολείου δημιούργησε ένα μονολιθικό σύστημα, στο οποίο όλοι οι μαθητές αντιμετωπίζονταν σαν να είχαν τις ίδιες ανάγκες και σαν να έπρεπε να διδάσκονται με τον ίδιο τρόπο. Με την εξαίρεση λίγων ιδιωτικών σχολείων, διαθέσιμων μόνο για τα παιδιά των οποίων οι γονείς μπορούσαν να πληρώνουν υψηλά δίδακτρα, σχεδόν όλα τα σχολεία λειτουργούσαν στον δημόσιο τομέα. Αν και η υπόσχεση του ακριβού φορολογικά κράτους πρόνοιας ήταν να εξασφαλίσει μια καλή εκπαίδευση για όλους, στην πράξη πέτυχε ακριβώς το αντίθετο. Οι μαθητές που προέρχονταν από οικογένειες χωρίς ακαδημαϊκή παράδοση – π.χ. τα παιδιά της εργατικής τάξης ή της μικρομεσαίας τάξης – συνεχώς επιδεινώνονταν.  Η Σουηδία υποβαθμιζόταν συνεχώς σε όλες τις διεθνείς αξιολογήσεις των εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων.

Ένας ευρύς πολιτικός διάλογος  στα τέλη της δεκαετίας του '80 σχετικά με την ανάγκη εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, που περιελάμβανε και την ελευθερία επιλογής, ήταν γεμάτος από παραδείγματα γονέων που πάλευαν να διατηρήσουν τα μικρά σχολεία σε απομακρυσμένες περιοχές. Το μήνυμα που προέκυψε ήταν ξεκάθαρο: Αφήστε τους γονείς να κρατήσουν το σταθερό, φορολογικό ποσό που αντιστοιχεί στην εκπαίδευση των παιδιών τους στη σχολική κοινότητα, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο, και να οργανώσουν μια πιο αποτελεσματική οικονομικά σχολική διαχείριση. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα ενός κουπονιού (voucher).

Ένα σημαντικό μέρος της ατζέντας της κεντροδεξιάς κυβέρνησης το 1991 ήταν η εισαγωγή του συστήματος κουπονιών εκπαίδευσης (school vouchers). Η απλή σκέψη  για αυτή την μεταρρύθμιση ήταν να προωθηθούν οι δομές υψηλής ποιότητας και να επιτευχθούν καλύτερα αποτελέσματα καθιερώνοντας έναν υψηλό βαθμό εκπαιδευτικού πλουραλισμού και ανταγωνισμού. Ακολουθώντας τα παραδείγματα εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων της δεκαετίας του '70, η κυβέρνηση αναζήτησε ένα όχημα για την καινοτομία και την ανάπτυξη της μεθοδολογίας στην εκπαίδευση, χωρίς να πειραματιστεί με ολόκληρη τη γενιά σχολείων σε μια μόνο συγκεκριμένη σχολική περίοδο. Έδωσε το δικαίωμα στους μαθητές και στους γονείς να επιλέγουν το σχολείο που θα καθιστούσε τον μαθητή ικανό να διαπιστώνει το δυναμικό του, ανεξάρτητα από το οικονομικό υπόβαθρο της οικογένειάς του. Αν και οι Σοσιαλιστές Δημοκράτες αντιτάχθηκαν αρχικά στις νέες μεταρρυθμίσεις, όχι μόνο τις αποδέχθηκαν όταν επανήλθαν στην εξουσία το 1994 αλλά και αύξησαν επιπλέον τις δαπάνες από 85% του μέσου κόστους ανά μαθητή τοπικού δημόσιου σχολείου, σε 100%. Σήμερα υπάρχει ευρύτατη αποδοχή του προγράμματος κουπονιών, καθώς και της αναδυόμενης κερδοσκοπικής σχολικής αγοράς.


Το σουηδικό σύστημα κουπονιών εκπαίδευσης (school vouchers)

Tο σουηδικό σύστημα κουπονιών εκπαίδευσης αποτελείται από πέντε βασικά μέρη:


  •  Υπάρχει ένα βασικό πρόγραμμα το οποίο οφείλουν να ακολουθούν όσα σχολεία λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση. Η Εθνική Σχολική Επιθεώρηση παρακολουθεί την προσαρμογή και αξιολογεί την ποιότητα.
  •  Τα πιστοποιημένα ανεξάρτητα σχολεία χρηματοδοτούνται από το κράτος ανάλογα με τον αριθμό των μαθητών – ένα κουπόνι αντιστοιχεί σε έναν μαθητή που επιλέγει το συγκεκριμένο σχολείο. Μόνο η Εθνική Σχολική Επιθεώρηση αποφασίζει για την πιστοποίηση. Οι τοπικές αρχές μπορούν να διαφωνήσουν – και συχνά το κάνουν – αλλά δεν μπορούν να θέσουν βέτο στην απόφαση.
  •  Το χρηματικό ποσό του κουπονιού πληρώνεται από κάθε τοπική κοινότητα και ποικίλει μεταξύ των δήμων ανάλογα με τις διαφορές στα κόστη. Η νομοθεσία προβλέπει ότι οι τοπικές αρχές είναι υποχρεωμένες να πληρώνουν στο ανεξάρτητο σχολείο το ποσό που αναλογεί στο μέσο κόστος ανά μαθητή στο αντίστοιχο τοπικό κρατικό σχολείο στο οποίο θα φοιτούσε ο μαθητής σε άλλη περίπτωση. Αυτό σημαίνει ότι τα ανεξάρτητα σχολεία δεν αυξάνουν την κρατική δαπάνη ανά μαθητή στην εκπαίδευση, απλά την αναδιανέμουν σύμφωνα με τις επιλογές των γονέων και των μαθητών. Το αποκαλούμε “κουπόνι”, αλλά τεχνικά τα ανεξάρτητα σχολεία τιμολογούν τις τοπικές αρχές απευθείας, βασιζόμενα στον αριθμό των μαθητών που εγγράφουν.
  •  Τα ανεξάρτητα σχολεία απαγορεύεται να επιβάλλουν πρόσθετα δίδακτρα. Ως εκ τούτου, δεν έχουν δικαίωμα να επιλέγουν μαθητές, αλλά οφείλουν να τους δέχονται με σειρά προτεραιότητας.
  •  Εντός του πλαισίου του προγράμματος σπουδών, τα ανεξάρτητα σχολεία είναι ελεύθερα να οργανώνουν τα δικά τους ιδιαίτερα προγράμματα, ωράρια και παιδαγωγικές μεθόδους. Η μεταρρύθμιση συνοδεύτηκε από απορρύθμιση, μεταβαίνοντας από ένα σύστημα όπου το κράτος ρύθμιζε τα πάντα ως το επίπεδο της σχολικής αίθουσας, σε ένα σύστημα όπου το κράτος παρακολουθεί τα αποτελέσματα παρέχοντας όμως μεγαλύτερους βαθμούς ελευθερίας για τις μεθόδους και τα μέσα.

Τα ανεξάρτητα σχολεία έχουν εξελιχθεί από το να αποτελούν μια σπάνια εξαίρεση, σε σημαντικό κομμάτι του σουηδικού εκπαιδευτικού συστήματος. Πριν τη μεταρρύθμιση του 1991, λιγότερο από το 1% των παιδιών ηλικίας 7 έως 16 ετών εγγράφονταν σε ιδιωτικά σχολεία. Σήμερα αυτός ο αριθμός έχει αυξηθεί σε 11%. Στην ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση – ηλικίες 16 έως 18 – η τάση είναι ακόμα πιο έντονη: από περίπου 1% των μαθητών το 1991 στο 23% το 2011. Σε ορισμένες περιοχές της χώρας (κυρίως στην περιοχή της Στοκχόλμης) σχεδόν οι μισοί μαθητές έχουν εγγραφεί σε ανεξάρτητα σχολεία. Συνολικά, ένα στα πέντε σουηδικά σχολεία είναι ανεξάρτητο και σχεδόν τα μισά από αυτά διαφέρουν από τα κρατικά σχολεία ως προς την παιδαγωγική τους προσέγγιση. Περισσότερα από το 60% των ανεξάρτητων σχολείων λειτουργούν ως κερδοσκοπικές επιχειρήσεις.

Η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της μεταρρύθμισης και της νέας εκπαιδευτικής αγοράς είναι ότι οι μαθητές στα ανεξάρτητα σχολεία επιτυγχάνουν καλύτερη σχολική επίδοση από ότι στα κρατικά σχολεία. Υπάρχει ένα μέτρο για τα αποτελέσματα που ονομάζεται “τιμή αξίας”. Πρόκειται για το μέσο όρο των βαθμών που λαμβάνουν οι μαθητές. Η υψηλότερη δυνατή τιμή στο επίπεδο της υποχρεωτικής εκπαίδευσης είναι 320 πόντοι, η οποία αντανακλά τους υψηλότερους βαθμούς σε όλα τα μαθήματα. Την άνοιξη του 2011, η μέση τιμή αξίας για τους μαθητές της 9ης τάξης όλων των σουηδικών υποχρεωτικών σχολείων – δημοσίων και ανεξάρτητων – ήταν 211 πόντοι. Για τα ανεξάρτητα σχολεία μόνο, ήταν 229.

Ένα άλλο μέτρο είναι οι εθνικές δοκιμασίες σε αντικείμενα-κλειδιά στις οποίες συμμετέχουν όλα τα σχολεία και αξιολογούνται σύμφωνα με εθνικά πρότυπα. Κι εδώ επίσης, οι μαθητές των ανεξάρτητων σχολείων αποδίδουν καλύτερα. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και στην ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Και θυμηθείτε: τα ανεξάρτητα σχολεία δεν επιτρέπεται, σε κανένα επίπεδο του εκπαιδευτικού συστήματος, να επιλέγουν τους μαθητές τους. Σύμφωνα με πληθώρα ερευνών, οι γονείς, οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί δηλώνουν πιο ικανοποιημένοι στα ανεξάρτητα σχολεία. Τα εκπαιδευτικά συνδικάτα στη Σουηδία αποδέχονται σήμερα τη μεταρρύθμιση, καθώς παρέχει στα μέλη τους περισσότερες ευκαιρίες για εργασία.

Ταυτόχρονα, τα κρατικά σχολεία ωφελούνται από τον ανταγωνισμό. Διάφορες έρευνες εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων σε περιοχές που έχουν ιδρυθεί ανεξάρτητα σχολεία δείχνουν ότι τα κρατικά σχολεία σε αυτές τις περιοχές είναι πιο αποτελεσματικά και πιο επιτυχημένα από τον εθνικό μέσο όρο. Αυτό συμβαίνει επειδή απλώς έχουν ανάγκη να βελτιωθούν για να ανταγωνιστούν τα ανεξάρτητα. Διαφορετικά, θα χάσουν μαθητές και την κατά κεφαλή χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Φυσικά δεν είναι όλα τα ανεξάρτητα σχολεία υψηλής ποιότητας. Ακόμα κι αν η ελευθερία επιλογής σημαίνει ότι οι μαθητές και οι γονείς μπορούν να εγκαταλείψουν τα σχολεία που δεν αποδίδουν, το κράτος πρέπει να βελτιώνει συνεχώς την επιθεώρηση και τους μηχανισμούς ελέγχου (τόσο για τα ανεξάρτητα όσο και για τα κρατικά σχολεία).

Όπως σε κάθε νέα αγορά που διαδέχεται ένα πρώην μονοπώλιο, υπάρχει η ανάγκη να παρακολουθείται στενά η εξέλιξή της. Συνοψίζοντας τα αποτελέσματα της δεκαοχτάχρονης σουηδικής εμπειρίας με τα κουπόνια  και την ανταγωνιστική αγορά εκπαίδευσης, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα ανεξάρτητα σχολεία παρέχουν μεγαλύτερη αξία στα χρήματα των φορολογουμένων. Αυτό ισχύει αφενός λόγω της δικής τους ικανότητας -έχουν καλύτερη ποιότητα και καλύτερα αποτελέσματα κατά μέσο όρο - και αφετέρου λόγω του  καταλυτικού τους ρόλου στη βελτίωση των κρατικών σχολείων που ανταγωνίζονται. Ο ανταγωνισμός δουλεύει.


Kunskapsskolan - μια μοντέρνα εναλλακτική λύση

Το Kunskapsskolan ίδρυσε τα πρώτα πέντε σχολεία του το 2000 και μέχρι το 2011 η αλυσίδα είχε αναπτυχθεί σε 33 σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Με περίπου 10.000 μαθητές και 800 εργαζόμενους είμαστε μια από τις 5 μεγαλύτερες αλυσίδες επιχειρήσεων της Σουηδίας. Όταν ξεκινήσαμε το Kunskapsskolan, η φιλοδοξία μας ήταν να δημιουργήσουμε μία μοντέρνα εναλλακτική λύση προς το συμβατικό "ένα-μοντέλο-ταιριάζει-παντού" σχολείο. Τα σημερινά σχολεία προετοιμάζουν τα παιδιά για μία δραματικά διαφορετική αγορά εργασίας από εκείνη για την οποία τα συμβατικά σχολεία ήταν σχεδιασμένα στα τέλη του 19ου αιώνα. Η καλύτερη οργάνωση, η μοντέρνα τεχνολογία και η συνεχής εξέλιξη των μεθόδων παρέχουν τώρα νέες ευκαιρίες για την εξατομικευμένη προσαρμογή της εκπαίδευσης. Αυτή ήταν η ιδέα μας και ήταν βασισμένη στην πεποίθηση ότι κάθε παιδί μπορεί να αναπτυχθεί πολύ περισσότερο από όσο πιστεύουμε, αν αναγνωριστεί ως μία ξεχωριστή προσωπικότητα.

Όταν ένα δωδεκάχρονο παιδί εγγράφεται σε κάποιο από τα σχολεία μας, επενδύουμε χρόνο και πόρους για να προσαρμόσουμε το πρόγραμμα και το εκπαιδευτικό περιβάλλον στις ιδιαίτερες ανάγκες και φιλοδοξίες του. Κάθε μαθητής έχει έναν αποκλειστικό μέντορα και μαζί με τους δασκάλους και τους γονείς του θέτουν βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους. Στη συνέχεια αναπτύσσονται στρατηγικές για να επιτευχθούν οι στόχοι, ενώ η απόδοση αξιολογείται και οι στρατηγικές προσαρμόζονται ανάλογα.

Ως αποτέλεσμα, έχουμε ένα σύστημα στο οποίο κανένα παιδί δεν μένει πίσω και κανενός παιδιού η μαθησιακή διαδικασία δεν παραμελείται. Η ικανότητα να δουλεύουμε με στόχους, να σχεδιάζουμε στρατηγικές και να μετρούμε την απόδοση είναι επίσης στοιχεία του συστήματός μας. Είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις της δια βίου μάθησης και της σύγχρονης εργασίας. Σε στενή συνεργασία με τα εκπαιδευτικά συνδικάτα, έχουμε ευθυγραμμίσει την οργάνωση της εργασίας των εκπαιδευτικών με το παιδαγωγικό μας πρόγραμμα. Ως αποτέλεσμα, οι εκπαιδευτικοί του Kunskapsskolan μπορούν να ξοδεύουν 50% περισσότερο χρόνο στην εκπαίδευση και καθοδήγηση των μαθητών από ό,τι στα συμβατικά σχολεία. Οι εκπαιδευτικοί μας ξοδεύουν λιγότερο χρόνο για την προετοιμασία των μαθημάτων χάρη στο εκτεταμένο σύστημα υποστήριξης που τους δίνει τη δυνατότητα να περνούν περισσότερο χρόνο με τους μαθητές.

Αυτή η μέθοδος εργασίας είναι κοινή σε όλες τις σχολικές μας μονάδες και αποτελεί για εμάς σπουδαίο εργαλείο συνεχούς ανάπτυξης και βελτίωσης. Τακτικά και συστηματικά, οι μονάδες μας μοιράζονται τις εμπειρίες τους για να υιοθετήσουμε τις καλύτερες πρακτικές. Σε κάθε περίπτωση, οι μαθητές ωφελούνται από τα καλύτερα μαθησιακά επιτεύγματα όλου του οργανισμού, όχι μόνο του σχολείου τους.

Όμως, κάθε σχολείο που διοικούμε το βλέπουμε σαν μία ξεχωριστή, αν και μικρή, εταιρεία. Η αποστολή του διευθυντή είναι να εξασφαλίσει εκπαίδευση υψηλής ποιότητας σύμφωνα με τους στόχους του σχολείου και της κοινότητας συνολικά. Ο μόνος περιορισμός είναι ότι εμείς δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε περισσότερο από το 95% των εσόδων από τα κουπόνια εκπαίδευσης. Για να ανακουφίζουμε τους διευθυντές από άλλες υπηρεσίες, το Kunskapsskolan διαθέτει ένα εταιρικό γραφείο υποστήριξης το οποίο χειρίζεται όλες τις υποστηρικτικές λειτουργίες, όπως το μάρκετινγκ, τη διοίκηση, τα οικονομικά και τους ανθρώπινους πόρους.

Πόσο αποδίδει το Kunskapsskolan ; Για τους μαθητές που συμπλήρωσαν την ένατη και τελευταία τάξη του υποχρεωτικού μας σχολείου, η μέση "τιμή αξίας" ήταν 237 πόντοι την άνοιξη του 2011 (με άριστα τους 320 πόντους) , με εθνικό μέσο όρο τους 211 και μέσο όρο των ανεξάρτητων σχολείων τους 229 πόντους. Δεκαπέντε στα 21 υποχρεωτικά μας σχολεία από τα οποία αποφοίτησαν μαθητές της ένατης τάξης την άνοιξη του 2010 βραβεύθηκαν ως τα καλύτερα σχολεία στις αντίστοιχες πόλεις, δήμους ή γειτονιές. Δεκαεννέα στα 21 ήταν στην πρώτη τριάδα.

Υπάρχει μια σειρά παραγόντων πίσω από την επιτυχία του σουηδικού μοντέλου γενικά και του Kunskapsskolan ειδικά. Πρώτον, το σουηδικό μοντέλο ελεύθερων σχολείων και κουπονιών εκπαίδευσης παρέχει στις οικογένειες επιλογές και στα σχολεία κίνητρα για βελτίωση. Έχει διασώσει τη σουηδική κοινωνία από ένα απολύτως διαχωριστικό σύστημα μιας μονολιθικής κρατικής εκπαίδευσης ελάχιστων επιλογών και ενός εντελώς ξεχωριστού ιδιωτικού συστήματος για όσους μπορούν να το πληρώνουν. Αλλά εξίσου σημαντικό με την ποικιλία και τις επιλογές που αυτό το σύστημα δημιουργεί είναι το γεγονός ότι το σουηδικό μοντέλο είναι - σε αντίθεση με τα περισσότερα άλλα μοντέλα εκπαιδευτικής διαφοροποίησης - προσανατολισμένο στην αγορά. Το αν ένα νέο σχολείο πετύχει ή αποτύχει εξαρτάται από τις επιλογές των πελατών - δηλαδή των μαθητών και των οικογενειών τους - και όχι των πολιτικών ή των δημοσίων υπαλλήλων.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι ότι το σουηδικό σύστημα εστιάζει στα αποτελέσματα και την απόδοση και όχι στο αν το νομικό πρόσωπο είναι κερδοσκοπικό ή μη. Η χρηματοδότηση των ανεξάρτητων σχολείων βασίζεται, όπως αναφέραμε παραπάνω, στο μέσο κόστος για έναν μαθητή στα τοπικά κρατικά σχολεία υπολογισμένο στη βάση των τρεχουσών μαθητικών εγγραφών. Αν ένα ανεξάρτητο σχολείο επιτυγχάνει υψηλότερο βαθμό κάλυψης των θέσεών του από τον μέσο όρο των εγγραφών σε κρατικά σχολεία, τότε δημιουργεί πλεόνασμα και κέρδος. Και μόνο ένας υψηλότερος βαθμός διαπιστωμένης ποιότητας μπορεί να προκαλέσει περισσότερες εγγραφές. Τα ανεξάρτητα σχολεία γίνονται βιώσιμα και κερδοφόρα μόνο αν προσφέρουν καλύτερη ποιότητα υπηρεσιών από τα υπάρχοντα κρατικά.

Η πιο συνετή διαχείριση των πόρων, η αποτελεσματικότερη διοίκηση, η αριθμητική αναλογία δασκάλων-μαθητών και άλλοι παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το κόστος, αλλά δεν μπορούν ποτέ να δημιουργήσουν μακροπρόθεσμα ένα κερδοφόρο σχολείο αν δεν προσφέρουν μια ελκυστική προσφορά για ορατή και υψηλή ποιότητα. Είμαι πεπεισμένος ότι χωρίς τη δυνατότητα δημιουργίας κέρδους - και αποζημίωσης των ιδιοκτητών και των επενδυτών για το ρίσκο μέσω μερισμάτων στους μετόχους - δεν θα βλέπαμε τα ανεξάρτητα σχολεία να υπερτερούν έναντι του παλαιού κρατικού μονοπωλίου και να θέτουν νέες μακροπρόθεσμες προδιαγραφές για βελτιωμένη εκπαίδευση.

Χωρίς το δικαίωμα να είναι μια κερδοφόρα εταιρεία, το Kunskapsskolan δεν θα είχε δημιουργηθεί. Οι ιδιώτες έχουν επενδύσει περίπου 125 εκ. σουηδικές κορώνες (γύρω στα 11 εκ. αγγλικές λίρες) στην ανάπτυξη της εταιρείας και μέχρι το 2010, ένατο έτος λειτουργίας της εταιρείας, τα κέρδη ξεπέρασαν τις ζημίες. Θα είχαν ξεπεραστεί αυτά τα οικονομικά βάρη χωρίς την πιθανότητα μελλοντικής αποζημίωσης ;

Η ίδρυση ενός σχολείου απαιτεί τόσο κεφάλαιο, όσο και ταλέντο. Χρειάζεται να αποκτηθούν κτήρια και να προσληφθεί προσωπικό πριν την εγγραφή του πρώτου μαθητή. Τα κτήρια στα οποία λειτουργούν τα σχολεία μας δεν είναι ιδιόκτητα, αλλά πρέπει να προσαρμόζονται στις εξειδικευμένες απαιτήσεις μας για την αρχιτεκτονική και τους εξωτερικούς χώρους. Για παράδειγμα, δεν έχουμε παραδοσιακές σχολικές αίθουσες. Μεγαλύτεροι και μικρότεροι χώροι εργασίας έχουν γυάλινους τοίχους και υπάρχουν πολλά ανοιχτά διαστήματα με ατομικούς χώρους εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να βρίσκουμε ακίνητα στα οποία οι ιδιοκτήτες είναι πρόθυμοι να επενδύσουν σημαντικά ποσά για να τα ανακαινίσουν σύμφωνα με τις λεπτομερείς απαιτήσεις μας. Επίσης, πρέπει να συνάπτουμε 15ετή συμβόλαια ενοικίασης χωρίς να γνωρίζουμε αν θα έχουμε επαρκή αριθμό μαθητών ακόμα και για τα πάγια έξοδά μας. Είναι ένα μεγάλο οικονομικό ρίσκο για το σχολείο και τους ιδιοκτήτες του.

Αφού είναι έτσι, τότε γιατί να μη μας επιτρέπεται να δημιουργούμε κέρδος παρέχοντας στους μαθητές υψηλής ποιότητας εκπαίδευση ; Και γιατί, αν οι πελάτες μας είναι ευχαριστημένοι εφόσον καλύπτουμε ή υπερβαίνουμε τις ιδιαίτερες απαιτήσεις τους, να μη διανέμονται τα κέρδη κατά την κρίση των ιδιοκτητών ώστε να αποζημιώνουν τις αρχικές επενδύσεις και ρίσκα ; "Επειδή η χρηματοδότηση προέρχεται από τα χρήματα των φορολογουμένων", είναι η απάντηση εκείνων που αφελώς πιστεύουν ότι μπορούμε να έχουμε καινοτομία μέσω της επιχειρηματικότητας στην εκπαίδευση χωρίς να έχουμε επιχειρηματίες.

Αλλά τα χρήματα των φορολογουμένων ήδη χρησιμοποιούνται ευρέως από τον δημόσιο τομέα για να πληρώνονται οι προμηθευτές προϊόντων και υπηρεσιών που δημιουργούν κέρδη. Τα προϊόντα της αμυντικής βιομηχανίας, τα λεωφορεία και τα τρένα για τις δημόσιες μεταφορές, τα φάρμακα για την περίθαλψη και ο καφές για τους εφοριακούς υπαλλήλους, για να δείξουμε μόνο λίγα παραδείγματα, όλα παράγονται από ιδιωτικές κερδοσκοπικές εταιρείες και πληρώνονται από τον κρατικό προϋπολογισμό σε ένα σύστημα το οποίο είναι αποδεκτό ως πολύ φυσικό. Και, πάλι, ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στη χρησιμοποίηση του χρήματος των φορολογουμένων για να πληρωθούν οι εταιρείες που χτίζουν τα σχολικά κτήρια ή παράγουν τα σχολικά βιβλία από τη μία και, από την άλλη, στη χρησιμοποίηση του χρήματος των φορολογουμένων του ίδιου κρατικού προϋπολογισμού για να πληρώνονται εκείνοι που οργανώνουν και προσφέρουν την κρατική εκπαίδευση ;


Το νέο σουηδικό μοντέλο

Εκτός από επιχειρηματίας, είμαι επίσης γονέας, πολίτης και φορολογούμενος. Ως γονέας, θέλω να μπορώ να αποφασίζω ποιο είδος εκπαίδευσης καλύπτει καλύτερα τις ανάγκες των παιδιών μου αφού εγώ τα γνωρίζω καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο. Για να το πετύχω, χρειάζομαι επιλογές. Ως πολίτης, θέλω όλα τα παιδιά, ανεξάρτητα από το υπόβαθρό τους, να έχουν την καλύτερη δυνατή εκπαίδευση που ταιριάζει στις ανάγκες τους. Θέλω το εκπαιδευτικό σύστημα να λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε η καινοτομία και η συνεχής βελτίωση να αποτελούν φυσιολογικές συνθήκες. Και ως φορολογούμενος, θέλω τα χρήματα που πληρώνω για τις δημόσιες υπηρεσίες να παράγουν αξία. Στην εκπαίδευση, η αξία των χρημάτων φαίνεται από τις γνώσεις και τις δεξιότητες που αποκτούν οι μαθητές προκειμένου να χτίσουν μια καλύτερη ζωή για τους ίδιους και να συμβάλλουν στη βελτίωση της κοινωνίας. Αν ορισμένα σχολεία είναι ικανά να αποκομίζουν κέρδη ξεπερνώντας εκείνα που δεν είναι, θέλω τα χρήματα από τους φόρους μου  να καταλήγουν σε αυτές ακριβώς τις λειτουργίες αμοιβαίου οφέλους που προάγουν τόσο τον μαθητή όσο και την κοινωνία. Είμαι έντονα πεπεισμένος ότι όχι μόνο το σύστημα του Kunskapsskolan, αλλά ολόκληρο το σουηδικό σύστημα κουπονιών εκπαίδευσης είναι κατάλληλο για μίμηση και εξαγωγή σε άλλες χώρες.

Στα μέσα του 20ου αιώνα, ο όρος "Σουηδικό Μοντέλο" σήμαινε μία μοναδική σύμπραξη δημόσιου-ιδιωτικού τομέα στις εργασιακές σχέσεις η οποία εδραίωσε τη σταθερή οικονομική ανάπτυξη, την ατομική ευημερία και δημιούργησε κοινωνικά ωφέλη. Σήμερα,  θα έλεγα ότι αναπτύσσουμε το "Νέο Σουηδικό Μοντέλο". Είναι πάλι μια σύμπραξη δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, αλλά αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο διανέμονται τα συλλογικά κοινωνικά ωφέλη. Η κρατική χρηματοδότηση μέσω των φόρων εξασφαλίζει ίσα δικαιώματα για όλους σε υπηρεσίες όπως η περίθαλψη και η εκπαίδευση. Ταυτόχρονα, η ετοιμότητα να επιτρέψουμε σε ιδιωτικούς και δημόσιους παράγοντες να ανταγωνίζονται για την παροχή αυτών των υπηρεσιών δίνει στου ανθρώπους ελευθερία επιλογών και διασφαλίζει υψηλή εξατομίκευση του τρόπου παροχής τους. Στη Σουηδία, αυτό το "μοντέλο επιλογής από τον πελάτη" ή "μοντέλο κουπονιών", επεκτείνεται τώρα και στην περίθαλψη, στη φροντίδα των βρεφών, των νηπίων και των ηλικιωμένων, μέσω μιας ευρύτατης πολιτικής συναίνεσης.

Στην εκπαίδευση, υπάρχει ανάγκη και χώρος για πολλούς και διαφορετικούς παρόχους, συμπεριλαμβανομένων των κερδοσκοπικών εκπαιδευτικών εταιρειών. Ο στόχος είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για συνεχή καινοτομία και για όλο και πιο επιτυχημένες εκπαιδευτικές στρατηγικές. Για να το κατορθώσουμε, πρέπει να καλωσορίζουμε όλους τους συμβαλλόμενους. Το "Νέο Σουηδικό Μοντέλο", με την ανοιχτότητά του προς τα κερδοφόρα ανεξάρτητα σχολεία, μπορεί να μας δείξει τον δρόμο.





Δεν υπάρχουν σχόλια: