Τρίτη, Ιουλίου 21, 2015

Iδρύοντας ένα Ελεύθερο Σχολείο.




Toby Young, στο "The Profit Motive in Education: Continuing the Revolution"
Oφείλουμε να αναλογιζόμαστε το γεγονός ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο να διευθύνει κανείς, πιο αμφίβολο να ολοκληρώσει, ή πιο επικίνδυνο να εκτελέσει από την εισαγωγή νέων θεσμών. Επειδή ο πρωτοπόρος έχει εχθρούς όσους συμφέρει η παλαιά τάξη πραγμάτων και έχει χλιαρούς υποστηρικτές εκείνους που θα συμφέρει η νέα τάξη πραγμάτων.
Niccolo Machiavelli, Ο Ηγεμόνας.

Τον Αύγουστο του 2009, έγραψα ένα άρθρο στον Observer στο οποίο έλεγα ότι θέλω να ιδρύσω ένα σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης το οποίο θα είχε παρόμοιο αναλυτικό πρόγραμμα με ένα παλαιό Πρότυπο Σχολείο αλλά θα ήταν προσβάσιμο σε όλους,
ανεξάρτητα από το εισόδημα, την ικανότητα ή την πίστη. Το ονόμασα «Γενικό Πρότυπο». Μέσα σε σαράντα οκτώ ώρες από τη δημοσίευση του άρθρου, επικοινώνησαν μαζί μου περισσότεροι από εκατόν πενήντα άνθρωποι διαθέσιμοι να βοηθήσουν. Διοργάνωσα μια ανοιχτή συνάντηση στο σπίτι μου και σαράντα άνθρωποι στριμώχτηκαν στο σαλόνι μου. Από αυτή την ομάδα, προέκυψε μια δεκαπενταμελής οργανωτική επιτροπή. Ήμουν πλέον επιχειρηματίας.
Αποφασίσαμε ότι η καλύτερη κίνηση θα ήταν να ιδρύσουμε μια Ακαδημία σύμφωνα με τον νόμο της κυβέρνησης των Εργατικών που επέτρεπε στα κρατικώς χρηματοδοτούμενα σχολεία να ιδρύονται με κάποια ανεξαρτησία από τον έλεγχο της τοπικής κοινότητας. Όμως, θέλαμε το Σχολείο μας να ξεφεύγει από το κλασσικό μοντέλο των Ακαδημιών σε τρία επίπεδα: Να χρηματοδοτείται από μια ομάδα γονέων και εκπαιδευτικών, η ιδιοκτησία και η λειτουργία του Σχολείου να είναι διαχωρισμένες με το σχολείο να ανήκει σε μια φιλανθρωπική οργάνωση αλλά να διευθύνεται από έναν έμπειρο εκπαιδευτικό πάροχο ή από μία κερδοσκοπική εταιρεία και, τρίτον, να ενοικιάζαμε ένα σχολικό κτήριο κατά προτίμηση από μία ιδιωτική εταιρεία ακινήτων. Τώρα καταλαβαίνω ότι όλα αυτά ήταν αφελή. Η προσπάθεια ίδρυσης μιας Ακαδημίας που θα ήταν νέα σε τουλάχιστον ένα από τα τρία επίπεδα ήταν υπερβολικά φιλόδοξη.

Χρηματοδότηση από μια ομάδα γονέων και εκπαιδευτικών
Οι δυσκολίες που συναντήσαμε προέκυπταν πρωτίστως από το γεγονός ότι ήμασταν μια ομάδα μη-αμειβόμενων εθελοντών χωρίς εμπειρία στην ίδρυση σχολείων. Η ίδρυση ενός κρατικώς χρηματοδοτούμενου σχολείου πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι απλώς δύσκολη. Όμως, η ίδρυση ενός κρατικώς χρηματοδοτούμενου σχολείου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι ακόμα δυσκολότερη. Η πλειοψηφία από τα 24 «ελεύθερα σχολεία» τα οποία άνοιξαν τον Σεπτέμβριο του 2011 με τον νόμο της συγκυβέρνησης για την ανεξάρτητη ίδρυση ήταν σχολεία πρωτοβάθμιας. Δεν μου προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι μόνο 203 Ακαδημίες ιδρύθηκαν με την προηγούμενη κυβέρνηση και ότι η πλειοψηφία από αυτές ήταν πρώην κρατικά σχολεία. Καμία από αυτές δεν ιδρύθηκε από μη-αμειβόμενους εθελοντές.
Μόνο δύο κρατικώς χρηματοδοτούμενα δευτεροβάθμια σχολεία ιδρύθηκαν από ομάδες γονέων με την προηγούμενη κυβέρνηση των Εργατικών: Το Elmgreen School στο Lambeth και το JCoSS (Σχολείο της Εβραϊκής Κοινότητας) στο Barnet. Και τα δύο είναι γενικής εκπαίδευσης βοηθούμενα από εθελοντές και χρηματοδοτούνται μέσω των τοπικών αρχών και όχι απευθείας από το Υπουργείο Παιδείας. Στην ομάδα του Νότιο Λονδίνου πήρε τέσσερα χρόνια. Στην ομάδα του Βόρειου Λονδίνου πήρε δέκα χρόνια. Ο Jonathan Fingerhut, ένας από τους ηγέτες του εβραϊκού γκρουπ, μας είπε ότι ο στόχος να ανοίξουμε το σχολείου μας σε δύο χρόνια δεν ήταν ρεαλιστικός με δεδομένο τον όγκο των εργασιών που απαιτείται και τους ρυθμούς με τους οποίους συνήθως δουλεύουν οι υπάλληλοι της εκπαίδευσης. Μας πρότεινε ότι θα ήταν καλύτερα να στοχεύουμε τον Σεπτέμβριο του 2012 – αν και ακόμα κι αυτό θεωρούταν φιλόδοξο.
Αλλά η ομάδα του Fingerhut είχε ένα μειονέκτημα: Οι Εργατικοί ήταν στην εξουσία όταν προσπαθούσε να ιδρύσει το JcoSS. Διάφοροι επιτυχημένοι Εργατικοί αξιωματούχοι διακήρυσσαν τη συμπάθειά τους στην ιδέα της ίδρυσης σχολείων από τους γονείς – π.χ. ο Ed Balls, Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας από το 2007 έως το 2010 ισχυριζόταν ότι την υποστηρίζει – αλλά στην πραγματικότητα καμία επίσημη διαδικασία δεν ξεκίνησαν προς αυτή την κατεύθυνση. Τόσο η ομάδα του Jonathan Fingerhut  όσο και η ομάδα στο Lambeth πέτυχαν μόνο χάρη στη σημαντική υποστήριξη του Andrew Adonis, υπουργού Παιδείας από το 2005 έως το 2008, ο οποίος στη συνέχεια μετακινήθηκε σε άλλη θέση.
Με τον Gordon Brown, ο μόνος διαθέσιμος τρόπος χρηματοδότησης για όποιον επιθυμούσε να ιδρύσει νέες Ακαδημίες ήταν το πρόγραμμα Building Schools For The Future (BSF). Για να ενταχθεί κάποιος στο πρόγραμμα, το πρώτο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να αποδείξει ότι υπήρχε σημαντική ανάγκη για νέα σχολεία στην περιοχή του – ότι τα σχολεία της περιοχής δεν ήταν αρκετά για να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες ανάγκες του μέλλοντος. Αυτό ήταν σχετικά εύκολο, χάρη στην πληθυσμιακή έκρηξη που προκλήθηκε από την ανοιχτή μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης των Εργατικών.
Πιο δύσκολο ήταν να πείσουμε την τοπική αρχή να προωθήσει το σχέδιό μας. Μία από τις πρώτες κινήσεις που έκανε ο Ed Balls όταν έγινε Γενικός Γραμματέας ήταν να ενδυναμώσει τον ρόλο των τοπικών κοινοτήτων στην ίδρυση νέων Ακαδημιών. Πράγματι, οι σπόνσορες των Ακαδημιών δεν μπορούσαν να εισέλθουν στη διαδικασία ίδρυσης χωρίς την άδεια της τοπικής κοινότητας. Πριν ξεκινήσουν, έπρεπε το Υπουργείο Παιδείας να συντάξει μια “Επιστολή Ενδιαφέροντος” προς την τοπική κοινότητα περιγράφοντας το σχέδιο για το νέο σχολείο όπως αυτό περιγραφόταν από τον σπόνσορα, αλλά το Υπουργείο δεν ήταν πρόθυμο να το κάνει αυτό χωρίς την ευλογία της τοπικής κοινότητας. Οι τοπικές κοινότητες, φυσικά, δεν συμπαθούν τις κινήσεις που περιορίζουν τον έλεγχό τους στην τοπική εκπαίδευση – αν και υπάρχουν εξαιρέσεις.
Βρισκόμασταν στο μέσο μιας μακράς και κατά τα φαινόμενα ατέρμονης διαπραγμάτευσης με τον Δήμο Ealing του Λονδίνου, όταν προκηρύχθηκαν οι γενικές εκλογές του 2010. Από την οπτική γωνία της ομάδας μου, μια από τις πιο ελκυστικές πλευρές του εκπαιδευτικού προγράμματος των Συντηρητικών ήταν η πρόταση για κατάργηση του βέτο της τοπικής κοινότητας στην ίδρυση νέων Ακαδημιών. Στις πέντε πρώτες μέρες μετά τις εκλογές, παρακολούθησα στενά τις συζητήσεις Συντηρητικών – Φιλελευθέρων Δημοκρατών, προσπαθώντας να ανακαλύψω τι θα γινόταν με το βέτο. Θα επέμεναν οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες στη διατήρησή του στα πλαίσια της “συμφωνίας συνεργασίας” ; Δεν πέρασαν 24 ώρες από τον διορισμό του Michael Gove ως Γενικού Γραμματέα Εκπαίδευσης και μάθαμε ότι το βέτο καταργήθηκε.
Μετά την αλλαγή κυβέρνησης, η ίδρυση μιας Ακαδημίας από γονείς και εκπαιδευτικούς έγινε λίγο πιο εύκολη – εξάλλου έγινε μια από τις πολιτικές-σημαία της συγκυβέρνησης – αλλά ακόμα βρισκόταν μακριά από την εύκολη υλοποίηση. Οι τοπικές αρχές ακόμα μπορούν να δυσκολέψουν τα πράγματα για εθελοντικές ομάδες όπως η δική μου, ακόμα και χωρίς επίσημο βέτο – για παράδειγμα, αρνούμενες να χορηγήσουν πολεοδομική άδεια για ένα νέο σχολείο. Υπάρχει επίσης η αντίδραση των εκπαιδευτικών συνδικάτων που πρέπει να αντιμετωπιστεί, καθώς επίσης και άλλων εχθρικών ομάδων.
Όμως το μεγαλύτερο εμπόδιο από όλα είναι η απίστευτη πολυπλοκότητα της διαδικασίας. Η λέξη “διαδικασία” είναι παραπλανητική. Υπονοεί ότι υπάρχει μια οργανωμένη οργανωμένη τάξη που μπορεί να ακολουθηθεί, με ένα ξεκάθαρο πλαίσιο κανόνων και σταθερό. Εισέρχεσαι σ'αυτή με μία πρόταση, περνάς από μια σειρά σταδίων και τελειώνεις έχοντας δημιουργήσει ένα σχολείο. Στην πραγματικότητα, μοιάζει  με λαβύρινθο σχεδιασμένο από τον Escher. Προσπαθείς να κάνεις τη δουλειά σου όσο καλύτερα μπορείς, αλλά το έδαφος συνεχώς αλλάζει κάτω από τα πόδια σου. Από την αλλαγή της κυβέρνησης, οι υπάλληλοι του Υπουργείου κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν για να εξυπηρετήσουν ομάδες σαν τη δική μου, αλλά η “διαδικασία” είναι τόσο πολύπλοκη που συχνά ούτε αυτοί οι ίδιοι δεν την καταλαβαίνουν. Μέρος του προβλήματος είναι και το γεγονός ότι το νομικό και ρυθμιστικό πλαίσιο αλλάζει συνεχώς. Σου λένε ότι πρέπει να ακολουθήσεις τους κανόνες, αλλά κανείς δεν φαίνεται να ξέρει ποιοι είναι αυτοί. Υπάρχουν διάφορες διατάξεις που πρέπει να διερευνήσεις – Νόμοι του Κοινοβουλίου, αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Οδηγίες της Ε.Ε. - αλλά η γλώσσα στην οποία είναι γραμμένες – επίσημη, νομικίστικη, σχολαστική – είναι δυσνόητη. Όλα αυτά τα έγγραφα είναι τόσο εξωτερικά όσο και εξωτερικά ασύνδετα. Ούτε δύο άνθρωποι δεν μπορούν να συμφωνήσουν τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται. Τα πάντα είναι προς ερμηνεία.
“Καλωσόρισες στον κόσμο μου”, μου είπε ο κουνιάδος μου όταν του παραπονέθηκα για όλα αυτά. Ο κουνιάδος μου είναι επικεφαλής του νομικού τμήματος της BP. Κάνει μια δύσκολη δουλειά, αλλά η ίδρυση ενός ελεύθερου σχολείου είναι, σε μερικές περιπτώσεις, δυσκολότερη. Στην προσπάθειά του να ιδρύσει ένα διυλιστήριο πετρελαίου στον Καύκασο, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να εξοικειωθεί με το νομικό και ρυθμιστικό πλαίσιο της περιοχής. Αφήνει το οικονομικό μέρος στον Οικονομικό Διευθυντή και το πολιτικό στον εργοδότη του. Και ο καθένας τους έχει εκατοντάδες εργαζόμενους και πολλές πηγές στη διάθεσή του. Ενώ εγώ, ήμουν μόνος μου με ένα iPhone και έναν φορητό υπολογιστή.
Στην προσπάθειά μου να ιδρύσω ένα ελεύθερο σχολείο, έπρεπε να εξοικειωθώ με κάθε πλευρά της διαδικασίας: τους υπουργούς και τους ειδικούς συμβούλους τους, τη Διεύθυνση Ελεύθερων Σχολείων, το Μητρώο Νέων Επιχειρήσεων, το Πρωτόκολλο Χρηματοδότησης και πολλά άλλα. Στη συνέχεια, υπάρχει ο στρατός των εκπαιδευτικών συμβούλων και πρακτόρων που πρέπει να συναντήσεις, όλοι τους ειδικοί σε διάφορα πεδία: SEN, SEAL, EAL, EBD (δεν χρησιμεύει να παραθέσω ολόκληρη την καταιγίδα ακρωνυμίων). Όσο αφορά το ιδιοκτησιακό, υπάρχουν οι αρχιτέκτονες, οι σχεδιαστές, οι τοπογράφοι, οι κατασκευαστές, για να μην αναφέρω τα Δελτία Οικοδόμησης. Μη με βάζετε να αρχίσω να λέω για Δελτία Οικοδόμησης ...
Ανέθεσα κάποιες από αυτές τις δουλειές σε ανθρώπους της οργανωτικής μου επιτροπής, αλλά κι αυτοί ήταν όλοι εθελοντές. Δεν μπορείς να πεις σε κάποιον που δεν αμείβεται να έχει το Σχέδιο για τους Μαθητικούς Χώρους του Συμβουλίου του Ealing για το 2010-2020 στο γραφείο σου αύριο το πρωί. Πρέπει να το κάνεις μόνος σου, ακόμα κι αν χρειαστεί να μείνεις ξάγρυπνος όλη τη νύχτα. Μεγάλη επιχείρηση = λίγος ύπνος.
Στο The Last Tycoon, o F. Scott Fitgerald λέει για τον ήρωά του – τον διευθυντή του στούντιο Monroe Stahr, ότι είναι ένας από τους λίγους ανθρώπους στο Χόλιγουντ που μπορεί να κρατάει συνεχώς “ολόκληρη την εξίσωση” στο μυαλό του. Εγώ δεν μπορούσα να κρατάω συνεχώς ολόκληρη την εξίσωση στο μυαλό μου. Τα λόγια του Sandy Nuttgens, ηγέτη της ομάδας γονέων που ίδρυσε το Elmgreen School στο Lambeth, επέμεναν να με στοιχειώνουν: “Για τέσσερα χρόνια, αισθανόμουν σαν να ήμουν σε μία συνεχή καμπύλη εκμάθησης”.

Αναθέτοντας την καθημερινή λειτουργία του σχολείου
Αυτό με φέρνει στο δεύτερο σημείο στην οποία το Ελεύθερο Σχολείο του Δυτικού Λονδίνου θα διέφερε από το κλασικό μοντέλο των Ακαδημιών: Θέλαμε να αναθέσουμε την καθημερινή διεύθυνση του σχολείου σε έναν πιστοποιημένο πάροχο. Πίστευα ότι αν είχαμε ένα έμπειρο πάροχο στο τιμόνι θα διοικούσε με τον καλύτερο τρόπο. Εγώ θα μπορούσα να αναλάβω έναν πιο στρατηγικό ρόλο, παρακολουθώντας το πεδίο της μάχης από το παρατηρητήριό μου στην κορυφή ενός λόφου αντί να παλεύω μέσα στις λάσπες.
Προχωρήσαμε στην προκήρυξη δημοσιεύοντας μία πολύ επαγγελματική αγγελία προσφοράς (RFP) και ένα Επίσημο Έντυπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (ΟJEU). Όλοι οι οργανισμοί που δραστηριοποιούνται συνήθως σε αυτό τον τομέα κατέθεσαν προσφορές: Το Κέντρο Βρετανών Εκπαιδευτικών (CfBT), η Cognita, το EdisonLearning, το GEMS Education, τα International English Schools (IES), το Kunskapsskolan, το Nord Anglia Serco και το γρουπ Vosper Thornycroft (VT). Είχαμε επίσης μερικές αιτήσεις από λιγότερο προφανείς πλευρές:  Collingwood, Creative Learning και Haberdasher's Aske's. Ύστερα δημιουργήσαμε μία μήτρα αξιολόγησης και αρχίσαμε να σημειώνουμε τις διαφορετικές προσφορές με σκοπό να επιλέξουμε τον νικητή. Πριν την τελική λίστα, όμως, σκέφτηκα πως θα ήταν σωστό να ζητήσω από έναν δικηγόρο να επιβλέψει τη διαδικασία επιλογής. Ήταν αξιόπιστη ;
Μας είπε πως ότι έχουμε κάνει μέχρι τώρα ήταν καλό, αλλά μας προειδοποίησε ότι αν προχωρούσαμε στον διορισμό ενός παρόχου υπηρεσιών διατρέχαμε τον κίνδυνο να μας καταγγείλουν. Δεν ανησυχούσε τόσο για την περίπτωση ενός απογοητευμένου υποψηφίου που δεν κέρδισε τον διαγωνισμό – αν και αυτό ήταν μια πιθανότητα – αλλά ανησυχούσε για την καταγγελία από ένα πολιτικά ωθούμενο άτομο που θα διαφωνούσε με την πολιτική των ελεύθερων σχολείων. Μια τέτοια καταγγελία πιθανώς θα αποτύγχανε, αλλά αυτό δεν θα απέτρεπε ένα τέτοια άτομο από το να την κάνει, ειδικά αν αυτός ή αυτή ήταν επαγγελματίας νομικός.
Το ρίσκο ήταν ιδιαιτέρως μεγάλο για την ομάδα μας επειδή είχαμε πολύ υψηλό δημόσιο προφίλ. Αν οι πολιτικά διαφωνούντες μπορούσαν να βρουν έναν νομικό μηχανισμό για να κάνουν τις ζωές μας πιο δύσκολες και να καθυστερήσουν την ίδρυση του σχολείου μας, ήταν σίγουρο πως δεν θα δίσταζαν να τον χρησιμοποιήσουν. Καταλήξαμε ότι δεν θέλαμε να παγιδευτούμε σαν καναρίνια στο κλουβί.

Ενοικιάζοντας χώρο
Η απόφασή μας να μη συνεργαστούμε με έναν έμπειρο εκπαιδευτικό πάροχο έκανε την ανεύρεση χώρου πολύ πιο δύσκολη. Ήταν το τρίτο σημείο στο οποίο το Ελεύθερο Σχολείο του Δυτικού Λονδίνου έπρεπε να διαφοροποιηθεί από το κλασικό μοντέλο των Ακαδημιών: Θέλαμε να ενοικιάσουμε ένα κτήριο.
Το πρόβλημά μας ήταν ότι η φιλανθρωπική οργάνωση που θα κατείχε την ιδιοκτησία του σχολείου δεν είχε πιστωτικό ιστορικό. Έτσι δεν είχε τη δυνατότητα συμβολαίου. Και ενώ το Υπουργείο έλεγε ότι ήταν έτοιμο να εγγυηθεί ένα ποσοστό συμμετοχής στη μίσθωση κτηρίου, ήταν απρόθυμο   να εγγυηθεί το ετήσιο μίσθωμα αν δεν συμπληρώναμε τον απαραίτητο αριθμό εγγραφών. Δεν πιστεύαμε ότι θα συνέβαινε αυτό, προφανώς, αλλά δεν μπορούσαμε και να το εγγυηθούμε: τουλάχιστον όχι ικανοποιώντας μια εμπορική εταιρεία ακινήτων.
Ελπίζαμε να λύσουμε αυτό το πρόβλημα τον εκπαιδευτικό μας πάροχο πίσω από το ενοίκιο, αλλά αυτό δεν απέδωσε. Ακόμα κι αν μια εταιρεία ακινήτων έπαιρνε το ρίσκο να μας μισθώσει ένα κτήριο, θα στήριζε αυτό το ρίσκο στο ετήσιο μίσθωμα. Αυτό θα έκανε το μίσθωμα πανάκριβο. Μετά είχα την εξής ιδέα: γιατί να μη νοικιάσουμε ένα δημόσιο κτήριο ; όχι, δεν μιλώ για ένα κτήριο της τοπικής αρχής του Λονδίνου. Μιλώ για ένα κτήριο του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας.
Ανακαλύψαμε ένα άδειο σχολείο στα όριο του Ealing/Hounslow το οποίο ανήκε στη σαουδαραβική κυβέρνηση. Προσεγγίσαμε την Πρεσβεία και,  αφού συμβουλευτήκαμε ένα σαουδάραβα υπάλληλο για το πώς να συντάξουμε την πρότασή μας, υποβάλαμε προσφορά στον HRH  Πρίγκιπα Mohammed bin Nawaf, τον πρέσβη Ηνωμένουν Βασιλείου και Ιρλανδικής Δημοκρατίας. Αυτά συνέβησαν την άνοιξη του 2010. Ακόμα δεν έχουμε πάρει απάντηση. Με διακρατική αναζήτηση που κάναμε, ανακαλύψαμε ότι ο λόγος που δεν πήραμε απάντηση ήταν ότι το Βασίλειο δεν είχε ξαναδεχθεί ως τώρα πρόταση μίσθωσης ενός κυβερνητικού κτηρίου. Το Υπουργείο Εξωτερικών στο Ριάντ απλά δεν είχε ιδέα πώς να το πρχωρήσει. Καμία εξέλιξη, καμία απάντηση.
Μην μπορώντας να εγγυηθούμε μία συμφωνία μίσθωσης, η καλύτερη εναλλακτική μας ήταν να βρούμε ένα κτήριο που το Υπουργείο Παιδείας θα αγόραζε για εμάς. Αυτή ήταν λιγότερο ελκυστική λύση από τη μίσθωση διότι θα έδινε στο Υπουργείο το πάνω χέρι σε οποιαδήποτε μελλοντική διαπραγμάτευση σχετικά με την ανεξαρτησία του σχολείου. Γνωρίζαμε ότι,  αν το Υπουργείο αγόραζε το κτήριο για εμάς, η Συμφωνία Χρηματοδότησης με τη Γενική Γραμματεία θα περιείχε μία πρόβλεψη αντιστροφής σύμφωνα με την οποία η ιδιοκτησία του κτηρίου θα μεταβιβαζόταν στο Υπουργείο στην περίπτωση που η χρηματοδότησή μας διακοπτόταν. Στην πραγματικότητα, του Υπουργείο θα ήταν ο ιδιοκτήτης μας, ανεξάρτητα τίνος το όνομα θα φαινόταν στα χαρτιά.
Καθώς φαινόταν ότι δεν είχαμε άλλη επιλογή, αρχίσαμε να ψάχνουμε για έναν κατάλληλο και οικονομικό χώρο. Οι ελπίδες μου αναπτερώθηκαν όταν παραβρέθηκα σε μια συνάντηση με το ηγετικό στέλεχος της Παιδικής Υπηρεσίας του London Borough of  Hammersmith and Fulham, που μου είπε ότι γνώριζε έναν τέτοιο χώρο. Δυστυχώς, ο χώρος ήταν για δημοτικό σχολείο και όχι για σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Αλλά σε εκείνη τη συνάντηση γνώρισα τον John McIntosh, πρώην διευθυντή του London Oratory School, ο οποίος τώρα εργαζόταν ως σχολικός σύμβουλος. Τον κάλεσα σε γεύμα και συμφώνησε να ενταχθεί στην οργανωτική επιτροπή μας. Όχι πολύ αργότερα, μου είπε ότι το Συμβούλιο είχε ανακοινώσει την πρόθεσή του να εκποιήσει ένα κτήριο στο Hammersmith επονομαζόμενο Palingswick House – ένα πρώην σχολείο. Σκέφθηκε πως θα ήταν κατάλληλο για ένα μικρό σχολείο δευτεροβάθμιας.
Μετά από μια παρατεταμένη διαπραγμάτευση, το Υπουργείο συμφώνησε με το Συμβούλιο του Hammersmith and Fulham και, την 1η Μαρτίου 2011, γίναμε το πρώτο ελεύθερο σχολείο που υπέγραφε Συμφωνία Χρηματοδότησης με τη Γενική Γραμματεία. Το Ελεύθερο Σχολείο του Δυτικού Λονδίνου είδε τους πρώτους μαθητές να περνούν τις πόρτες του τον Σεπτέμβριο του 2011 και έχω τη χαρά να αναφέρω ότι όχι μόνο καλύψαμε την απαιτούμενη αναλογία εγγραφών προς τις υπάρχουσες θέσεις, αλλά την υπερβήκαμε με 9:1.
Ο λόγος για τον οποίο η ομάδα μου τελικά τα κατάφερε νομίζω πως ήταν επειδή συνειδητοποιήσαμε, μέσα από δοκιμές και λάθη, ότι η μόνη ελπίδα μας ήταν να παρεκκλίνουμε το λιγότερο δυνατό από τη «διαδικασία» την οποία το Υπουργείο είχε καθορίσει για την ίδρυση Ακαδημιών υπό την προηγούμενη κυβέρνηση.
Η προσπάθεια δημιουργίας ενός κεντρικά χρηματοδοτούμενου δευτεροβάθμιου σχολείου με σπόνσορα μια ομάδα γονέων και εκπαιδευτικών και με λειτουργία διαφοροποιημένη από την καθιερωμένη, ήταν αρκετά φιλόδοξη. Η προσπάθεια να ξανανακαλύψουμε τον τροχό ταυτόχρονα με την εξωτερική ανάθεση της διεύθυνσης του σχολείου σε ένα τρίτο μέρος, καθώς και με την ενοικίαση του κτηρίου ήταν απλά ουτοπική. Αν πρόκειται να κάνετε κάτι νέο, μην προσπαθείτε να κάνετε πολλά νέα πράγματα αμέσως.

Συμπέρασμα
Εξαιτίας της πολυπλοκότητας της διαδικασίας, της έλλειψης κατάλληλων χώρων και του περιορισμένου κυβερνητικού προϋπολογισμού, δεν βλέπω περισσότερα από λίγες εκατοντάδες ελεύθερα σχολεία να ιδρύονται κατά τη διάρκεια της θητείας της παρούσας κυβέρνησης. Ο αριθμός των σχολείων υποστηριζομένων από  γονείς και εκπαιδευτικούς μπορεί να είναι ένα μέρος αυτών, με την πλειοψηφία τους να ιδρύεται από τους υπάρχοντες σπόνσορες πολύ-ακαδημιών όπως το ARK και το Harris. Αυτό συμβαίνει επειδή το Υπουργείο έχει κάνει πλέον πιο σφιχτή τη διαδικασία έγκρισης και απαιτεί από τους μελλοντικούς ιδρυτές ελεύθερων σχολείων να υλοποιήσουν έναν μεγάλο όγκο προπαρασκευαστικών εργασιών πριν λάβουν οικονομική υποστήριξη από το Υπουργείο. Με τους νέους κανόνες, η ομάδα μου θα επέμενε και ενδεχομένως να επιτύγχανε, αλλά ίσως να μας έπαιρνε και περισσότερο χρόνο.
Η προφανής λύση είναι να επιτρέψουμε σε κερδοσκοπικές εταιρείες να ιδρύουν, να κατέχουν και να λειτουργούν ελεύθερα σχολεία με την προϋπόθεση ότι αναλαμβάνουν όλα τα κόστη. Με δεδομένη τη διαφωνία των Φιλελεύθερων Δημοκρατών, ο μόνος τρόπος για να συμβεί αυτό είναι να κερδίσουν οι Συντηρητικοί μια σημαντική πλειοψηφία στις επόμενες εκλογές – αλλά ούτε και τότε, λυπάμαι που το λέω, δεν θα είναι βέβαιο.
Η ύπαρξη κερδοφόρων σχολείων θα έχει πολλά πλεονεκτήματα, όχι μόνο τα γνωστά που φέρνει το κίνητρο του κέρδους σε όλους τους τομείς της ζωής μας. Αν οι εταιρείες μπορούν να κατέχουν σχολεία, σημαίνει ότι θα μπορούν να επενδύουν κεφάλαιο και να αναλαμβάνουν το επενδυτικό/μετοχικό ρίσκο της αποτυχίας: αν το σχολείο πετυχαίνει, ο σπόνσορας θα αποκομίζει κέρδη. Αν όχι, θα έχει ζημίες. Προς το παρόν, δεν μπορεί κανείς να πάρει μετοχικό ρίσκο και έτσι η απόκτηση χώρου είναι εξαιρετικά δύσκολη. Η ύπαρξη κερδοφόρων παρόχων θα δημιουργούσε επίσης οικονομίες κλίμακος ξεπερνώντας τα ρυθμιστικά και γραφειοκρατικά εμπόδια έτσι ώστε κάθε ενδιαφερόμενος δεν θα χρειάζεται ούτε να ανακαλύπτει ξανά τον τροχό ούτε να μπερδεύεται από τις υποδείξεις των δημοσίων υπαλλήλων. Η ύπαρξη κερδοφόρων οργανισμών θα μείωνε επίσης τον όγκο των ρυθμίσεων διότι οι ομάδες γονέων δεν θα υποχρεώνονταν να περάσουν τη διαδικασία ίδρυσης εταιρείας για να αποκτήσουν ένα σχολείο αν έχουν ήδη δημιουργήσει ένα συνεργατικό σώμα για τον ίδιο σκοπό.
Υπάρχει μια μέση οδός η οποία θα μπορούσε να υιοθετηθεί ως προσωρινή λύση. Ο λόγος που δεν κατορθώσαμε να αναθέσουμε τη λειτουργία του Σχολείου μας σε άλλον πάροχο είναι ότι το ρίσκο της νομικής καταγγελίας ήταν πολύ μεγάλο. Το Υπουργείο μπορούσε να μετριάσει αυτό το ρίσκο θέτοντας ένα πλαίσιο που θα επέτρεπε στους ενδιαφερόμενους να συνάπτουν συνεργασίες με έμπειρους συνεργάτες. Δεν χρειάζεται να γίνουν όλες οι εταιρείες σχολικοί οργανισμοί. Υποψιάζομαι ότι οι μεγάλοι φιλανθρωπικοί πάροχοι, μεταξύ αυτών και μερικοί διευθύνοντες ακαδημιών, θα ήθελαν να συμπεριληφθούν. Η συμμετοχή εμπορικών παρόχων, όμως, δεν θα χαλούσε τη συνταγή των Φιλελευθέρων Δημοκρατών εάν τα σχολεία που θα διοικούσαν ήταν στην κατοχή φιλανθρωπικών οργανώσεων.
Εφόσον μια ομάδα ενδιαφερομένων έχει συνάψει συνεργασία με έναν έμπειρο πάροχο, η ίδρυση ενός ελεύθερου σχολείου είναι σχετικά εύκολη. Δεν θα εξαρτάται πλέον από την εργασία μη αμειβόμενων και άπειρων στην ίδρυση σχολείων εθελοντών. Αυτό θα έσωνε επίσης και τα χρήματα των φορολογουμένων. Η ομάδα μου κατόρθωσε να ξεπεράσει τα τελευταία εμπόδια μόνο όταν συνεργάστηκε με μία εταιρεία διαχείρισης διορισμένη – και χρηματοδοτούμενη – από το κράτος. Αυτό είναι ένα κόστος που θα μπορούσε να απορροφηθεί από τον πάροχο.
Επίσης, η ενοικίαση κτηρίου από μία εμπορική εταιρεία ακινήτων θα μπορούσε να γίνει ευκολότερη, αν ο πάροχος αναλάμβανε το μίσθωμα. Η μίσθωση εμπορικών κτηρίων μπορεί να μην είναι ο οικονομικότερος τρόπος ίδρυσης σχολείων υπό την οπτική γωνία των φορολογουμένων – μακροπρόθεσμα μάλλον είναι φθηνότερο να αγοράζονται ήδη υπάρχοντα σχολικά κτήρια από τις τοπικές αρχές – αλλά σίγουρα έτσι θα ιδρύονταν πολύ περισσότερα ελεύθερα σχολεία κάθε χρόνο. Και ο αριθμός δεν θα περιοριζόταν από τον ετήσιο προϋπολογισμό του Υπουργείου.
Θα δημιουργήσει το Υπουργείο ένα πλαίσιο στο οποίο τα ελεύθερα σχολεία θα επιτρέπεται να συνεργάζονται με έμπειρους παρόχους ; Η πορεία του Whitehall δείχνει ότι απομακρυνόμαστε από τις Συμπράξεις Δημοσίου – Ιδιωτικού Τομέα για τις οποίες  η προηγούμενη κυβέρνηση είχε ενδιαφερθεί έντονα. Αλλά εάν ο Michael Gove επιθυμεί ειλικρινά τα ελεύθερα σχολεία γονέων και εκπαιδευτικών να γίνουν ένα σημαντικό κομμάτι της κρατικής εκπαίδευσης, θα πρέπει να βρει έναν  τρόπο ώστε οι μεγάλοι πάροχοι να παίζουν μεγαλύτερο ρόλο. Ελπίζω να το επιθυμεί, γιατί αν αυτή η κυβέρνηση παραμείνει μόνο για μία θητεία, λίγες εκατοντάδες ελεύθερων σχολείων είναι απίθανο να έχουν σημαντική επίδραση στη δημόσια εκπαίδευση, αλλά πολλές εκατοντάδες μπορούν να προκαλέσουν μια διαρκή επανάσταση.
Είμαι ευγνώμων που το μοντέλο των ελεύθερων σχολείων επέτρεψε στο Σχολείο μου να ανοίξει τον Σεπτέμβριο, αλλά απογοητευμένος που η διαδικασία ίδρυσης έχει γίνει δυσκολότερη από τότε που εκλέχθηκε η συγκυβέρνηση. Είναι σύμπτωμα της αυξανόμενης αποστροφής προς το ρίσκο που χαρακτηρίζει το κράτος, ειδικά όταν πρόκειται να μεταρρυθμίσει τις δημόσιες υπηρεσίες. Συχνά, οι Συντηρητικοί υπουργοί αποδίδουν αυτή την αδυναμία στους Φιλελεύθερους Δημοκράτες συναδέλφους τους εξηγώντας ότι μια πιο επιθετική μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα δεν είναι εφικτή. Αλλά ίσως και οι δυο να υπερεκτιμούν το πολιτικό κόστος. Θα κλείσω παραθέτοντας μια παράγραφο από το A Journey, τα απομνημονεύματα του Tony Blair, στο οποίο ο πρώην πρωθυπουργός περιγράφει τη συνήθη πορεία μιας μεταρρύθμισης: « Προτείνεται η αλλαγή. Περιγράφεται ως καταστροφή. Προχωράει με μεγάλες αντιδράσεις. Είναι αντιδημοφιλής. Καθιερώνεται. Σε λίγο χρόνο, είναι σαν να υπήρχε πάντα».






Δεν υπάρχουν σχόλια: