Τρίτη, Μαρτίου 31, 2015

ΙΕΑ, Το Κίνητρο του Κέρδους στην Εκπαίδευση: Συνεχίζοντας την Επανάσταση - ΠΡΟΛΟΓΟΣ.





ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Τον Σεπτέμβριο του 2011, ο αναπληρωτής πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Nick Clegg, δήλωσε:
Και για όποιον ανησυχεί ότι αυξάνοντας την ποικιλία των παρόχων στο εκπαιδευτικό μας σύστημα βαδίζουμε προς το να εισάγουμε το κίνητρο του κέρδους στην εκπαίδευση, σας διαβεβαιώνω: ναι στη μεγαλύτερη ποικιλία, ναι στις περισσότερες επιλογές για τους γονείς, αλλά όχι στη λειτουργία των σχολείων με σκοπό το κέρδος στο κρατικό εκπαιδευτικό μας σύστημα.
Αυτή είναι μια ενδιαφέρουσα θέση. Μια και δεν τέθηκαν οικονομικά επιχειρήματα που να δείχνουν ότι το κίνητρο του κέρδους οδηγεί πάντα σε φτωχότερα εκπαιδευτικά αποτελέσματα, είναι μάλλον λογικό να υποθέσουμε ότι ο αναπληρωτής πρωθυπουργός αντιτίθεται στο κίνητρο του κέρδους από θέση αρχής. 
Όμως, το κίνητρο του κέρδους δεν παραβλέπεται στην κρατικά χρηματοδοτούμενη σίτιση ή στέγαση των πιο αδύναμων, ούτε στην κρατικά χρηματοδοτούμενη άμυνα, ούτε στην ασφάλιση και, στις περισσότερες χώρες, στην υγειονομική περίθαλψη, είτε κρατική είτε όχι.
Πράγματι, πολλές από τις Χριστιανοδημοκρατικές/Σοσιαλδημοκρατικές χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης δεν αποκλείουν το κίνητρο του κέρδους στην πρόβλεψη για περίθαλψη και μερικές δεν το αποκλείουν στην πρόβλεψη για εκπαίδευση. Στο Ηνωμένο Βασίλειο και αλλού, υπάρχουν κερδοσκοπικοί οργανισμοί νηπιακής εκπαίδευσης – μεταξύ αυτών και κρατικά χρηματοδοτούμενοι – αλλά, προφανώς, μόλις τα παιδιά φτάσουν στην ηλικία των πέντε ετών, το κίνητρο του κέρδους πρέπει να εξοβελιστεί. Τόσο το Εργατικό Κόμμα όταν κυβερνούσε, όσο και ο David Willets, ο νυν υπουργός ανώτατης εκπαίδευσης, έχουν υποστηρίξει ότι το κίνητρο του κέρδους πρέπει να είναι καλοδεχούμενο στην ανώτατη εκπαίδευση. Φαίνεται να υπάρχει κάτι ιδιαίτερο στην εκπαίδευση μεταξύ των ηλικιών πέντε και δεκαεπτά ετών που να οδηγεί τους πολιτικούς να απορρίπτουν τους κερδοσκοπικούς θεσμούς, αλλά ποτέ δεν εξηγούν τους λόγους.
Όσοι αντιτίθενται στο κίνητρο του κέρδους θα πρέπει να εξηγήσουν γιατί αυτό οδηγεί πάντα σε χαμηλότερης ποιότητας εκπαίδευση. Αν δεν πιστεύουν ότι το κέρδος οδηγεί σε χαμηλής ποιότητας εκπαίδευση, προφανώς όσοι αντιτίθενται το κάνουν από θέση αρχής. Αν είναι έτσι, τότε θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι να υπερασπιστούν και να μας εξηγήσουν ικανοποιητικά αυτή την αρχή τους έτσι ώστε να μπορέσουμε να κάνουμε κανονικό διάλογο. Προφανώς, αν ένας πολιτικός είναι προετοιμασμένος να αποκλείσει το κίνητρο του κέρδους ακόμα κι αν αυτό αποδεδειγμένα οδηγεί σε υψηλότερης ποιότητας εκπαίδευση, τότε η αρχή του  πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυθαίρετη.
Υπάρχουν πολλά εμπειρικά δεδομένα για τα οφέλη της εκπαιδευτικής επιλογής γενικά και για τα οφέλη του κινήτρου του κέρδους ιδιαίτερα. Δεν είναι πρόθεση αυτού του τόμου να απαριθμήσει ή να αναπτύξει περισσότερο αυτά τα δεδομένα. Αντίθετα, ο εκδότης James Stanfield, παραθέτει μια σειρά άρθρων που εκπληρώνουν τον στόχο της προώθησης της πλατύτερης κατανόησης για την ανάγκη για το κίνητρο του κέρδους στην εκπαίδευση και για το πώς αυτό έχει δουλέψει στην πράξη ώστε να προωθεί την καινοτομία και την παροχή ποιοτικής εκπαίδευσης από επιχειρηματίες.
Τα δύο πρώτα κεφάλαια από τους Stanfield και Horwitz εξετάζουν βασικές αρχές. Εξετάζονται τα οφέλη που το κίνητρο του κέρδους αποφέρει ενημερώνοντας τους παρόχους που προσφέρουν κάτι σημαντικό, με αποτελεσματικό τρόπο. Ταυτόχρονα, και οι δύο συγγραφείς εξετάζουν το πρόβλημα των παράπλευρων συνεπειών της κρατικής παρέμβασης. Αυτό συνήθως δημιουργείται με τη μορφή της διάκρισης εναντίον των ιδιωτικών παρόχων εκπαίδευσης ή με τη ρύθμιση της εκπαίδευσης με τρόπους που διαστρεβλώνουν τις αρχικές προθέσεις και έχουν αντίθετα αποτελέσματα. Για τον Stanfield, η έννοια-κλειδί είναι η ελευθερία στην εκπαίδευση. Ο Horwitz υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να μας ενδιαφέρουν τα κίνητρα κάποιου, τη στιγμή που αυτά παρέχουν υψηλής ποιότητας εκπαίδευση. Σε κάθε περίπτωση, μόνο επειδή ένας πάροχος δεν παρακινείται από το κέρδος δεν σημαίνει ότι δεν παρακινείται από άλλους τύπους προσωπικού συμφέροντος. Ο Horwitz καταλήγει:
… ο σπουδαιότερος ρόλος του κέρδους είναι ότι επικοινωνεί τη γνώση σχετικά με την αποτελεσματικότητα της χρήσης των πόρων και καθιστά ικανούς τους παραγωγούς να μάθουν τι κάνουν καλά και τι όχι… Χωρίς κέρδη, ποιος θα ενημερώνει τους παραγωγούς για το τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουν ;… Πώς θα ξέρουν οι παραγωγοί όχι μόνο τι να παράγουν,  αλλά και τι είναι χρήσιμο να παράγουν ;… Ο αποκλεισμός της αναζήτησης του κέρδους από μία δραστηριότητα δεν προϋποθέτει μόνο ότι ένα άλλο κίνητρο πρέπει να βρεθεί, αλλά και ότι ένας καινούριος τρόπος μάθησης θα αναπτυχθεί το ίδιο καλά. Το κέρδος δεν είναι μόνο ένα «κίνητρο», είναι έμφυτο στην αναντικατάστατη διαδικασία  κοινωνικής μάθησης της αγοράς. Η βαρύγδουπη φράση «κίνητρο του κέρδους» φανερώνει την εστίαση της κριτικής περισσότερο στα κίνητρα παρά στον συστηματικά επικοινωνιακό ρόλο που παίζουν τα κέρδη και οι ζημίες.
Το δεύτερο μέρος αυτού του βιβλίου εστιάζει σε διδάγματα από το Ηνωμένο Βασίλειο και αλλού. Τα διδάγματα από το Ηνωμένο Βασίλειο – βλ. το κεφάλαιο του Young – αφορούν τα προβλήματα που προκαλούνται από την απουσία κινήτρου για κέρδος στο νέο κρατικό πρόγραμμα για «ελεύθερα σχολεία». Υπάρχουν πολλά πρακτικά προβλήματα για τη δημιουργία ενός ελεύθερου σχολείου, υποστηρίζει ο Young, τα οποία μπορούν να ξεπεραστούν μόνο αν επιτραπεί σε κερδοσκοπικές εταιρείες να ιδρύουν τέτοια σχολεία. Αν δεν συμβεί αυτό, το πρόγραμμα μάλλον θα αποτύχει. Τα κεφάλαια από τους Emilsson, Bergstrom και Stanfield δείχνουν τι μπορεί να επιτευχθεί με μια πιο φιλελεύθερη στάση – δείχνουν επίσης πώς η ανθρώπινη φύση διαφοροποιείται σε ποικίλες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Είτε μιλάμε για ανεπτυγμένες χώρες όπως η Σουηδία, είτε για τις φτωχότερες περιοχές της Ινδίας, τα κερδοσκοπικά σχολεία συμβάλλουν στον μετασχηματισμό της εκπαίδευσης επιβεβαιώνοντας ότι επικεντρώνονται αυστηρά στη μόρφωση των παιδιών και όχι στην ικανοποίηση των γραφειοκρατικών στόχων. Τα περιθώρια είναι στενά. Χωρίς αυτή την επικέντρωση στη μόρφωση των παιδιών, οι αριθμοί φοιτούντων μαθητών θα μειώνονταν και το περιθώριο κέρδους θα εξαφανιζόταν. Ταυτόχρονα, το κίνητρο του κέρδους μπορεί να προωθήσει αυτό που αποκαλείται «εποικοδομητική και εξελικτική» καινοτομία και πειραματισμός. Νέες ιδέες μπορούν να δοκιμαστούν και , αν πετύχουν, αντιγράφονται ταχύτατα. Στον μη-κερδοσκοπικό τομέα, οι ιδέες συχνά αντιγράφονται λιγότερο γρήγορα επειδή τα κίνητρα είναι διαφορετικά και τα μη-κερδοσκοπικά σχολεία έχουν λιγότερα κίνητρα – και λιγότερα κεφάλαια – να μιμηθούν και να αναπτύξουν επιτυχημένα μοντέλα. Στον κρατικό τομέα, ο πειραματισμός και η καινοτομία συχνά σημαίνουν τη δοκιμή εκπαιδευτικών θεωριών  εκπονημένων από πανεπιστημιακά τμήματα, σε παιδιά των οποίων οι γονείς δεν μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα της άρνησης.
Το κεφάλαιο των Daniel L. Benett, Adam R. Luchessi και Richard K. Vedder δείχνει καταρχήν πώς το κίνητρο του κέρδους στην ανώτατη εκπαίδευση των ΗΠΑ έχει δημιουργήσει ευκαιρίες σε ομάδες για τις οποίες τέτοιες ευκαιρίες ήταν πάντα απούσες. Τα γεγονότα είναι αποκαλυπτικά:
Περισσότεροι από τους μισούς φοιτητές σε κερδοσκοπικούς οργανισμούς το 2007 ήταν μεγαλύτεροι των 25 ετών, ενώ μόνο ένα τέταρτο με ένα τρίτο των φοιτητών σε μη-κερδοσκοπικά και κρατικά κολλέγια ήταν 25 ετών ή μεγαλύτεροι. Οι μειονότητες επίσης σημειώνουν μεγάλη αύξηση εγγραφών σε κερδοσκοπικά ιδρύματα παρά σε δημόσια ή μη-κερδοσκοπικά κολλέγια, καθώς νέγροι, Ισπανοί, Ασιάτες και Ινδιάνοι φοιτητές αποτελούν σχεδόν το 40% των συνολικών «κερδοσκοπικών» εγγραφών, ενώ οι ίδιες ομάδες αποτελούν μόνο το 31% και 25% των εγγραφών σε δημόσια και μη-κερδοσκοπικά ιδρύματα, αντίστοιχα. Θήλεις φοιτήτριες επίσης αποτελούν μεγάλο ποσοστό εγγραφών σε κερδοσκοπικά ιδρύματα από ότι σε παραδοσιακά, φτάνοντας μέχρι το 64% του συνόλου. Οι εγγραφές θηλέων αποτελούν το 57% και 58% των εγγραφών σε κρατικά και σε μη-κρατικά κολλέγια, αντίστοιχα.
Επιπλέον:
Οι φοιτούντες σε κερδοσκοπικά ιδρύματα προέρχονται γενικά από χαμηλά κοινωνικο-οικονομικά στρώματα από ότι οι φοιτούντες στα παραδοσιακά κολλέγια. Σύμφωνα με μία ανάλυση του Κυβερνητικού Λογιστικού Γραφείου, το ετήσιο μέσο οικογενειακό εισόδημα των φοιτητών σε κερδοσκοπικά ιδρύματα ήταν 60% και 49% από εκείνο των φοιτητών σε δημόσια και ιδιωτικά μη-κερδοσκοπικά ιδρύματα, αντίστοιχα, το 2004. Ήταν επίσης πολύ περισσότερο πιθανό να είναι φοιτητές πρώτης γενιάς, καθώς μόνο το 37% των φοιτούντων σε κερδοσκοπικά ιδρύματα αναφέρεται να έχουν έναν γονέα με ισότιμο ή ανώτερο πτυχίο, ενώ  52% και  61% των φοιτούντων σε δημόσια και ιδιωτικά μη-κερδοσκοπικά, αντίστοιχα, ανέφεραν το ίδιο.
Φοιτητές σε κερδοσκοπικά ιδρύματα είναι επίσης πιθανόν να λάβουν μικρότερη οικογενειακή οικονομική υποστήριξη, καθώς το 76% καθοριζόταν ως οικονομικά εξαρτημένο το 2007/2008 έναντι 50% και 39% των φοιτητών σε δημόσιο και μη-κερδοσκοπικά ιδρύματα, αντίστοιχα.
Φτωχά σχεδιασμένες ρυθμίσεις και προγράμματα κρατικών επιδοτήσεων, όμως, συνδυαζόμενα με την ελεύθερη ίδρυση κερδοσκοπικών οργανισμών, μπορεί να έχουν ανεπιθύμητες συνέπειες. Ο κερδοσκοπικός τομέας στις ΗΠΑ έχει, ως αποτέλεσμα, έρθει αντιμέτωπος με πολιτικές επιθέσεις. Έχει μερικά σπουδαία πλεονεκτήματα, αλλά οι έμμεσες επιδοτήσεις για τους αδύναμους από το κράτος για χρηματοδότηση ανώτατης εκπαίδευσης έχουν διαστρεβλώσει τα κίνητρα και έχουν μειώσει τα ποσοστά επιτυχίας. Τα πλεονεκτήματα που μπορεί να φέρει υπερτερούν  αισθητά έναντι των μειονεκτημάτων, αλλά η κυβέρνηση έσπευσε γρήγορα να εκμεταλλευθεί τα προβλήματα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η επίθεση εναντίον της κερδοσκοπικής ανώτατης εκπαίδευσης είχε αρχίσει πριν ο χώρος προλάβει να αναπτυχθεί. Επιπλέον, φαίνεται ότι το κράτος δεν έχει διδαχθεί τίποτα από την αμερικάνικη εμπειρία, καθώς το σύστημα χρηματοδότησης των φοιτητών μας επιφέρει σημαντική μεταφορά χρημάτων από τους φορολογούμενους και από τους απόφοιτους που πετυχαίνουν προς εκείνους που δεν αξιοποιούν σωστά τα προσόντα τους. Oι συγγραφείς αυτού του βιβλίου προτείνουν ένα διαφορετικό επίπεδο όπου το παιχνίδι θα παίζεται μεταξύ διαφορετικών θεσμών ανώτατης εκπαίδευσης, αλλά ταυτόχρονα και συστημάτων κρατικής υποστήριξης τα οποία όμως δεν θα αποθαρρύνουν τον κερδοσκοπικό τομέα. Ανώτατη εκπαίδευση χωρίς κερδοσκοπικό τομέα θα είναι περισσότερο απορριπτική και λιγότερο ευέλικτη.
Στο τρίτο μέρος  του τόμου, οι συγγραφείς εξετάζουν τη δυναμική διαφορετικών μοντέλων. Ο Hultin αναρωτιέται γιατί δεν υπάρχει ΙΚΕΑ στην εκπαίδευση. Το κίνητρο του κέρδους δεν πρέπει να είναι απειλή, υποστηρίζει, επειδή: «Σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, το κέρδος αντανακλά την ποιότητα». Ο Hultin ρωτάει: Εάν το ΙΚΕΑ είχε ιδρυθεί ως φιλανθρωπική οργάνωση – ίσως για να παρέχει καλής ποιότητας έπιπλα στους φτωχούς – θα είχε πετύχει ποτέ τα επιτεύγματα που πέτυχε;
Σύμφωνα με τον Horwitz, μπορούμε να πούμε ότι το ΙΚΕΑ έχει γίνει τόσο επιτυχημένο στην παροχή καλής ποιότητας επίπλων για όλους – συμπεριλαμβανομένων και των φτωχών – επειδή αυτό δεν είναι ο μοναδικός σκοπός του. Οι οργανισμοί που σκοπεύουν να παρέχουν εκπαίδευση μόνο σε ανθρώπους περιορισμένης οικονομικής δυνατότητας έχουν μικρή ικανότητα ή κίνητρο να επεκταθούν και να επαναλάβουν επιτυχημένα μοντέλα και μπορεί να μην είναι τόσο αποτελεσματικοί όσο οι οργανισμοί που παρακινούνται από το κέρδος.
Ο Shackleton υποστηρίζει ότι οι οικονομικές σχολές οφείλουν, γενικώς, να λειτουργούν περισσότερο σαν επιχειρήσεις. Υπάρχει χώρος για τους κορυφαίους στις ακαδημαϊκές σχολές, αλλά υπάρχουν και πολλές που παρέχουν επαγγελματικά προσόντα και πρέπει να επικεντρώνονται στην αύξηση της απασχολησιμότητας των αποφοίτων διευρύνοντας την παροχή περισσότερης part-time εκπαίδευσης σε όσους βρίσκονται στην αγορά εργασίας. Το κίνητρο του κέρδους, προτείνει ο Shackleton, θα απελευθερώσει αυτούς τους οργανισμούς από το κράτος και θα τους απελευθερώσει επίσης από τα βάρη της έμμεσης επιχορήγησης άλλων τμημάτων των πανεπιστημίων στα οποία ανήκουν. Η κρατική χρηματοδότηση της διδασκαλίας είναι σχεδόν μηδενική σ’αυτόν τον τομέα. Έτσι, οι οικονομικές σχολές θα ζημιώνονταν λιγότερο ενώ θα είχαν πολλά να κερδίσουν, με όρους περισσότερης ελευθερίας, αν μετατρέπονταν σε κερδοσκοπικούς οργανισμούς. Τα συστήματα κρατικά εγγυημένης φοιτητικής χρηματοδότησης  μπορεί να είναι κατάλληλα για τους προπτυχιακούς, αλλά ένα μέρος του οικονομικού ρίσκου θα μπορούσε να επιβαρύνει τα ίδια τα ιδρύματα αντί των φορολογουμένων, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι δεν συντρέχουν τα αντίστροφα κίνητρα από εκείνα που ισχύουν στην ανώτατη εκπαίδευση των ΗΠΑ.
Στο δικό του άρθρο, ο Hess υποστηρίζει ότι έχει δοθεί υπερβολική έμφαση στη σχολική επιλογή στα πλαίσια του πολιτικού διαλόγου. Το Σχολείο αντιπροσώπευε τον καλύτερο τρόπο για την εκπαίδευση των παιδιών πριν από έναν αιώνα. Δίνοντας απλά στους γονείς την επιλογή μεταξύ σχολείων είναι σαν να δίνεις στους ανθρώπους την επιλογή μεταξύ διαφορετικών τηλεφωνικών συσκευών, αγνοώντας το γεγονός ότι η καινοτομία – οδηγούμενη από το κίνητρο του κέρδους – έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη εντελώς νέων τρόπων επικοινωνίας. Ο στόχος πρέπει να είναι η καλή εκπαίδευση, αλλά η εκπαίδευση είναι μία δέσμη υπηρεσιών η οποία μπορεί να παρέχεται και να συνδυάζεται με διαφορετικούς τρόπους. Χρειαζόμαστε την καινοτομία και το κίνητρο του κέρδους για να ανακαλύψουμε τους καλύτερους τρόπους συνδυασμού των διάφορων υπηρεσιών μέσα σε αυτή τη δέσμη.
Τέλος, ο Vander Ark εξηγεί πώς η φιλανθρωπία μπορεί να συνδυαστεί με κερδοσκοπικές εταιρείες προκειμένου να δημιουργηθούν νέες λύσεις στην εκπαίδευση, ακριβώς όπως έχει συμβεί στην Υγεία σε όλο τον κόσμο. Ο Vander Ark επίσης εκφράζει ανησυχίες σχετικά με την «πορεία προς το πτυχίο» των παιδιών, που στρεβλώνει την εκπαίδευση σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες και εξηγεί μερικές καινοτομίες που είναι διαθέσιμες. Η ειρωνεία είναι, βέβαια, ότι τα παιδιά δέχονται τέτοιες καινοτομίες όπως το ψάρι το νερό, αλλά είναι οι ενήλικες πολιτικοί που ρυθμίζουν την εκπαίδευση με τέτοιο τρόπο ώστε οι μέθοδοί της να είναι γερά ριζωμένες στον 19ο αιώνα.
Τελικά, πρόκειται για μια σπουδαία συλλογή εργασιών η οποία δείχνει πολύ πειστικά ότι η επιδίωξη του κέρδους στον σχεδιασμό της εκπαίδευσης πρέπει να είναι καλοδεχούμενη. Η συλλογή υποστηρίζει ότι η απαγόρευση του κέρδους, ή η παρεμπόδιση κερδοσκοπικών οργανισμών να λαμβάνουν τις ίδιες κρατικές επιδοτήσεις όπως οι υπόλοιποι εκπαιδευτικοί οργανισμοί, οδηγεί στην απόρριψη του πιο αποτελεσματικού τρόπου οικοδόμησης ενός συνόλου θεσμών που εξυπηρετούν τις ανθρώπινες ανάγκες σε αυτόν τον τομέα. Το Ινστιτούτο Οικονομικών Μελετών προτείνει ανεπιφύλακτα αυτόν τον τόμο σε όλους όσους ενδιαφέρονται για την εκπαιδευτική πολιτική.
Οι απόψεις που εκφράζονται στο βιβλίο είναι, όπως σε όλες τις εκδόσεις του Ινστιτούτου, εκείνες των συγγραφέων και όχι εκείνες του Ινστιτούτου και των στελεχών του.

PHILIP BOOTH,
Διευθυντής Έκδοσης και Προγράμματος Ινστιτούτου Οικονομικών Μελετών.
Καθηγητής Ασφάλισης και Διαχείρισης Ρίσκου.
Οικονομική Σχολή Cass, City University, Απρίλιος 2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια: