Σάββατο, Μαΐου 30, 2015

Εξετάζοντας την αντι-κερδοσκοπική νοοτροπία στην εκπαίδευση.




James B. Stanfield, "The profit motive in education, part 1".

Πρόσφατη έρευνα που εκπονήθηκε στις ΗΠΑ ανακάλυψε ότι το αμερικάνικο κοινό συχνά συνδέει τα μεγαλύτερα επίπεδα κέρδους με κοινωνικά προβλήματα και οι κερδοσκοπικοί οργανισμοί συχνά θεωρούνται ως λιγότερο κοινωνικά χρήσιμοι από ότι οι μη-κερδοσκοπικοί. Επίσης, τα κέρδη θεωρούταν ότι προέρχονται από μία σταθερή και στάσιμη οικονομική «πίτα» και έτσι το αυξανόμενο κέρδος για ένα άτομο θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μειώνοντας το κέρδος για κάποιον άλλο. Οι ερευνητές λοιπόν συμπέραναν ότι «ακόμα και σε μία από τις πιο φιλικές προς την οικονομία της αγοράς χώρες του κόσμου, οι άνθρωποι αμφιβάλλουν ότι η επιδίωξη του κέρδους οφελεί την κοινωνία. (βλ. Bhattacharjee et al., 2011:4).

Αυτή η αρνητική εντύπωση για το κίνητρο του κέρδους δεν είναι καινούριο φαινόμενο (βλ. Hayek, 1988: ch. 6). Το 1948, ο αμερικανός οικονομολόγος Henry Hazlitt δήλωσε ότι «η αγανάκτηση που δείχνουν πολλοί άνθρωποι σήμερα στο άκουσμα και μόνο της λέξης «κέρδος» δείχνει πόσο λίγη κατανόηση υπάρχει σχετικά με το ζωτικό ρόλο που παίζουν τα κέρδη στην οικονομία μας». (Hazlitt, 1948:5). Έξι χρόνια αργότερα, ο Joseph Schumpeter επίσης σχολίασε το γεγονός ότι οι άνθρωποι φαίνεται να έχουν μια βαθύτατη προκατάληψη ότι κάθε πράξη που αποσκοπεί να αποφέρει αύξηση των κερδών πρέπει οπωσδήποτε να θεωρείται αντικοινωνική» (Schumpeter, 1954:234).
Επανερχόμενοι στο σήμερα, βλέπουμε ότι η έννοια του κέρδους παραμένει ακόμα ένα από τα πιο παρεξηγημένα αντικείμενα στην Οικονομική Επιστήμη και αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τον χώρο της εκπαίδευσης. Παρακολουθήστε, για παράδειγμα, την ακόλουθη φράση σε άρθρο του εκδότη της εφημερίδας  Observer: «Η εκπαίδευση των παιδιών δεν πρέπει να γίνεται για το κέρδος – Η μάθηση ήταν πάντα διαχωρισμένη από τις δυνάμεις της αγοράς. Και έτσι πρέπει να μείνει» (4 Απριλίου 2010). Σύμφωνα με τον Observer το θέμα φαίνεται να είναι άσπρο ή μαύρο. Το κίνητρο του κέρδους και η μάθηση απλά δεν ταιριάζουν, ποτέ δεν ταίριαζαν και ποτέ δεν θα ταιριάξουν. Η συζήτηση έτσι έχει τελειώσει. Όμως, αυτή η δήλωση εγείρει περισσότερες ερωτήσεις παρά απαντά.
Πρώτον, είναι ο Observer προετοιμασμένος να στηρίξει τον ισχυρισμό του ότι «η εκπαίδευση των παιδιών δεν πρέπει να γίνεται για το κέρδος» εάν αποδειχθεί ότι τα σχολεία που λειτουργούν από κερδοσκοπικές εταιρείες παράγουν καλύτερα αποτελέσματα με χαμηλότερο κόστος – ειδικά για τους πιο αδύναμους ; Ή, αυτά τα σχολεία θα έπρεπε να αποκλειστούν δια παντός, ανεξαρτήτως του τι πετυχαίνουν ; Όσο ο Observer – και πολλοί πολιτικοί – μπορεί να ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει τέτοια απόδειξη, οφείλουμε  να τους ρωτήσουμε γιατί δεν ενδιαφέρονται να μάθουν ποιος τύπος σχολείου αποδίδει καλύτερα. Είναι βέβαιοι για την πεποίθησή τους ότι όλα τα κρατικά σχολεία πάντα θα αποδίδουν καλύτερα από τα ιδιωτικά, τώρα και στο μέλλον ; Ή υπάρχει εξαρχής μια άρνηση ως προς το κίνητρο του κέρδους, ακόμα και τη στιγμή που η εκπαίδευση των παιδιών υποφέρει ως αποτέλεσμα του αποκλεισμού αυτού του κινήτρου ;
Δεύτερον, το βάρος της απόδειξης πρέπει να το φέρουν αυτοί που θέλουν να διατηρηθούν οι υπάρχοντες περιορισμοί για τους γονείς και το κρατικό μονοπώλιο. Ακόμα κι αν κάποιοι γονείς επιθυμούν να επιλέξουν ένα κατώτερο σχολείο από ένα ανώτερο που είναι και κερδοσκοπικό, ο Observer  πιστεύει ότι άλλοι γονείς που θα έβλεπαν το θέμα διαφορετικά δεν θα έπρεπε να είναι ικανοί να επιλέξουν ένα κερδοσκοπικό σχολείο ; Είναι το κίνητρο του κέρδους τόσο απεχθές που δεν θα πρέπει να του επιτρέπεται να υπερισχύει για όλους εκείνους που προτεραιότητά τους είναι απλώς μίας υψηλής ποιότητας εκπαίδευση ; Και γιατί οι γονείς θεωρούνται ικανοί να ψηφίζουν πολιτικούς για να τους κυβερνούν, αλλά θεωρούνται ανίκανοι να διαλέγουν σχολείο για τα παιδιά τους ; Αν οι γονείς θεωρούνται ανίδεοι, τότε γιατί να μην επεκτείνουμε λογικά αυτό τον ισχυρισμό και να απαιτήσουμε να καταργηθεί επίσης και το δικαίωμά τους να ψηφίζουν ;
Τρίτον, πώς μπορεί ο Observer να δικαιολογήσει την τόσο έντονη καμπάνια του για ελευθερία και ελεύθερη αγορά στον χώρο του Τύπου και των ΜΜΕ, ενώ ταυτόχρονα διεκδικεί τον περιορισμό της ελευθερίας και σχεδόν τον αποκλειστικό κρατικό  έλεγχο της εκπαίδευσης των παιδιών ; Πώς μπορεί η ελευθερία και η ελεύθερη αγορά να είναι τόσο πολύ σημαντικές όταν πρόκειται για εφημερίδες και παιδικά βιβλία, αλλά απορριπτέες όταν πρόκειται για τη σχολική εκπαίδευση ; Και γιατί ο πολιτικός έλεγχος, ο κεντρικός σχεδιασμός και το κρατικό μονοπώλιο θεωρούνται απαράδεκτα στον Τύπο, αλλά καλοδεχούμενα στην εκπαίδευση ;
Στη φράση που παραθέσαμε παραπάνω, ο Observer δηλώνει περήφανα ότι «η μάθηση ήταν πάντα διαχωρισμένη από τις δυνάμεις της αγοράς». Αυτή η δήλωση δείχνει πόσο μπερδεμένος έχει γίνει τώρα ο διάλογος. Για παράδειγμα, αν οι «δυνάμεις της αγοράς» περιλαμβάνουν την ελευθερία των γονέων να επιλέγουν και την ελευθερία των ιδιωτών να εισέρχονται στον χώρο, τότε συμπεραίνουμε ότι ο Observer μπορεί πράγματι να χαίρεται με το γεγονός ότι η μάθηση ήταν πάντα διαχωρισμένη από τις δυνάμεις της αγοράς. Όμως αν η ελευθερία αναφέρεται στην επιλογή, στην αυτονομία, στον αυτοπροσδιορισμό, στην ανεξαρτησία, στην ανοιχτότητα και στη μείωση των περιορισμών, τότε πώς η απαγόρευση αυτών των δυνάμεων μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι καλό πράγμα ; Και αν η μάθηση ήταν πάντα διαχωρισμένη από αυτές τις δυνάμεις, ποιες άλλες ανώτερες δυνάμεις την κατεύθυναν ; Και τελικά, τι θα μπορούσε να είναι πιο σπουδαίο από ότι οι δυνάμεις της ελευθερίας στην εκπαίδευση ;
Υπάρχει επίσης ένα βουνό ιστορικών αποδείξεων που δείχνει καθαρά ότι ένα μεγάλο εύρος μορφών εκπαίδευσης αναδείχθηκε αυθόρμητα με τη βοήθεια θρησκευτικών, φιλανθρωπικών και ιδιωτικών παρόχων. Αυτό περιλαμβάνει και κερδοσκοπικά σχολεία. Αλλά όταν ορίζουμε την εκπαίδευση ευρύτερα, συναντούμε το κίνητρο του κέρδους όλο και συχνότερα, στην εξέλιξη των εντύπων, των βιβλιοθηκών (βλ. Stanfield, 2010),  των σχολείων, των κολλεγίων  ακόμα και  των εφημερίδων. [1]
Αν ο Observer αναφερόταν μόνο στην ανάπτυξη της παιδικής εκπαίδευσης κατά τον 20ο αιώνα τότε τα επιχειρήματά του θα είχαν μεγαλύτερη βαρύτητα, αφού επιτυχημένες κυβερνήσεις έχουν προστατεύσει τα κρατικά σχολεία με χρηματοδοτήσεις και έχουν αποκλείσει όλα τα άλλα σχολεία έχοντας σπρώξει εκτός παιχνιδιού μια ποικιλία ιδιωτικών παρόχων και μετασχηματίζοντας τον χώρο από ανοιχτό και ανταγωνιστικό σε έναν χώρο κλειστό και κυριαρχούμενο από έναν μοναδικό μονοπωλιακό πάροχο.
Παρά τη μετατόπιση της εκπαίδευσης από τον ιδιωτικό στον δημόσιο τομέα, το κίνητρο του κέρδους συνεχίζει να παίζει σημαντικό ρόλο, πίσω από το προσκήνιο. Για παράδειγμα, κάθε σχολικό κτήριο, κάθε θρανίο και καρέκλα, κάθε βιβλίο, τετράδιο, υπολογιστής, στυλό, μολύβι και χαρτί που χρησιμοποιούν τα κρατικά σχολεία, προμηθεύεται από την αγορά και από εταιρείες καθοδηγούμενες από το κίνητρο του κέρδους. Κερδοσκοπικές εταιρείες αρχίζουν να κατακτούν επίσης την προσχολική εκπαίδευση, γεγονός το οποίο δείχνει ότι το κράτος εμπιστεύεται αυτές τις εταιρείες για την παροχή εκπαίδευσης σε παιδιά έως πέντε ετών, αλλά όχι παραπάνω. Καθώς  η πολιτική αυτή έχει καθιερωθεί πλέον για την οργάνωση της προσχολικής εκπαίδευσης σε όλη τη χώρα, οι πολιτικοί πρέπει να μας εξηγήσουν γιατί το κίνητρο του κέρδους δουλεύει ικανοποιητικά για τα πολύ μικρά παιδιά, αλλά όχι για τα παιδιά των έξι ετών και πάνω.
Υπάρχουν επίσης εκατοντάδες κερδοσκοπικές εταιρείες, όπως το Κέντρο Προσχολικής Εκμάθησης (ELC), οι οποίες πουλούν μια ποικιλία διαφορετικών προϊόντων και υπηρεσιών απευθείας σε γονείς που θέλουν να διδάξουν τα παιδιά τους. Όταν τα υλικά αγοράζονται από το ELC , αμφιβάλλω αν οι γονείς ενδιαφέρονται για το νομικό καθεστώς του  ή για το τι παρακινεί την εταιρεία να πουλάει εκπαιδευτικά παιχνίδια και υλικά. Αντιθέτως, αυτό που συμβαίνει είναι μια απλή συναλλαγή κατά την οποία και τα δύο μέρη προσδοκούν να ωφεληθούν – μία γνήσια κατάσταση αμοιβαίου κέρδους. Αν το κίνητρο του κέρδους παίζει τόσο σημαντικό ρόλο όπως το να παρωθεί το ELC να αναπτύσσει και να επεκτείνει την προσφορά εκπαιδευτικών υπηρεσιών στους γονείς και τα παιδιά, τότε γιατί να μην επιτρέπουμε στο ELC να ιδρύει και να διοικεί ένα σχολείο ;  Δεν θα έπρεπε να δίνεται η δυνατότητα σε ποιοτικές εταιρείες  να τοποθετηθούν και να επεκταθούν στον εκπαιδευτικό χώρο ;
Τελικά, εκτός του κρατικού μονοπωλίου, υπάρχει ένας αριθμός σχολείων που διοικούνται από κερδοσκοπικές εταιρείες οι οποίες συνεχίζουν να υπάρχουν χωρίς να λαμβάνουν καμία κρατική επιχορήγηση. Για παράδειγμα, τον Δεκέμβριο του 2010 υπήρχαν 489 «συστημικά» ιδιωτικά σχολεία στην Αγγλία, με 82.528 μαθητές (βλ. Croft, 2010). Η συνέχιση της ύπαρξης αυτών των σχολείων και ο ευρύτερος ρόλος του κινήτρου του κέρδους στην εκπαίδευση δείχνουν ότι δεν υπάρχει ουσιώδης αντίφαση ανάμεσα σε αυτά τα δύο. Αν υπήρχε, τότε οι γονείς θα είχαν ερημώσει αυτά τα σχολεία εδώ και πολύ καιρό, πιέζοντάς τα είτε να αλλάξουν τρόπο λειτουργίας είτε να κλείσουν. Και αν αυτά τα σχολεία έχουν κατορθώσει να επιζούν σε τόσο δύσκολες συνθήκες (όπου έχουν να ανταγωνιστούν τα δωρεάν κρατικά σχολεία και όπου όλοι οι δυνητικοί πελάτες τους έχουν ήδη εξαναγκαστεί να πληρώσουν για την κρατική εκπαίδευση μέσω της φορολογίας), τότε μάλλον έχουν τη δυναμική να παίξουν έναν σπουδαιότερο ρόλο αν τους δοθεί η ευκαιρία να ανταγωνιστούν με ίσους όρους. Η ύπαρξη αυτών των σχολείων υπογραμμίζει και μια άλλη ασυνέπεια στη συζήτηση: Όταν οι γονείς πληρώνουν από μόνοι τους για την εκπαίδευση των παιδιών τους, είναι ελεύθεροι να επενδύσουν στην ιδιωτική εκπαίδευση. Όταν το κράτος προσπαθεί να δαπανήσει τα χρήματα των γονέων εκ μέρους τους, όμως, η ιδιωτική εκπαίδευση δεν αντιμετωπίζεται ως ισοδύναμη επιλογή.
Απλά, δεν είναι αλήθεια ότι η μάθηση είναι πλήρως διαχωρισμένη από τις δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς και του κινήτρου του κέρδους. Αυτό που είναι αλήθεια, είναι ότι το κράτος έχει μια ιδιαίτερα στρεβλή αντίληψη για τη σχέση του κινήτρου του κέρδους και με την κρατική εκπαίδευση για τις ηλικίες ανάμεσα σε πέντε και δεκαεπτά ετών και, για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, η απελευθέρωση έχει γίνει πολύ πρόσφατα και με πολύ αργούς ρυθμούς. Είναι λυπηρό, όμως, ότι αυτή η στρεβλή αντίληψη υπάρχει στον τομέα που παρέχει εκπαίδευση σε ηλικίες που καθορίζουν την ποιότητα της περαιτέρω εξέλιξης και τις ευκαιρίες ζωής για την πλειονότητα του πληθυσμού.


[1] Πράγματι, οι εφημερίδες προωθούν τη μάθηση και ο Observer σήμερα διοικείται από μία κερδοσκοπική εταιρεία. Ιδρύθηκε το 1791 από τον W.S. Bourne με την απλή προσδοκία ότι «η ίδρυση μιας κυριακάτικης εφημερίδας θα του απέφερε μια γρήγορη περιουσία».

Δεν υπάρχουν σχόλια: