Κυριακή, Μαΐου 31, 2015

Πράγματα που φαίνονται και που δεν φαίνονται στην εκπαιδευτική πολιτική.



James BStanfield, "The profit motive in education, part 1, introduction".
Όπως παρατέθηκε πιο πριν από τον Bastiat, η προσπάθεια για κριτική της δημόσιας πολιτικής είναι πολύπλοκη λόγω του ότι οι κυβερνητικές παρεμβάσεις μπορούν συχνά να προκαλέσουν όχι μόνο ένα άμεσο και ορατό αποτέλεσμα (αυτό που φαίνεται), αλλά μια σειρά κρυφών αποτελεσμάτων και ακούσιων συνεπειών που αναδύονται σε βάθος χρόνου (αυτό που δεν φαίνεται).
Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε τη διαφορά ανάμεσα στα δύο επειδή, ενώ τα άμεσα αποτελέσματα μιας πολιτικής μπορεί να είναι ευνοϊκά, οι μακροπρόθεσμες συνέπειες μπορεί μερικές φορές να είναι καταστροφικές. Ο Bastiat γι’ αυτό κάνει μια σημαντική διάκριση ανάμεσα στον κακό οικονομολόγο, που κρίνει μόνο ό,τι φαίνεται και στον καλό οικονομολόγο ο οποίος είναι προετοιμασμένος να υπολογίσει και αυτά που δεν φαίνονται.
Γράφοντας περίπου εκατό χρόνια αργότερα, ο Henry Hazlitt επίσης υποστήριξε ότι η τέχνη των οικονομικών έγκειται  «όχι στο να βλέπεις καθαρά τις άμεσες, αλλά τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα κάθε πολιτικής πράξης. Έγκειται στο να προσμετράς τις συνέπειες αυτής της πολιτικής πράξης όχι μόνο για μια κοινωνική ομάδα, αλλά για όλες τις κοινωνικές ομάδες» (Hazlitt, 1948:5). Επιπλέον, σύμφωνα με τον Hazlitt, η πιο συχνή πλάνη στα οικονομικά είναι η ιδέα ότι πρέπει να συγκεντρωνόμαστε στα βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα των πολιτικών για ειδικές κοινωνικές ομάδες και να αγνοούμε τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα για την κοινωνία συνολικά.
Δυστυχώς, είναι δύσκολο να παραβλέψουμε την πραγματικότητα ότι η ιστορία της κρατικής παρέμβασης στην εκπαίδευση στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει χαρακτηρισθεί από αυτή την πλάνη και, ως αποτέλεσμα, ο χώρος συνεχίζει να υποφέρει από τις μακροπρόθεσμες συνέπειες των απερίσκεπτων πολιτικών του παρελθόντος. Η τρέχουσα πρακτική να χρηματοδοτούνται μόνο τα κρατικά σχολεία, εκτός του ότι αποτελεί αρνητική διάκριση εναντίον  όλων των ιδιωτικών παρόχων εκπαίδευσης, παρέχει και ένα καλό παράδειγμα μιας πολιτικής που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο τι φαίνεται, απορρίπτοντας αυτό που δεν φαίνεται.
Πρώτον, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι οι κρατικές χρηματοδοτήσεις είχαν εισαχθεί αρχικά για να καλύψουν τα κενά ενός ήδη ανθηρού ιδιωτικού τομέα. Οι χρηματοδοτήσεις σκόπευαν τότε να βοηθήσουν τα παιδιά των χαμηλών εισοδηματικά οικογενειών σε ένα υπάρχον ιδιωτικό σχολείο ή σε ένα κρατικό σχολείο, ανάλογα με τις προτιμήσεις των γονέων.  Η αντίληψη ότι αυτοί οι γονείς πρέπει τώρα να τιμωρηθούν και να μετακινηθούν απλά επειδή ήταν φτωχοί και λάμβαναν χρηματοδότηση  είναι  άδικη και απαράδεκτη.
Δεύτερον, αργότερα, η αλλαγή στην πολιτική καθοδηγήθηκε από τις δραστηριότητες αναζήτησης ενοικιαστών κατοικίας των τοπικών αρχών και δεν είχε τίποτα να κάνει με τις ανάγκες των γονέων και των παιδιών. Οι τοπικές αρχές απλά προτιμούσαν να ξοδεύουν τα χρήματα των φορολογουμένων στα δικά τους σχολεία αντί να τα μοιράζονται με τα υπάρχοντα ιδιωτικά. Το γιατί  τα κρατικά σχολεία πρέπει να τυγχάνουν προνομιακής μεταχείρισης και γιατί οι ιδιωτικοί πάροχοι πρέπει να αποκλείονται, ποτέ δεν διευκρινίστηκε επαρκώς. Κατά πάσα πιθανότητα, συνέβη από ατύχημα.
Τρίτον, ενώ εκείνοι που προηγουμένως εισήγαγαν και υποστήριξαν αυτές τις πολιτικές εστίασαν την προσοχή τους σε αυτό που φαινόταν – το άμεσο και ορατό όφελος της ίδρυσης ενός νέου κρατικού σχολείου – απέτυχαν παταγωδώς να εκτιμήσουν αυτό που δεν φαινόταν – την μακροπρόθεσμη επίδραση στα τοπικά ιδιωτικά σχολεία, τα οποία σταδιακά θα δυσκολεύονταν να ανταγωνιστούν με ένα δωρεάν σχολείο και προφανώς θα εκτοπίζονταν από την αγορά όλα μαζί. Το ακούσιο αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία ενός κρατικού μονοπωλίου στην εκπαίδευση με κρατικά σχολεία απλά να αντικαθιστούν την πλειονότητα των ιδιωτικών σχολείων.[1]
Τέταρτον, αφού κάθε νέα κυβέρνηση κληρονομεί ένα εθνικό δίκτυο κρατικών σχολείων, «απαιτείται» τώρα ένα «εθνικό σχέδιο» και οι πολιτικοί αναλώνονται στο να παίρνουν λεπτομερείς αποφάσεις που αφορούν σχεδόν κάθε πλευρά της σχολικής εκπαίδευσης. Μέρα με τη μέρα, οι ανάγκες και οι απαιτήσεις των γονέων αντικαθίστανται σταδιακά από τις απόψεις και των πολιτικών και των ειδικών συμβούλων τους. Το κράτος τώρα υπαγορεύει τι σημαίνει ποιότητα στην εκπαίδευση και οι γονείς απλά πιέζονται να δεχθούν αυτά που παρέχει το κράτος.
Καθώς το κρατικό μονοπώλιο αναπτύσσεται, σύντομα γίνεται ξεκάθαρο ότι εκείνοι που υποτίθεται ότι θα ευνοούνταν από την κρατική χρηματοδότηση (δηλ. οι οικογένειες με χαμηλό εισόδημα) είναι τώρα αυτοί που κερδίζουν τα λιγότερα από το υπάρχον σύστημα. Ενώ οι οικογένειες μέσου και ανώτερου εισοδήματος μπορούν να στείλουν τα παιδιά τους σε ένα καλό ιδιωτικό σχολείο ή να μετακινηθούν σε περιοχές που υπάρχουν καλύτερης ποιότητας κρατικά σχολεία, οι χαμηλού εισοδήματος οικογένειες παραμένουν παγιδευμένες σε περιοχές όπου πολλά αποτυχημένα κρατικά σχολεία συνεχίζουν να υπάρχουν.
Τέλος, καθώς το κράτος τώρα ελέγχει την εκπαίδευση, αυτό εξοπλίζει έναν στρατό από γραφειοκράτες, πολιτικούς και άλλα κατεστημένα συμφέροντα με την απεριόριστη εξουσία να χρησιμοποιούν την εκπαίδευση για να πετύχουν μια ποικιλία κοινωνικών στόχων, όπως τη μείωση των ανισοτήτων ή τη βελτίωση της κοινωνικής συνοχής. Οι άριστοι μαθητές γίνονται τώρα διδακτικά εργαλεία για να βελτιωθεί η εκπαίδευση των αδύναμων μαθητών και όλα τα παιδιά από διαφορετικές προελεύσεις τώρα πιέζονται να παρακολουθούν το ίδιο σχολείο και να επιβεβαιώνεται ότι όλα λαμβάνουν ακριβώς το ίδιο επίπεδο και το ίδιο είδος εκπαίδευσης. Σύμφωνα με τον Bastiat, η φυσική τάση της ανθρώπινης φύσης προς την ελευθερία ανατρέπεται εξαιτίας αυτής της δραστηριότητας: της μοιραίας επιθυμίας των πολιτικών να «τοποθετήσουν τους εαυτούς τους πάνω από το ανθρώπινο είδος για να το τακτοποιήσουν, να το οργανώσουν και να το ρυθμίσουν σύμφωνα με τα γούστα τους» (Bastiat, 2002:67).
Έτσι, η χειρότερη ζημιά που κάνουν οι κρατικοί περιορισμοί στην εκπαίδευση και το συνακόλουθο κρατικό μονοπώλιο δεν είναι μόνο ότι συστηματικά αποτυγχάνουν να προσφέρουν ένα αποδεκτό επίπεδο εκπαίδευσης σε όλα τα παιδιά ανεξαρτήτως εισοδήματος και γεωγραφικής θέσης, αλλά το ότι περιορίζουν και υποβιβάζουν την ελευθερία στην εκπαίδευση. Αυτή περιλαμβάνει και την ελευθερία των γονέων να επιλέγουν τη φύση και τον τύπο της εκπαίδευσης που λαμβάνουν τα παιδιά τους και επίσης την ελευθερία να επιλέγουν το θεσμό από τον οποίο θα εκπαιδευθούν τα παιδιά τους. Στην πραγματικότητα, οι προσπάθειες του κράτους  να περιορίσει αυτές τις ελευθερίες στην εκπαίδευση είναι το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο χώρος εδώ και εκατό χρόνια. Η τρέχουσα μέθοδος να χρηματοδοτείται η εκπαίδευση μπορεί έτσι να ιδωθεί ως απλός προστατευτισμός, όπου η κρατική χρηματοδότηση προστατεύει τα κρατικά σχολεία από τους ιδιωτικού ανταγωνιστές, ντόπιους και ξένους, με τους πιο αδύναμους οικονομικά να είναι τα τελικά θύματα αυτού του προστατευτισμού. Έτσι το κράτος πετυχαίνει ακριβώς το αντίθετο όταν προσπαθεί να βελτιώσει την εκπαίδευση περιορίζοντας αυστηρά το είδος των φορέων που  επιτρέπεται να την παρέχουν.




[1] Γι’ αυτό η σχολική εκπαίδευση αναπαριστά τον μόνο τομέα υπηρεσιών που εθνικοποιήθηκε σχεδόν από ατύχημα. Σίγουρα δεν ήταν προϊόν πεφωτισμένου κυβερνητικού σχεδιασμού – το οποίο ίσως εξηγεί γιατί η αποκρατικοποίηση της εκπαίδευσης αποδεικνύεται τόσο δύσκολη. Καθώς κανείς δεν ξέρει ή δεν έχει καταλάβει γιατί η εκπαίδευση κρατικοποιήθηκε στην αρχή, φαίνεται πολύ πιο δύσκολο να δικαιολογηθεί το γιατί αυτή η προσέγγιση απέτυχε και γιατί τώρα απαιτείται αποκρατικοποίηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: